Legislator Case Law & Legislation
929/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive law regarding servitude acquisition.

Case Number 929/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a right of way. The appellant argued that a servitude had been acquired through long-term use, but the court found the lower court correctly applied civil code provisions on property rights. The court ruled that the appellant failed to prove continuous use for the required period and that the proposed alternative route was impractical.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1118, 1119, 1121, 974, 975, 1045, 1048, 1049, 1051, 992 of the Civil Code; The court held that a right of way is acquired through long-term use only if the user demonstrates continuous and uninterrupted possession for the statutory period, and the lower court's finding of insufficient time elapsed was legally sound.

Keywords

AI generated
servitude acquisition right of way long-term use statutory period civil code provisions property rights appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1118, 1119, 1121 of the Civil Code
Articles 974, 975, 1045, 1048, 1049, 1051, 992 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 929 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 929/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταμολέκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Ο. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2010 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 30-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο, και, σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την με αριθμό 5736Γ'/18-10-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών ..., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6-7-2010 αίτησης για αναίρεση της 52/2010 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 8-2-2012), επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου επισπεύδει την συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας πάνω στο δουλεύον, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Η δε διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εφαρμόζεται αναλόγως και στην απόκτηση πραγματικής δουλείας με χρησικτησία και συνεπώς ο επικαλούμενος τέτοια κτήση μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 1108 του Α.Κ,. η αρνητική αγωγή βάση έχει την κυριότητα του ενάγοντος και την προσβολή αυτής με πράξεις διαταράξεως ή επεμβάσεως, ο δε εναγόμενος με την αγωγή αυτή μπορεί αφ' ενός μεν να αμφισβητήσει την κυριότητα του ενάγοντος, ο οποίος στην περίπτωση αυτή πρέπει να αποδείξει την κυριότητά του, αφ' ετέρου δε να αντιτάξει, ότι την επέμβαση ενήργησε δυνάμει ενοχικού ή εμπραγμάτου δικαιώματος που ανήκει σ' αυτόν, οπότε, και σε περίπτωση αποδείξεώς του, καταλύεται η αρνητική αγωγή.

Έτσι, από το συνδυασμό των άρθρων 1033, 1108 και 1118 AΚ, 224, 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, για την κατάλυση της, στηριζόμενης στην κυριότητα σε ακίνητο, αρνητικής αγωγής, ο εναγόμενος μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του της πρώτης στο πρωτόδικο δικαστήριο συζήτησης της αγωγής, την ένσταση, ότι αυτός ενήργησε την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος δυνάμει δικαιώματός του, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και υπέρ του δικού του ακινήτου.

Για το ορισμένο και βάσιμο κατά νόμο της ένστασης πρέπει, στην ιστορική βάση αυτής, να αναφέρεται, ότι σε βάρος του ακινήτου, που στην αγωγή αναφέρεται ως ανήκον στον ενάγοντα, έχει συσταθεί, με ορισμένο νόμιμο τρόπο, πραγματική δουλεία με ορισμένο περιεχόμενο, αντίστοιχο της στην αγωγή προβαλλόμενης προσβολής, υπέρ ορισμένου ακινήτου, του οποίου έγινε κύριος o εναγόμενος με ορισμένο νόμιμο τρόπο (ΑΠ 214/2008).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "O εκκαλών και ήδη αναιρεσείων είναι κύριος ενός αγρού με ελαιόδενδρα, επιφάνειας 9.133,25 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "ΠΑΣΣΑΒΑΣ" της κτηματικής περιφέρειας Γυθείου - Λακωνίας, εμφαίνεται στο από Νοέμβριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Κ. και συνορεύει ανατολικά με χανδάκι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Ν. Γ. (Ψ.), δυτικά με ιδιωτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία του ιδίου (αναιρεσείοντος), βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Ο. (αναιρεσιβλήτου) και νότια με ιδιωτικό δρόμο και επαρχιακή οδό Γυθείου - Αγίου Βασιλείου. Ο τελευταίος, αδελφός του αναιρεσείοντος, είναι κύριος του κειμένου βορειοδυτικά του προπεριγραφέντος ακινήτου αγρού με τα υπάρχοντα σ' αυτό ελαιόδενδρα επιφάνειας 15 περίπου στρεμμάτων, που κατά τα λοιπά συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ.

Μ., δυτικά με ιδιοκτησία του (εφεσιβλήτου) και ιδιωτικό δρόμο. Τα εν λόγω ακίνητα περιήλθαν στους διαδίκους από κληρονομία του πατέρα τους Π. Ο., που πέθανε στις 29-12-1988, δυνάμει της με αριθμό .../1986 δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σταμολέκα - Γολεμάτη, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα 268/29-12-1986 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία (κληρονομιά) και αποδέχθηκαν δυνάμει των .../29-3-1990 και .../21-7-1989 πράξεων αποδοχής των συμβολαιογράφων Αθηνών Ιωάννας Μίχου και Γυθείου Ελένης Γεωργάκου, αντίστοιχα, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί.

Τα περιστατικά αυτά συνομολογούνται από τους διαδίκους, εκατέρωθεν. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι τα παραπάνω ακίνητα αποτελούσαν τμήματα ενός μείζονος αγρού που είχε πρόσβαση στην εφαπτόμενη με αυτό προαναφερθείσα δημοτική οδό Γυθείου - Αγίου Βασιλείου από διάφορα σημεία της νότιας πλευράς του εν λόγω ακινήτου.

Ο δικαιοπάροχος και πατέρας των διαδίκων Π. Ο. χρησιμοποιούσε για την εξυπηρέτηση των κάθε φύσεως αναγκών αυτού και πριν από αυτόν ο δικαιοπάροχος πατέρας του, κυρίως μία δίοδο 150 περίπου μέτρων και πλάτους σήμερα 2,50 μέτρων, που ξεκινούσε από το νότιο όριο του ανήκοντος σήμερα στον αναιρεσείοντα ακινήτου, που εφάπτεται με την εν λόγω δημοτική οδό, σε απόσταση 10 έως 15 μέτρων από την υπάρχουσα στην πλευρά αυτή μουριά και από το φρεάτιο, που κατασκεύασε εκεί, κατά την ασφαλτόστρωση της οδού αυτής το έτος 1996 ο Δήμος Γυθείου, συνέχισε ανατολικά και βορειοανατολικά σε ευθεία 20 μέτρων, στην συνέχεια έκανε κυκλική στροφή 10 μέτρων προς βορρά-βορειοδυτικά και ακολούθως αφού διερχόταν από τμήμα προϋπάρχουσας πεζούλας, διανύοντας απόσταση 50 περίπου μέτρων, έπαιρνε κατεύθυνση ανατολική-βορειοανατολική για 60-70 μέτρα, παράλληλοι με το κοινό όριο των ακινήτων των διαδίκων, για να καταλήξει μέσω του χαμηλότερου σημείου αυτού (ορίου) στο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου.

Η διαδρομή της διόδου αυτής αποτυπώνεται υπό τα στοιχεία Σ6 - Ρβ - Π6 - 06 - Ξ6 - Νβ - Μ6 - Λ6 - Υβ - Φβ - Χβ - Ψδ + Ω6 - Α7 - Β7 - Ι6 - Η4 - Τ6 (τμήμα 06) και Θ4 - Η4 - Ι6 - Χ4 - Ω5 - Α5 - Β5 - Γ5 - Δ - 5 - Ε5 - Ζ5- Η5 - Θ5 - Ι5 - Κ5 - Ρ4 - Π4 - 04 - Ξ4 - Ν4- Μ4 - Λ4 - Κ4 - Ι4 (τμήμα 04) στο προαναφερθέν από Νοεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.

Κ.. Αρχικά η επικοινωνία του ενιαίου ακινήτου με την εν λόγω δημοτική οδό γινόταν αποκλειστικά με ζώα και στην συνέχεια από την αρχή της δεκαετίας του 1970, οπότε ήλθαν οι πρώτοι γεωργικοί ελκυστήρες στο Γύθειο και ο πατέρας των διαδίκων προέβη στη διαπλάτυνση της διόδου αυτής, με τρακτέρ και τροχοφόρα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το προαναφερθέν ακίνητο του αναιρεσιβλήτου είναι επικλινές σε έκταση 7-8 περίπου στρεμμάτων προς Νότο - Νοτιοανατολικά και σ' αυτό το τμήμα βρίσκεται ο μεγαλύτερος αριθμός των συνολικά 250 ελαιοδένδρων, που καλλιεργούνται σ' αυτό, η εκτέλεση δε των αναγκαίων γεωργικών εργασιών, δηλαδή η άροση, η μεταφορά λιπασμάτων, η συλλογή και μεταφορά του ελαιοκάρπου, η μεταφορά των ξύλων, το κλάδεμα, ο ψεκασμός, το ράντισμα κ.λ.π., γίνεται αποκλειστικά με τροχοφόρα και κυρίως με τρακτέρ με ρυμουλκούμενο όχημα.

Για την εξυπηρέτηση όλων των συναφών αναγκών του αγρού του και ιδιαιτέρως του παρουσιάζοντος τούτο περιήλθε σ' αυτόν το έτος 1989 την προαναφερθείσα, διαπλατυνθείσα, από τον πατέρα των διαδίκων, παλαιά δίοδο, την οποία χρησιμοποιούσε ανέκαθεν ο πατέρας τους, για την εξυπηρέτηση, κυρίως, του προβληματικού επικλινούς τμήματος του (τότε) ενιαίου ακινήτου του, με διάνοια δικαιούχου δικαιώματος διελεύσεως, συνεχώς και αδιατάρακτα μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2002, οπότε ο αναιρεσείων τοποθέτησε συρματοπερίφραξη και σιδερένια πόρτα στην είσοδο αυτή, και έτσι απέβαλε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του τον αναιρεσίβλητο από την οιονεί νομή δουλείας διόδου.

Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γυθείου εναντίον του την από 2-4-2002 αίτηση, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί προσωρινά οιονεί νομέας δουλείας διελεύσεως μέσω του εν λόγω ακινήτου του δια της προπεριγραφείσας παλαιάς διόδου ή της νεότερης διόδου, που διάνοιξε ο αναιρεσείων το έτος 2000, λόγω πλημμυρών, που δυσχέραιναν για μια διετία τη χρησιμοποίηση της παλαιάς διόδου, από την οποία διερχόταν, κατά το χρονικό αυτό διάστημα και ο αναιρεσίβλητος, με την συναίνεση του αναιρεσείοντος, για την εξυπηρέτηση κυρίως του επικλινούς και μείζονος τμήματος του ακινήτου του.

Το εν λόγω Δικαστήριο με την 46/2002 απόφασή του δέχθηκε την παραπάνω αίτηση και αναγνώρισε προσωρινά τον αναιρεσίβλητο οιονεί νομέα δουλείας διελεύσεως μέσω της προαναφερθείσας νεότερης διόδου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από έφεσή του, η οποία έγινε δεκτή από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου, το οποίο με την 11/2005 οριστική του απόφαση εξαφάνισε αυτήν και απέρριψε την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, λόγω αοριστίας.

Εν συνεχεία με την 4/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γυθείου απορρίφθηκε, ομοίως, λόγω αοριστίας, η από 18-5-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, περί προστασίας του δικαιώματος διελεύσεώς του από το ακίνητο του αναιρεσείοντος, μέσω της παλαιάς και νεότερης διόδου. Ενδιαμέσως, οι διάδικοι είχαν προβεί στην συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους με τα 8/12-5-2003 και 9/12-5-2003 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Γυθείου, η οποία όμως δεν τηρήθηκε από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με περιεχόμενο αντίθετο με την συμφωνηθείσα λύση, η οποία (αίτηση), όμως, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 82/2003 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου.

Προηγουμένως, με την 25/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η από 22-7-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωριστεί η ανυπαρξία δουλείας διόδου εις βάρος του ακινήτου του και υπέρ του όμορου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου αδελφού του.

Κατά της παραπάνω απόφασης ο αναιρεσείων δεν άσκησε ένδικα μέσα. Επίσης, με την 60/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γυθείου απορρίφθηκε, ελλείψει κατεπείγοντος, αίτηση του αναιρεσίβλητου περί αναγνωρίσεως του ως προσωρινού οιονεί νομέα διελεύσεως μέσω των προαναφερθεισών διόδων, ενόψει της επιδικάσεως σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου της σχετικής κύριας αγωγής του τελευταίου, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη.

Ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος χρησιμοποίησε, με την συναίνεσή του, είτε την παλαιά είτε τη νεότερη, δηλαδή τη διαμορφωθείσα το έτος 2000 δίοδο, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του παραπάνω ελαιαγρού του, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι τούτο εξυπηρετείται αποκλειστικώς και επαρκώς, ως προς όλα τα σημεία του, επικλινή ή μη, από δίοδο, που βρίσκεται βορειότερα των προαναφερθεισών διόδων.

Η υποδεικνυόμενη από τον αναιρεσείοντα δίοδος ξεκινά από τον τσιμεντοστρωμένο ιδιωτικό δρόμο, που διέρχεται από το κοινό όριο των ακινήτων των διαδίκων και παρουσιάζει δύο διακλαδώσεις, που εισέρχονται αμφότερες στο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου. Η μία, η μικρότερη, καταλήγει σ' ένα μικρό μέρος του εν λόγω ακινήτου, που παρουσιάζει κλίση, που καθιστά δυσχερή την πρόσβαση στο σημείο εκείνο με τροχοφόρα μέσα.

Η δεύτερη διακλάδωση, που είναι και η μεγαλύτερη και πλατύτερη, διασχίζει κάθετα σχεδόν και καθ' όλο το μήκος του το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου και καταλήγει στο άλλο άκρο αυτού. Στην κάτω πλευρά της διακλάδωσης αυτής οι αναβαθμίδες (πεζούλες) είναι σχετικά ομαλές και το έδαφος λιγότερο επικλινές, σχεδόν επίπεδο, ενώ στην πάνω και μεγαλύτερη σε έκταση πλευρά αυτής, όπου υπάρχουν και οι περισσότερες πεζούλες, το έδαφος παρουσιάζει μεγάλη, σχεδόν κατακόρυφη, κλήση.

Η πρόσβαση αυτή έχει πλάτος 3-4 περίπου μέτρων, που περιορίζεται σε 2 μέτρα λόγω των υπαρχόντων σ' αυτήν μεγάλων ελαιοδένδρων, ενώ τα κλαδιά των ελαιοδένδρων εκτείνονται σχεδόν σε όλο το πλάτος της, ενώ σε διάφορα σημεία της καλύπτεται από τις κατολισθήσεις παρακειμένων αναβαθμίδων. Ενόψει όλων αυτών, η διακλάδωση αυτή δεν παρουσιάζει εικόνα διαμορφωμένου δρόμου, ούτε υπάρχουν σ' αυτήν ίχνη τροχοφόρων, η διέλευση των οποίων, άλλωστε, από αυτήν είναι πρακτικά αδύνατη και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον επικίνδυνη.

Όλα τα παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια και από την με αριθμό 1/2003 έκθεση αυτοψίας, που διενήργησε στην επίδικη περιοχή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου στο πλαίσιο της εκδίκασης της προαναφερθείσας αναγνωριστικής αγωγής του αναιρεσείοντος. Υπό τα περιστατικά αυτά και, ενόψει του ότι η εκμετάλλευση, ιδιαίτερα του μείζονος και επικλινούς τμήματος του αγρού του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή η καλλιέργεια των ελαιοδένδρων και συλλογή και μεταφορά του ελαιοκάρπου είναι δυνατή μόνο με τη χρήση γεωργικού ελκυστήρα και λοιπών τροχοφόρων μέσων, καθίσταται φανερό, ότι η υποδειχθείσα από τον αναιρεσείοντα δίοδο δεν παρέχει την αναγκαία και ασφαλή πρόσβαση του αναιρεσιβλήτου στο εν λόγω ακίνητό του.

Ενόψει, του ότι, το ακίνητο του εκκαλούντος έχει εμβαδόν 9.133,25 τ.μ. και πρόσοψη επί της δημοτικής οδού Γυθείου Αγίου Βασιλείου 140 μέτρων, είναι πρόδηλο στην προκειμένη περίπτωση, ότι με την άσκηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του δικαιώματος διελεύσεως του τελευταίου από το όμορο ακίνητο του αναιρεσείοντος μέσω της προϋφιστάμενης παλαιάς διόδου δεν θίγεται η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του τελευταίου, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ.

α' Ν. 3212/2003, για να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο γήπεδο εκτός σχεδίου πόλεως πρέπει να έχει ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο 25 μέτρα. Έτσι, αλυσιτελώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι η ύπαρξη της δουλείας αυτής καθιστά το ακίνητό του μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο συνεπεία της επερχομένης, με τον τρόπο αυτό, κατάτμησής του.

Τέλος, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται, ότι καθ' όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα, δηλαδή από τον Φεβρουάριο 2002 μέχρι Απρίλιο 2006, ο αναιρεσίβλητος δεν έπαυσε να διέρχεται, μέσω της παλαιάς και προσωρινά της νεότερης διόδου από το ακίνητο του αναιρεσείοντος και σε κάθε περίπτωση από το σύνολο των διαδικαστικών πράξεων, συνεπεία της άσκησης αντιθέτων αιτήσεων προσωρινής ρύθμισης καταστάσεως, αγωγών εκ μέρους των διαδίκων, της επίτευξης του μεταξύ τους συμβιβασμού, της έκδοσης προσωρινών διαταγών κ.λ.π., που έλαβαν χώρα καθ' όλο το εν λόγω χρονικό διάστημα, ουδέποτε εν προκειμένω συμπληρώθηκε ο χρόνος της προβλεπόμενης από το άρθρο 992 Α.Κ.

ενιαύσιας παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου από την αποβολή του από την εν λόγω νομή δικαιώματος". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ασκούσε στην επίδικη δίοδο, με τον συνυπολογισμό και του χρόνου άσκησης οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του, την φυσική εξουσία με διάνοια δικαιούχου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής και, έτσι, απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του και σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος αδελφού του.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου, ότι διέρχεται από τις ως άνω λωρίδες ακινήτων δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου και απέρριψε κατά τούτο την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121, 974, 975, 1045, 1048, 1049, 1051 και 992 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τον αναιρεσίβλητο σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος αδελφού του δικαιώματος δουλείας από τις προαναφερθείσες εδαφικές λωρίδες.

Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι ο κοινός δικαιοπάροχος και πατέρας των διαδίκων Π. Ο. χρησιμοποιούσε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κυρίως μία δίοδο 150 περίπου μέτρων και πλάτους πλέον 2,50 μέτρων, όπως η διαδρομή της διόδου αυτού αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.

Κ., ότι ο αναιρεσίβλητος, αφότου περιήλθε σ' αυτόν το αναφερόμενο ακίνητό του (αγρός) με τα 250 περίπου ελαιόδενδρα εκ κληρονομίας από τον άνω δικαιοπάροχο πατέρα των διαδίκων, που αποβίωσε το έτος 1989, συνέχισε να χρησιμοποιεί και αυτός την διαπλατυνθείσα από τον πατέρα τους δίοδο, με διάνοια δικαιούχου δικαιώματος διελεύσεως συνεχώς και αδιατάρακτα μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2002, οπότε ο αναιρεσείων τοποθέτησε συρματοπερίφραξη και σιδερένια πόρτα στην είσοδο της διόδου και τον απέβαλε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του από την οιονεί δουλείας διόδου, ότι η προτεινόμενη από τον αναιρεσείοντα άλλη δίοδο-διακλάδωση δεν παρουσιάζει εικόνα διαμορφωμένου δρόμου, ούτε υπάρχουν σ' αυτή ίχνη τροχοφόρων, η διέλευση των οποίων είναι πρακτικά αδύνατη για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ελαιαγρού του αναιρεσιβλήτου και ότι έως και την άσκηση της αγωγής τον Απρίλιο του 2006 ο αναιρεσίβλητος δεν έπαυσε να χρησιμοποιεί και να διέρχεται από την προαναφερθείσα δίοδο με διάνοια δικαιούχου δικαιώματος διελεύσεως και μετά τον Φεβρουάριο του έτους 2002 και ότι έτσι ουδέποτε συμπληρώθηκε ο χρόνος της προβλεπόμενης από το άρθρο 992 ΑΚ ενιαύσιας παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου από την ως άνω αποβολή του.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-7-2010 αίτηση του Κ. Ο. για αναίρεση της 52/2010 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ