Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing and lack of legal standing against prosecutor's filing order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request for cassation against a first-instance conviction and a prosecutor's filing order. The appellant filed the appeal 20 months after the judgment was registered, missing the statutory deadline, and attempted to challenge a procedural act against which no appeal exists. The court ruled the appeal inadmissible because it was filed late without valid justification and targeted a decision lacking a legal remedy.
Legislator headnote
AI generatedArticles 463, 473, 476 of the Code of Criminal Procedure; An appeal is inadmissible if filed after the statutory period expires without valid force majeure justification or if directed against a decision for which no legal remedy is provided by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 929 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 929/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., η οποία δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 33217/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον....
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1605/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 46/19.1.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 5-6-2006 αίτηση αναιρέσεως, την οποία άσκησε ο δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Χορτάτος για λογαριασμό της κατηγορουμένης..., με την ιδιότητα του συνηγόρου της που είχε παραστεί στη συζήτηση της υποθέσεως και η οποία στρέφεται κατά της υπ΄αριθμ. 33217/28-2-2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και κατά της υπ΄αριθ. 100/10-3-2006 πράξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών περί θέσεως της σχετικής δικογραφίας στο Αρχείο υπό όρο κατ΄εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 παρ. 1,2 Ν.3346/2005, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον κατά αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, καθώς και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ.
ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος ρητά του δίνει αυτό το δικαίωμα. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη υπ΄αριθ. 33217/28-2-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως. Η απόφαση αυτή, όπως απαγγέλθηκε, υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως εκ μέρους της καταδικασθείσας κατηγορουμένης.
Για τον λόγο μάλιστα αυτό η τελευταία άσκησε εναντίον της την υπ΄αριθ. 3055/28-2-2005 έφεση. Πριν εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως αυτής, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε την υπ΄αριθ. 100/10-3-2006 πράξη του, με την οποία έθεσε τη δικογραφία στο Αρχείο, λόγω παραγραφής της ποινής υπό όρο, κατ΄εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 Ν.3346/2005.
Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφομένη κατά της ανωτέρω υπ΄αριθ. 33217/28-2-2005 πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ 1 Κ.Π.Δ. (ΑΠ 252/2001 Π.Χ. ΝΑ΄929). Περαιτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και για τον ακόλουθο, ισοτίμως επαγόμενο την ίδια έννομη συνέπεια, λόγο, ότι δηλαδή ασκήθηκε εκπροθέσμως.
Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη υπ΄αριθ. 33217/28-2-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη με παρούσα την αναιρεσείουσα, καταχωρήθηκε στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την 8-4-2005, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία με ίδια ημερομηνία βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα στο σώμα της αποφάσεως αυτής.
Παρά ταύτα όμως η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 5-6-2006, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 Κ.Π.Δ. δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εμπρόθεσμη άσκησή της.
Τέλος η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και κατά το μέρος αυτής, με το οποίο στρέφεται εναντίον της υπ΄αριθ. 100/10-3-2006 πράξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών περί θέσεως της σχετικής δικογραφίας υπό όρο, κατ΄εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 ν. 3346/2005, αφού κατά της πράξεως αυτής δεν προβλέπεται από το νόμο κανένα ένδικο μέσο.
Με τα δεδομένα αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 5-6-2006 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης..., κατά της υπ΄αριθ. 33217/28-2-2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και κατά της υπ΄αριθ. 100/10-3-2006 πράξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών περί θέσεως της σχετικής δικογραφίας στο Αρχείο υπό όρο, κατ΄εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 Ν.3346/2005. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην ανωτέρω αναιρεσείουσα ...
Αθήνα 4 Δεκεμβρίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον κατά αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, καθώς και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος ρητά του δίνει αυτό το δικαίωμα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη υπ΄αριθ. 33217/28-2-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση τριών (3) μηνών, με τριετή αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως. Η απόφαση αυτή, όπως απαγγέλθηκε, υπόκειται σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 489 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του Ν. 3160/2003, στο ένδικο μέσο της εφέσεως εκ μέρους της καταδικασθείσας κατηγορουμένης.
Για τον λόγο μάλιστα αυτό, η τελευταία άσκησε εναντίον της την υπ΄αριθ. 3055/28-2-2005 έφεση. Πριν εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως αυτής, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε την υπ΄αριθ. 100/10-3-2006 πράξη του, με την οποία έθεσε τη δικογραφία στο Αρχείο, λόγω παραγραφής της ποινής υπό όρο, κατ΄ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 Ν.3346/2005.
Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφομένη κατά της ανωτέρω υπ΄αριθ. 33217/28-2-2005 πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και για τον επαγόμενο την ίδια έννομη συνέπεια, λόγο, ότι δηλαδή ασκήθηκε εκπροθέσμως.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη υπ΄αριθ. 33217/28-2-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με παρούσα την αναιρεσείουσα, καταχωρίστηκε στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την 8-4-2005, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία με ίδια ημερομηνία βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα στο σώμα της αποφάσεως αυτής.
Παρά ταύτα, όμως, η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 5-6-2006, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εμπρόθεσμη άσκησή της.
Τέλος, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και κατά το μέρος αυτής, με το οποίο στρέφεται εναντίον της υπ΄αριθ. 100/10-3-2006 πράξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία τέθηκε η σχετική δικογραφία στο Αρχείο, λόγω παραγραφής της ποινής υπό όρο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 Ν. 3346/2005, αφού κατά της πράξεως αυτής δεν προβλέπεται από το νόμο κανένα ένδικο μέσο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουνίου 2006 αίτησης της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 33217/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 100/5476/2006 πράξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ