Supreme Court dismisses appeal on tort damages for lost poultry, upholding lower court's finding of negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment in a tort dispute involving the loss of poultry. The appellant claimed the defendant was negligent in guarding 2,200 turkeys, resulting in significant financial losses, while the defendant argued the loss was due to the appellant's own fault. The court found the lower court's decision correct because no objection regarding the appellant's lack of fault was raised during the appeal proceedings, rendering the duty to provide specific reasoning unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 652 of the Civil Code; If the appellant fails to raise an objection regarding the absence of fault during the appeal, the appellate court is not required to provide specific reasoning for the presumed fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 929 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 929/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Βλάχο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που
κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1253/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2307/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/11/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 22/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297, 299, 522 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση παραδεκτής εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αναβιώνει η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση.
Συνεπώς ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του, είτε με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον εναγόμενο. Η παραίτηση αυτή επάγεται την κατάργηση της δίκης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και την έμμεση άρση της ισχύος της πρωτόδικης αποφάσεως, εφόσον γίνει χωρίς αντίρρηση του εφεσιβλήτου, καθώς και όταν αυτός μεν αντιλέγει, αλλά δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον προς περάτωση της δίκης με έκδοση οριστικής αποφάσεως. Η κατά πιθανολόγηση κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη τέτοιου εννόμου συμφέροντος του αντιλέγοντος είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση εκκρεμοδικίας, που πρόβαλε ο αναιρεσείων, από προηγούμενη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και δέχθηκε ότι με την νέα (ένδικη) αγωγή του ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από την πρώτη αγωγή του και ότι τούτο είχε ως συνέπεια την κατάργηση της δίκης και το πέρας της εκκρεμοδικίας από εκείνη την αγωγή, η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, και ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει έφεση που εκκρεμούσε κατά το χρόνο που δηλώθηκε η παραίτηση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσείοντος και των προτάσεων αυτού στο Εφετείο προκύπτει ότι ο τελευταίος πρόβαλε μεν ένσταση εκκρεμοδικίας από την προηγούμενη αγωγή, όμως δεν πρόβαλε λόγους που να δικαιολογούν αντίρρησή του ως προς την παραίτηση του αντίδικού του από της προηγούμενης αγωγής και το έννομο συμφέρον του προς περάτωση της δίκης επί της πρώτης αγωγής με τελειωτική απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρ.562 παρ.2 ΚΠολΔ εκτός από τις αναφερόμενες εκεί εξαιρέσεις είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό μη νομίμως προταθέντα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, για να ιδρύει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της αγωγής λόγω αοριστίας της, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε η αοριστία αυτή στο Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρ. 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος εκπληρώνει πλημμελώς από δόλο ή αμέλεια τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την σύμβαση εργασίας, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εργοδότη για τη ζημιά που του προξένησε. Ο εργοδότης που αξιώνει αποζημίωση κατά του μισθωτού με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας οφείλει να επικαλεστεί την παράβαση της υποχρεώσεως του μισθωτού, τη ζημία του, ως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας. Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται, ούτως ώστε προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματός του και ειδικότερα ότι κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και στο βαθμό που όφειλε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652 παρ.2 ΑΚ. Επομένως αν δεν προβληθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός του εργαζομένου περί ελλείψεως πταίσματός του, το δικαστήριο δεν οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογίες που να θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του εργαζομένου προσδιορίζοντας και το βαθμό του πταίσματος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα. Ο αναιρεσίβλητος διατηρεί στο δημοτικό διαμέρισμα Ευαγγελισμού του δήμου Εγνατίας Θεσσαλονίκης επιχείρηση εκτροφής αναπαραγωγής και εμπορίας πτηνών γαλοπούλας. Για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του αυτής προσέλαβε την 21-2-2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διαρκείας τριών χρόνων τον αναιρεσείοντα για να εργασθεί ως εργάτης-φύλακας του πτηνοτροφείου με ειδικότερα καθήκοντα την επίβλεψη ταϊσματος και ποτίσματος των πτηνών, τη συλλογή και καταμέτρηση των αυγών και γενικότερα την φροντίδα και φύλαξη των πτηνών.
Κατά τη σύμβαση ο αναιρεσείων είχε την υποχρέωση να εργάζεται επί έξι ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ (8) ώρες την ημέρα με μηνιαίο μισθό 250.000 δρχ.. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε στον αναιρεσείοντα περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2000 για φροντίδα και φύλαξη 2.200 γαλοπούλες οι οποίες καταμετρήθηκαν από αμφοτέρους τους διαδίκους.
Στο τέλος Ιουνίου του ιδίου έτους καταμετρήθηκαν εκ νέου οι γαλοπούλες με την παρουσία αμφοτέρων των διαδίκων και διαπιστώθηκε ότι έλλειπαν 296 από αυτές. Ακολούθως τον Σεπτέμβριο του 2000 ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε στον αναιρεσείοντα 2.125 γαλοπούλες. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους που καταμετρήθηκαν οι γαλοπούλες διαπιστώθηκε ότι έλλειπαν 65 από αυτές.
Οι γαλοπούλες που εκτρέφει ο αναιρεσίβλητος είναι εντόπιας φυλής και τις προορίζει για ωοτοκία επί τρίμηνο, από τα αυγά δε που αποκομίζει κατά το τρίμηνο αυτό παράγει με εκκόλαψη νεοσσούς γαλοπούλας, τους οποίους πωλεί. Μετά την πάροδο του τριμήνου πωλεί και τις γαλοπούλες αναπαραγωγής προς σφαγή. Κάθε γαλοπούλα μετά το τρίμηνο της ωοτοκίας ζυγίζει περίπου έξι (6) κιλά και πωλείται προς 24,65 ευρώ το κιλό. 'Ετσι οι 361 γαλοπούλες, που από αμέλεια του αναιρεσείοντος απωλέσθηκαν, αξίζουν 8.898,65 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε ο αναιρεσίβλητος.
Κατά το τρίμηνο της ωοτοκίας κάθε γαλοπούλα γεννάει κατά μέσο όρο 90 αυγά τα οποία εκκολάπτονται με ποσοστό επιτυχίας 80%, δηλαδή από κάθε γαλοπούλα παράγονται 72 νεοσσοί, οι οποίοι πωλούνται προς 1,76 ευρώ ο καθένας. 'Ετσι ο αναιρεσίβλητος από την απώλεια των 361 πτηνών στερήθηκε εισόδημα 45.745,92 ευρώ, το οποίο μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε αν δεν είχαν απωλεσθεί τα ανωτέρω πτηνά.
Δηλαδή συνολικά από αμέλεια του αναιρεσείοντος ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημιά 54.635,57 ευρώ, ποσό το οποίο και πρέπει να του καταβάλει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την έφεση του αναιρεσείοντος και τις προτάσεις του στο Εφετείο, ο τελευταίος, ο οποίος είχε δικαστεί ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν πρόβαλε ισχυρισμό περί ελλείψεως υπαιτιότητός του.
Επομένως το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 648 και 652 ΑΚ, καθόσον, αφού δεν προβλήθηκε ένσταση ελλείψεως υπαιτιότητος, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κατά νόμο τεκμαιρόμενη υπαιτιότητα του αναιρεσείοντα σχετικά με την επί έλαττον παράδοση των ανατεθέντων σ' αυτόν προς φύλαξη πτηνών.
Κατά συνέπεια οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου στηρίζεται στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2004 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της 2307/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ