Supreme Court dismisses appeal due to procedural defects and vague grounds regarding evidence distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a ceramic company against a second-instance judgment. The appellants argued that the lower court distorted evidence and failed to justify cost awards, but the court found these grounds insufficient and vague. Consequently, the appeal was dismissed entirely, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566, 118, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging distortion of evidence is inadmissible unless the precise content of the document and the court's interpretation are explicitly stated in the appeal petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 929 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 929/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. της εταιρίας "ΠΛΙΝΘΟΚΕΡΑΜΟΠΟΙΪΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Β. Τ. - Κ. Β. ΕΠΕ", που εδρεύει στο 20ο χιλιομ. Εθνικής οδού Αγρινίου - Αντιρρίου" νόμιμα εκπροσωπουμένης 2. Κ. Τ. του Φ., κατοίκου ... και 3. Π. Λ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, νόμιμα εκπροσωπουμένης, 2. Δ. Φ., πρώην Διευθυντή Δυτικής Ελλάδος ΕΤΕ Αγρινίου και ήδη Περιφερειακού Διευθυντού Δυτικής Ελλάδος, με έδρα την Πάτρα, 3. Χ. Φ. - Π. του Ε., πρώην Προϊσταμένης του Τμήματος Καθυστερήσεων του Υποκαταστήματος ΕΤΕ Αγρινίου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, 4. Α. Π. - Α. του Ι., υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Παπαχρήστου, 5 Γ. Τ., Δικαστικού Επιμελητή Αγρινίου, ο οποίος δεν παραστάθηκε, 6. της εταιρίας "ΠΛΙΝΘΟΚΕΡΑΜΟΠΟΙΪΑΣ κληρ. Γ. Κ. Α.Ε" εδρευούσης στο Αγρίνιο, νομίμως εκπροσωπουμένης, 7. της εταιρίας Γ. Κ. ΑΕ, εδρευούσης στο Αγρίνιο, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλασόπουλο και 8. Ι. Κ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουνίου 2003 αγωγή - ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6074/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2395/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 6 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις 7277ε /13.4.2009, 7276ε /13.42009, 7253ε /10.4.2009, 7.237ε /9.4.2009 και 7239ε/9.4.2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αγρινίου ..., ακριβές αντίγραφο της από 16.12.2008 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10.5.2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, για τη σημερινή δικάσιμο της 16.5.2011 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης, στους αναιρεσείοντες, καθώς και στον πέμπτο και όγδοο των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, ως και του πέμπτου και ογδόου των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται είτε για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, είτε για εφαρμογή κανόνα δικαίου που δεν ισχύει για οποιοδήποτε λόγο, κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
α αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης ( Α.Π 28/1998 - ολ-).
Περαιτέρω ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, ΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 1300/2007, ΑΠ 587/2007).
Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατά τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. (ΑΠ 48/997). Κατά συνέπεια οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος, λόγοι της αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτονται αντίστοιχα με αυτούς στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτικές αναφορές, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων, δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν αναφέρονται οι ελλιπείς αιτιολογίες και τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να διαλαμβάνονται στην απόφαση ή ακόμη και ποίες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, αλλά προβάλλονται απαραδέκτως αιτιάσεις που αναφέρονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, επί πλέον δε ως προς τις αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους ίδιους λόγους αναιρέσεως, σχετικά με την απόρριψη ως νόμω αβασίμων των αναφερομένων στους λόγους αυτούς κεφαλαίων και κονδυλίων της αγωγής, με τα οποία οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να τους καταβάλουν αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 71, 914 και 937 μη νόμιμη και του Α.Κ., δεν αναφέρεται η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες στην αγωγή για τη θεμελίωσή της, στην οποία γίνεται μόνο αποσπασματική αναφορά, αλλά ούτε και αναφέρεται τέλος με σαφήνεια σε ποιο συγκεκριμένο σφάλμα υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων.
Απορριπτέοι επίσης ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους είναι οι αυτοί ως άνω δεύτερος, πέμπτος, δέκατος και ενδέκατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμ. 8, 9, 10, 11, 12, 13, 16 και 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, καθ’ όσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται με σαφήνεια α) ποία ήταν τα πράγματα αυτά που προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από οποία προκύπτει ότι οι συνιστώντες τα πράγματα αυτοτελείς ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι και ποία επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, β) ποία ήταν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη, χωρίς να έχουν προσκομισθεί, ή σε ποία αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη ή δεν προσέδωσε τέτοια δύναμη, ή και ακόμη ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν περαιτέρω οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους αποδείξεως, αλλά ούτε και αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί περί απαραδέκτου των αποδεικτικών μέσων προβλήθηκαν, όπως επιτάσσει το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ενώπιον του Εφετείου, γ) ποία αίτηση έμεινε αδίκαστη, δ) το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, αλλά ούτε και οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ε) ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως.
Εξάλλου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η μη νόμιμη συμμετοχή ενός προσώπου στον ένδικο πλειστηριασμό δεν παρεμπόδισε τη συμμετοχή άλλων προσώπων και έτσι απέρριψε την αγωγή, είναι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, απορριπτέος, καθ’ όσον η αγωγή, κατά το αίτημα αυτής για την καταβολή αποζημιώσεως στους αναιρεσείοντες, λόγω των δολίων ενεργειών των εναγομένων που κατέτειναν στην αποτροπή της συμμετοχής περισσοτέρων του ενός προσώπου στον πλειστηριασμό, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος, αφού για την εφαρμογή της προκειμένης ρυθμίσεως προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς.
Περαιτέρω οι διαλαμβανόμενες στους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν δέχθηκε την ακυρότητα του ένδικου αναγκαστικού πλειστηριασμού, λόγω της μη καταθέσεως εγκαίρως της απαιτούμενης από το νόμο εγγυοδοσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 λόγος προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν είναι τέτοιος η διάταξη του άρθρου 965 παρ.1 δ για κατάθεση εγγυήσεως (ΑΠ 1690/2001).
Τέλος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 101/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη και ως μη νόμιμη.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως από το άρθρο 559 αρθ. 19 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του τετάρτου και πέμπτης των εναγομένων, ως και ως μη νόμιμη κατά το αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεως στους αναιρεσείοντες, λόγω των δολίων ενεργειών των εναγομένων που κατέτειναν στην αποτροπή της συμμετοχής περισσοτέρων του ενός προσώπου στον πλειστηριασμό, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά τα αναφερόμενα στους λόγους που ερευνώνται, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το εφετείο ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε, ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από εκείνο που περιέχει.
Επομένως, οι έβδομος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από του μηνός Νοεμβρίου 1997 συμβάσεως ρυθμίσεως εξοφλήσεως χρέους, χωρίς να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ενδιαφέροντος τμήματος του εγγράφου αυτού και εκείνο το οποίο εξέλαβε, ως περιεχόμενό του, το εφετείο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένως το ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι αόριστος.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στους ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αναγόμενες στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας επί πραγματικών γεγονότων, στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και του περιεχόμενου εγγράφων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω απορριπτέoς ως απαράδεκτος είναι και ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται, κατ’ εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο είχαν παραπονεθεί γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τους καταδίκασε στην εκ 435.960,45 ευρώ δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και επί πλέον και στην εξ εξακοσίων ευρώ δικαστική δαπάνη του δευτέρου βαθμού, άνευ επαρκούς αιτιολογίας, καθ’ όσον η καταψήφιση, κατά το άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δ, στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (ΑΠ 98/2009, ΑΠ 171/2007).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.12.2008 αίτηση της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία "ΠΛΙΝΘΟΚΕΡΑΜΟΠΟΙΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Β. Τ. - Κ. Β. Ε.Π.Ε." κ.λ.π., για την αναίρεση της 2395/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ