Legislator Case Law & Legislation
929/2008 AI generated

Supreme Court remands case for retrial on equal pay claim against public institution employees.

Case Number 929/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding equal pay for public institution employees. The court found that excluding certain administrative staff from a specific support allowance constituted an unjustified discrimination violating the constitutional principle of equality. Consequently, the court ordered the lower court to extend the favorable regulation to the excluded group and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Article 4, paragraph 1 of the Constitution; Article 7, paragraph 1 of Law 1876/1990: The principle of equality before the law requires that similar situations be treated similarly, and any exclusion from a favorable regulation must be justified by a higher public interest, otherwise it constitutes unjustified discrimination.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle unjustified discrimination public institution employees collective agreement benefits remand for retrial administrative support allowance equal pay claim

Cited Legislation

AI generated
Article 4, paragraph 1 of the Constitution
Article 7, paragraph 1 of Law 1876/1990
Article 9, paragraph 6 of the Collective Agreement dated 27 June 2003
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 929 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 929/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" (ΝΠΙΔ/ΕΙΝ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: αναφέρονται 23 αναιρεσείοντες.Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5335/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 19-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, μεταχειρίζοντας με τον τρόπο αυτό τις εν λόγω περιπτώσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, των οποίων την ύπαρξη ελέγχουν τα δικαστήρια. Η συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου να εφαρμοσθεί επί παροχών, απαιτείται να έχουν δοθεί αυτές εις εκτέλεση νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξεως, που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση νόμου και δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 1 παρ. 1γ του Ν. 301/1976 ή συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή διαιτητικής αποφάσεως, καθόσον η αρχή αυτή καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ και ΔΑ, οι οποίοι έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά (άρθρ. 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990).

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ευμενής ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί απ' αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που δικαιολογεί την ως άνω ειδική μεταχείριση, η εισάγουσα τη δυσμενή αυτή διάκριση διάταξη είναι ανίσχυρη και αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και ως προς εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη, που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση (Ολ. Α. Π. 53/1983, 5/1987, 17/1997). Εξάλλου, η ισότητα, καθόσον αφορά τη μισθολογική μεταχείριση και τη διασφάλιση ίσης αμοιβής, αναφέρεται σε εργαζόμενους, οι οποίοι παρέχουν όμοια εργασία και εργάζονται κάτω από όμοιες ουσιωδώς συνθήκες, ενώ δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη η ευνοϊκότερη από το νόμο μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας μισθωτών, που παρέχει διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασία, καθώς και όταν δεν διαθέτει τα ίδια προσόντα ή ανήκει σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών.

Επίσης, η συνταγματική αρχή της ισότητας κάμπτεται όταν η διαφοροποίηση της αμοιβής για ίσης αξίας εργασία επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:

Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από το έτος 2003 και υπηρετούν στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών αυτού, ανήκοντες στον κλάδο διοικητικής και οικονομικής στήριξης, με την αναφερόμενη για τον καθένα ειδικότητα, ενώ αμείβονται με βάση τις ΕΣΣΕ, που καταρτίζονται μεταξύ του αναιρεσείοντος και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ' αυτό.

Ακολούθως, δέχθηκε ότι το αναιρεσείον δεν κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους το επίδομα διοικητικής στήριξης, ποσού 35 ευρώ μηνιαίως, το οποίο κατέβαλε σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 6 της ΕΣΣΕ / ΕΙΝ 2003, στους λοιπούς υπαλλήλους του κλάδου διοικητικής και οικονομικής στήριξης, οι οποίοι δεν λαμβάνουν οποιοδήποτε άλλο επίδομα εκτός από το επίδομα θέσης, γιατί οι ίδιοι λαμβάνουν άλλα επιδόματα, που συναρτώνται με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους, όπως της πληροφορικής, του ισολογισμού, των διαχειριστικών λαθών.

Όμως η συλλογική αυτή κανονιστική ρύθμιση, που θέτει ως όρο για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος τη μη λήψη άλλου επιδόματος, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού εισάγει ανεπίτρεπτη μισθολογική μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων, που ανήκουν στον ίδιο κλάδο και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών του εργοδότη.

Και τούτο γιατί η συγκεκριμένη παροχή, η οποία αποτελεί αμοιβή της εργασίας των υπαλλήλων, που τη λαμβάνουν, δεν συναρτάται με οποιοδήποτε δικαιολογητικό λόγο χορηγήσεως (τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, φύση και συνθήκες εργασίας), παρά μόνο με λόγο άσχετο με την παρεχόμενη εργασία, ήτοι τη μη λήψη άλλου επιδόματος.

Η δε εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από τη χορήγηση του επιδόματος αυτού δεν δικαιολογείται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού συμφέροντος, αφού αφ' ενός μεν τα χορηγούμενα σ' αυτούς άλλα επιδόματα, που δεν λαμβάνουν οι ευνοηθέντες με την ως άνω ΕΣΣΕ συνάδελφοί τους, συνδέονται με το ειδικότερο αντικείμενο εργασίας τους και δικαιολογούνται απ' αυτό, αφ' ετέρου δε οι ευνοηθέντες υπάλληλοι του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν κατηγορία χαμηλομίσθων εργαζομένων, ώστε να δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείρισή τους σε σχέση με τους αναιρεσιβλήτους.

Αντίθετα, πρόκειται για την ίδια κατηγορία υπαλλήλων, που αμείβονται με αποδοχές παραπλήσιες και σε αρκετές περιπτώσεις ανώτερες από τις αποδοχές των τελευταίων. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατέληξε ότι προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να επεκταθεί η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση και στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι από το λόγο αυτό δικαιούνται το ως άνω επίδομα διοικητικής στήριξης, ποσού 35 ευρώ μηνιαίως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι λαμβάνουν και άλλα επιδόματα, τα οποία προβλέπονται από τις ισχύουσες συλλογικές ρυθμίσεις και δικαιολογούνται από το ειδικότερο αντικείμενο της εργασίας τους.

Κατόπιν αυτών δέχθηκε τούτο κατά ένα μέρος την ένδικη από 25-11-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμοι. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.6 της από 27-6-2003 ΕΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων σ' αυτό (ΠΟΣΕΙΝ), καταβάλλεται επίδομα διοικητικής στήριξης, ποσού 35 ευρώ μηνιαίως, στους υπαλλήλους του κλάδου διοικητικής και οικονομικής στήριξης, που δεν λαμβάνουν οποιοδήποτε άλλο επίδομα, εκτός από το επίδομα θέσεως, η δε παροχή του εν λόγω επιδόματος στη συγκεκριμένη αυτή κατηγορία υπαλλήλων απέβλεπε στην εξομάλυνση της οικονομικής διαφοράς μεταξύ αυτών και των λοιπών υπαλλήλων, που εργάζονται στον ίδιο κλάδο της διοικητικής και οικονομικής στήριξης, οι οποίοι λαμβάνουν τα συναρτώμενα με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους άλλα επιδόματα, όπως της πληροφορικής, του ισολογισμού, των διαχειριστικών λαθών.

Η εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από την εν λόγω ειδική ρύθμιση, η οποία εξυπηρετεί τον ως άνω λόγο γενικοτέρου κοινωνικού συμφέροντος, δεν συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση και ως εκ τούτου δεν δημιουργεί ανισότητα, ως μη προσκρούουσα στη συγκεκριμένη αρχή της ισότητας. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5335/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΠΑΠΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ