Legislator Case Law & Legislation
92/2007 AI generated

Appeal dismissed; Supreme Court rejects claims of evidence distortion and contradiction under Civil Procedure Code.

Case Number 92/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court distorted evidence and held contradictory positions regarding co-ownership and voluntary withdrawal. The court ruled that the appeal arguments regarding evidence distortion and apparent contradictions were inadmissible as they merely challenged the court's free evaluation of facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-341 para. 1, 559 para. 19-20 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must consider all evidence without separate evaluation, and arguments challenging the distortion of evidence or apparent contradictions are inadmissible if they merely contest the free evaluation of facts.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence distortion of documents contradictory reasoning appeal admissibility Code of Civil Procedure property ownership dispute good faith requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338 to 341 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 paragraph 1 of Law 2915/2001
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 20 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 92 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 92/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Μυλωνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1)..., 2) ... και 3)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βαλσάμη-Γρηγόριο Κουταλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με τις από 17-10-2001 προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9033/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2552/2003 μη οριστική,3396/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2005 αίτησή της και τους από 9-10-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής για αναίρεση της 3396/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. όπως η τελευταία διάταξη ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 14 παρ.1 του ν.2915/2001 και εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω, της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο διαλαμβανόμενο σ΄ αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "και όλα τα νομίμως μετ΄ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αίτησης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία όλων των εγγράφων αυτών.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί από τον αρ. 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και ο 2οςβ΄ λόγος της αίτησης καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η στηριζόμενη στο ίδιο άρθρο 559 αρ. 11, περίπτωση όμως, α΄, αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη άκυρο έγγραφο, αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη την από 25.4.1968 υπεύθυνη δήλωση του νόμου 105/1968 σε φωτοτυπία με την οποία φέρεται να δηλώνει ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας ότι παραδίδει στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ... τη νομή του επίδικου οικοπέδου λόγω δωρεάς, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως η διάταξη ίσχυε πριν από το ν.2915/2001, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους νόμου, ενόψει και ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση συντάχθηκε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για τη δίκη τούτη (Ολ.ΑΠ 8/1987) και μπορεί, επομένως, να εκτιμηθεί ως τεκμήριο.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει ν΄ αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επί πλέον, εφόσον η υπόθεση κρίθηκε κατ΄ ουσίαν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον Β΄ λόγο, μέρος α΄, της αίτησης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι αναιρεσίβλητοι μόλις το 2001 γνωστοποίησαν σ΄ αυτή ότι νέμονται το επίδικο (ποσοστό 1/2 εξ αδιαιτέρου) και ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 980,981, 982, 984, 994, 1113 και 1184 Α.Κ. έκτοτε άρχισε να τρέχει ο χρόνος της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και όχι από το έτος 1968, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Δικαστήριο και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και υπό τα οποία συντελέστηκε η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Επειδή οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων δια αναζητήσεως της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παραβιάζουν όταν, παρά τη διάγνωση, έστω εμμέσως, ατέλειας στη διατύπωση της βούλησης ή αμφιβολίας για την έννοιά της, το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει, είτε να προσφύγει σ' αυτούς, για να διατυπώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων είτε να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο περίπτωση γ΄, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε την αληθινή βούληση των απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων ... και ... και όχι σύμφωνα με το άρθρο 173 του ΑΚ, διότι η βούληση του πρώτου αυτούς, όπως εκφράζεται στην προαναφερόμενη από 25-4-1968 υπεύθυνη δήλωση, ήταν να διευκολυνθεί ο αδελφός του στην έκδοση οικοδομικής άδειας και στην ανέγερση οικοδομής σε τμήμα του οικοπέδου και όχι ν' αποξενωθεί από το οικόπεδο με την παραχώρηση της νομής στον δεύτερο.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται α) η ακριβής δήλωση με την οποία εκφράσθηκε η βούληση του απώτερου δικαιοπαρόχου της ανιαρεσείουσας, β) ότι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα σημειώνονται ανωτέρω, διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως και γ) δεν προσδιορίζεται το συγκεκριμένο σφάλμα σχετικά με την καλή πίστη.

Συνεπώς πρέπει ο λόγος αυτός ν' απορριφθεί.

Επειδή ο αναιρετικός λόγος του εδαφίου 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου ακριβώς όπως έχει και συνήγαγε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί σωστό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση για πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 12-12-1968 αγωγής που άσκησαν ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας ... και ο αδελφός του ... κατά του ..., διότι, ενώ στην αγωγή αναγράφεται ότι ο ... και ο αδελφός του ... ήταν συγκύριοι του επίδικου οικοπέδου, το Εφετείο δέχεται ότι τούτο δεν οδηγεί το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, σχετικά με την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί όλου του επίδικου οικοπέδου, αφού, με την περικοπή αυτή στην αγωγή οι δυο αδελφοί φέρονται ενωμένοι για ν' αποκρούσουν την κατάληψη του οικοπέδου από τον αντίδικό τους. Ενόψει τούτων ο τελευταίος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ανάγεται σε απλή εκτίμηση του εγγράφου.

Επειδή, με τον ίδιο, τελευταίο πρόσθετο λόγο προβάλλεται και η αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι με όσα πιο πάνω εκθέτονται σχετικά με την από 12-12-1968 αγωγή των αδελφών ... και ..., το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, διότι από το ένα μέρος δέχεται ότι "ακόμη και από 12-12-1968 αγωγή στην οποία αναγράφεται ότι οι ίδιοι (δηλαδή οι δυο αδελφοί) είναι συγκύριοι του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, δεν οδηγεί το Δικαστήριο σε διάφορη κρίση, αφού, του αντιδίκου τους φέρονται ενωμένοι προς απόκρουση της καταλήψεως του επιδίκου, και από το άλλο μέρος πιο πάνω δέχεται ότι στις 25-4-1968 (δηλαδή με την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση) συνάγεται ανενδοίαστος βούληση του ... ν' αποξενωθεί από τη νομή του επιδίκου. Ο λόγος αυτός (τελευταίος πρόσθετος) κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι μετά από όσα έχουν προεκτεθεί, στα ανωτέρω που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπάρχει αντίφαση, αφού διευκρινίζεται στην απόφαση ότι η από κοινού άσκηση αγωγής του ..., δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, με τον .... απέβλεπε στην απόκρουση του τρίτου που κατέλαβε το επίδικο και όχι στην ανάκληση της απόφασης του πρώτου για παραχώρηση της νομής ολόκληρου του επιδίκου στον δεύτερο, ή στην άρνησή του ότι προέβη σε τέτοια παραχώρηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2005 αίτηση της ... για αναίρεση της 3396/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ