Supreme Court dismisses appeal on will validity, citing no substantive law violation or contradictory rulings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding the validity of a handwritten will. The appellants argued for a violation of substantive law and contradictory rulings, but the court found their arguments based on the testator's education and a prior criminal judgment were merely narrative rather than interpretative. Consequently, the court ruled that no substantive legal rule was violated and the appeal was without merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1712 and 1721 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 17 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on violation of substantive law fails if the lower court's factual findings do not reveal a misapplication of law, and an appeal based on contradictory rulings fails if no actual contradiction exists in the operative part of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 928 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 928/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη -εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Απριλίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Σ. Π., κατοίκου ..., 2.Μ. χας Κ. Μ., το γένος Ε. Α., κατοίκου ..., 3.Κ. Μ. του Κ., συζ. Χ. Σ., κατοίκου ..., 4.Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5.Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 6. Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βαλαβάνη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 45/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1712 και 1721 ΑΚ προκύπτει ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, μπορεί να συνταχθεί και με τον τύπο επιστολής προς τον τετιμημένο ή τρίτο, αρκεί στο περιεχόμενό της να εκφράζεται η οριστική βούληση του συντάκτη της ως προς τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του μετά θάνατο, η κρίση δε για την ύπαρξη ή μη τέτοιας πραγματικής βούλησης εξαρτάται προεχόντως από την εκτίμηση του περιεχομένου της επιστολής και, σε περίπτωση αδυναμίας τέτοιας κρίσης, από τη στάθμιση των ειδικών συνθηκών στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 497/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΟΛΑΠ 26/2004, ΑΠ 529/2017).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό 225/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Χανίων, νομίμως μεταγεγραμμένη....., πιστοποιήθηκε ότι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Μ. Μ. (πατέρα του ενάγοντος) στην καταληφθείσα από τον τελευταίο περιουσία είναι η Κ.
χήρα Γ. Μ. (μητέρα του ενάγοντος) σε ποσοστό 1/4 ή 4/16 και τα τέκνα του σε ποσοστό 3/16 έκαστο εξ αυτών ήτοι. 1. ο Κ. Μ. Μ. του Γ. (σύζυγος της πρώτης των προσθέτων παρεμβαινόντων και πατέρας των λοιπών εξ αυτών), 2. η Α. Μ. Μ. του Γ., 3. Μ. Μ. Μ. του Γ., και 4. ο Ε. Μ. Μ. του Γ. και ήδη ενάγων. Ακολούθως, οι τελευταίοι δυνάμει της με αριθμό ...11.7.1963 διανομής κληρονομίας της τότε συμβολαιογράφου Χανίων Α.
Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης...... καθώς και της με αριθμό ...15.1.1970 μερικής διανομής ακινήτων της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης......, διένειμαν κάποια από τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στην κληρονομιαία περιουσία του ως άνω αποβιώσαντος Γ. Μ. Μ.. Μεταξύ δε αυτών είναι και ένα αγροτεμάχιο που κατά τους ως άνω τίτλους βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...
επί της οδού Χανίων-Σούδας, αποτυπώνεται δε στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Γ., που συναρτάται στην ως άνω με αριθμό ...15.1.1970 μερική διανομή ακινήτων της τότε συμβολαιογράφου Χανίων Α. Κ. με στοιχεία..., συνορεύει δε....... Δυνάμει των ως άνω συμβολαίων διανομής, η πρώτη των προσθέτως παρεμβαινόντων, ο ενάγων και ο Κ.
Μ. Μ. του Γ. κατέστησαν συγκύριοι η μεν πρώτη των προσθέτως παρεμβαινόντων σε ποσοστό 5/13 (ή 10/26) εξ αδιαιρέτου, ο δε ενάγων και ο Κ. Μ. Μ. του Γ. σε ποσοστό 4/13 (ή 8/26) καθένας εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου. Ακολούθως, η πρώτη των προσθέτως παρεμβαινόντων με τα με αριθμούς ...11.2.1970 πωλητήρια συμβόλαια ιδανικού μεριδίου με παρακράτηση της επικαρπίας ισοβίως της τότε συμβολαιογράφου Χανίων Α.
Κ., νομίμως μεταγεγραμμένων......, μεταβίβασε λόγω πώλησης αντιστοίχως στον Κ. Μ. Μ. του Γ. και στον ενάγοντα και σε καθένα εξ αυτών το ήμισυ του ποσοστού της των 5/13 ή 10/26 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, ώστε τελικώς ο ενάγων και ο Κ. Μ. Μ. του Γ. κατέστησαν συγκύριοι επί του ακινήτου αυτού σε ποσοστό 13/26 εξ αδιαιρέτου έκαστος μετά και το μη αμφισβητούμενο θάνατο της Κ.
χήρας Γ. Μ.. Το επίδικο αγροτεμάχιο εμβαδού 4.095,75 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου Ελευθερίου Βενιζέλου Περιφερειακής Ενότητας Χανίων και στην ειδικότερη θέση ... εκτός του σχεδίου πόλεως και φέρει ΚΑΕΚ....... αποτελεί τμήμα του ως άνω ακινήτου. Αποτυπώνεται δε στο από 3.1.2007 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος σε συνδυασμό με το από....
τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Σ. και στο από.... τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ.. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο Κ. Μ. Μ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε την 24.1.1996, με την από 2.2.1984 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το με αριθμό 480/30.9.2004 πρακτικό αυτού του Δικαστηρίου, τον εγκατέστησε κληρονόμο επί ποσοστού 5/26 εξ αδιαιρέτου στο ως άνω με ΚΑΕΚ....
αγροτεμάχιο. Την επαχθείσα δε αυτή κληρονομία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αποδέχθηκε με την με αριθμό ...12.2005 έκθεση αποδοχής κληρονομίας, νομίμως μεταγεγραμμένης..... κι εντεύθεν κατά τους ισχυρισμούς του ο ενάγων κατέστη τελικά συγκύριος σε ποσοστό 18/26 εξ αδιαιρέτου στο ως άνω ακίνητο. Η επικαλούμενη από τον ενάγοντα από 2-2-1984 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος αδελφού του Κ.
Μ. τιτλοφορείται "ιδιόχειρος επιστολή" και το περιεχόμενό της είναι επί λέξει το ακόλουθο: "Εγώ ο Μ. Κ. οδοντίατρος επιθυμώ και επειδή υπάρχουν λόγοι να μη μπορώ να συντάξω συμβόλαιο εις το ... υπάρχει εξοχική κατοικία δυόροφος να ανήκει εις το αδελφό μου Μ. Μ. αφού άλλωστε την έκτισε με δικά του χρήματα ο (1) πρώτος όροφος και εκτός αυτού συνέβαλε δια προσωπικής εργασίας, 2) εις την περιοχή Σούδας υπάρχει αγρόκτημα 9 περίπου στρεμμάτων εξ αδιανέμητου με την μητέρα μου Κ.
Μ. το μισό από το μερίδιο της μητέρας μας ανήκει εις εμένα ως φυσικός κληρονόμος (υπάρχει συμβόλαιο). Επιθυμώ και δωρίζω εις τον αδελφό μου Μ. διότι διαφορετικά τον θεωρώ αδικημένο όλα αυτά είναι επιθυμία μου και όποιος από τους κληρονόμους μου το διεκδικήσει να έχει το βάρος της ψυχής μου. Αντίγραφο υπάρχει καταθεμένο εις τον δικηγόρο Μ.
Π.". Η ιδιόχειρη αυτή επιστολή, όπως αποκαλείται από τον συντάκτη της, έχει γραφεί καθ' ολοκληρία με το χέρι του, έχει υπογραφεί και χρονολογηθεί απ' αυτόν, αποτελεί ιδιόγραφη διαθήκη του Κ. Μ., καθόσον από το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει με σαφήνεια η πρόθεση αυτού να ρυθμίσει την περιουσία του για τον χρόνο μετά το θάνατό του, τόσο για τα αναφερόμενα σ' αυτήν δύο ακίνητα, όσο και για την εγκατάσταση του ενάγοντος στην κληρονομία του αυτή.
Ειδικότερα, από τη φράση "...επιθυμώ και επειδή υπάρχουν λόγοι να μην μπορώ να συντάξω συμβόλαιο..." συνάγεται με σαφήνεια ότι η βούληση του διαθέτη ήταν να διαθέσει τα δύο αναφερόμενα σ' αυτήν ακίνητα για τον χρόνο μετά το θάνατό του. Από τη φράση "... να ανήκει στον αδελφό μου Μ. Μ. .." συνάγεται με σαφήνεια ότι η βούληση του διαθέτη ήταν να εγκαταστήσει τον ενάγοντα κληρονόμο στα αναφερόμενα σ' αυτήν δύο ακίνητα.
Από τη φράση "... όλα αυτά είναι επιθυμία μου και όποιος από τους κληρονόμους μου το διεκδικήσει να έχει το βάρος της ψυχής μου ..." προκύπτει με σαφήνεια η βούληση του διαθέτη να περιέλθουν στον αδελφό του τα δύο αναφερόμενα ακίνητα για το χρόνο μετά το θάνατό του. Η παραπάνω βούληση του διαθέτη συνάγεται ακόμα από το γεγονός ότι το πρωτότυπο της διαθήκης αυτής παρέδωσε στον ενάγοντα αδελφό του και αντίγραφό της κατέθεσε στον δικηγόρο Χανίων Μ.
Π. (εκ παραδρομής αναφέρεται Μ.).
Συνεπώς η από 2-2-1984 επιστολή του αποβιώσαντος αδελφού του ενάγοντος αποτελεί έγκυρη διαθήκη. Αντίθετο συμπέρασμα δεν προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση αυτής και ειδικότερα από τον τίτλο αυτής "ιδιόχειρη επιστολή" και από τη λέξη "δωρίζω" αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να συνταχθεί και με τον τύπο επιστολής, ενώ η χρήση της λέξης "δωρίζω" αντί της λέξης "εγκαθιστώ" δεν έχει νομική επιρροή, διότι ο νομικός χαρακτηρισμός στον οποίο προβαίνει ο διαθέτης ενδέχεται να είναι εσφαλμένος και σημασία έχει μόνο το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη και όχι η διατύπωσή της.
Εν προκειμένω ο ως άνω διαθέτης είχε πανεπιστημιακή και κοινωνική μόρφωση, στερείτο όμως νομικής μόρφωσης, αφού ήταν οδοντίατρος και δεν είχε γνώση των νομικών όρων ώστε να εκφραστεί νομικά. Το γεγονός ότι πρόκειται για ιδιόγραφη διαθήκη έγινε δεκτό και με την με αριθ. 1036/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος της ψευδορκίας.
Η ποινική αυτή απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο, συνεκτιμάται όμως με το όλο υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο ισχυρισμός του εναγομένου και των προσθέτως παρεμβαινόντων ότι ο αποβιώσας αδελφός του ενάγοντος με την ως άνω ιδιόχειρη επιστολή του επιχείρησε ενόψει της συγκυριότητας που είχε με τον ενάγοντα στα αναφερόμενα σ' αυτήν δύο ακίνητα να διασφαλίσει τον τελευταίο από πράξεις ενδεχόμενης εκτέλεσης από τράπεζα που είχε λάβει συγγενής του και είχε υπογράψει ως εγγυητής, είναι αβάσιμος, διότι το μεν ακίνητο στα ...
δεν είχε κανένα βάρος ενώ το άλλο στον ... ήταν βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης 30.000.000 δρχ., η εξυπηρέτηση όμως της οφειλής γινόταν κανονικά. Ο άλλος ισχυρισμός του εναγόμενου και των προσθέτως παρεμβαινόντων ότι ο ενάγων δεν θεωρούσε την ως άνω επιστολή του αδελφού του ως διαθήκη και για το λόγο αυτό δεν προέβη σε δημοσίευση αυτής αμέσως μετά το θάνατο του αδελφού του (24-1-1996) αλλά το 2004 είναι αβάσιμος, διότι αποδείχθηκε ότι όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω διαθέτη έλαβαν γνώση της επίδικης διαθήκης αμέσως μετά το θάνατο του διαθέτη, καθώς ο ίδιος ο ενάγων παρέδωσε φωτοτυπία αυτής στη χήρα του διαθέτη, είχαν δε συμφωνήσει όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη με τον ενάγοντα να μην προβεί ο τελευταίος στη δημοσίευσή της προκειμένου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι να του καταβάλουν την αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού (5/2ό) που του άφησε ο αποβιώσας αδελφός του.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω ο ενάγων απέκτησε και ποσοστό 5/26 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής εκ διαθήκης από τον αποβιώσαντα την 24-1-1996 αδελφό του Κ. Μ., αφού όπως ορίζει ο τελευταίος στη διαθήκη του το μισό από το μερίδιο της μητέρας του ανήκει σ' αυτόν και επιθυμεί και δωρίζει στον αδελφό του Μ., η δε μητέρα τους Κ.
Μ. είχε τα 10/26 εξ αδιαιρέτου και από το ποσοστό αυτό το μισό ήτοι 5/26 μεταβίβασε με το με αρ. ...1970 στον διαθέτη, ο οποίος στη συνέχεια με τη διαθήκη το άφησε στον ενάγοντα. Επομένως ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος των 18/26 ποσοστών εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, αφού, όπως προαναφέρθηκε τα 8/26 εξ αδιαιρέτου απέκτησε από κληρονομία του πατέρα του, τα 5/26 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τη μητέρα του Κ.
και τα λοιπά 5/26 εξ αδιαιρέτου από την παραπάνω κληρονομία του αδελφού του Κ. Μ., με βάση την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του ως άνω διαθέτη Κ. Μ. οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του-προσθέτως παρεμβαίνοντες απεδέχθησαν την επαχθείσα κληρονομία, με τη με αριθ. ...2001 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χανίων Β.
Μ.-Λ., στην οποία συμπεριέλαβαν και το επίδικο ποσοστό 5/26 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου. Ειδικότερα απεδέχθησαν και μάλιστα με το ευεργέτημα της απογραφής το 1/2 (ή 13/26) εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου, ως ανήκον στον ανωτέρω αποβιώσαντα αδελφό του ενάγοντος, ο οποίος όμως τα 5/26 κατέλειπε στον ενάγοντα με την ως άνω διαθήκη του και αντικείμενο της κληρονομίας του ήταν μόνο τα 8/26 εξ αδιαιρέτου.
Στη συνέχεια το ποσοστό αυτό (1/2 ή 13/26 εξ αδιαιρέτου) πώλησαν στον εναγόμενο με το με αριθ. ...2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Μετά την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού ο ενάγων προχώρησε στη δημοσίευση στις 30-9-2004 της από 2-2-1984 διαθήκης του αποβιώσαντος αδελφού του. Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ανωτέρω απαβιώσαντος-προσθέτως παρεμβαίνοντες απεδέχθησαν και πώλησαν στον εναγόμενο κατά τα 5/26 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, χωρίς να έχουν αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας στο ποσοστό αυτό, διότι το ποσοστό αυτό το κατέλειπε στον ενάγοντα ο αποβιώσας αδελφός του.
Αντίθετα κύριος του ποσοστού αυτού κατέστη ο ενάγων από του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου αδελφού του με την προαναφερθείσα με αριθ….2005 αποδοχή κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Συνεπώς η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο ποσοστού 5/26 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει του με αριθ. ...2002 συμβολαίου είναι ουσιαστικά αβάσιμη". Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, εφόσον τούτο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, ότι υφίστατο η οποιαδήποτε αμφιβολία ή κενό στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, η οποία ήταν πλήρης και σαφής και δεν είχε ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή του σ' αυτόν, οι δε αναφορές του στην πανεπιστημιακή μόρφωση του διαθέτη και στην υπ' αριθ. 1036/2013 ποινική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης είχαν διηγηματικό και όχι ερμηνευτικό της βουλήσεως του διαθέτη χαρακτήρα.
Συνεπώς οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξ αιτίας της, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Α.Π. 867/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, χωρίς να επικαλούνται αντίφαση μεταξύ διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχουσα στο διατακτικό της. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 1 και 3, 82, 83, 84 και 85 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη υπέρ κυρίου διαδίκου παρέμβαση, εκούσια ή προκαλούμενη μετά από σχετική προσεπίκληση, με την οποία εκδηλώνεται η υποστήριξη από τον παρεμβαίνοντα τρίτον κάποιου εκ των διαδίκων, με αίτημα να νικήσει στη δίκη ο υπέρ ού η παρέμβαση, έχει παρακολουθηματικό του κυρίου δικογράφου χαρακτήρα και επομένως, στη μεν περίπτωση απόρριψης της αγωγής ή της έφεσης, απορρίπτεται και η πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος ή του εκκαλούντος παρέμβαση, στη δε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή ή η έφεση, απορρίπτεται η πρόσθετη υπέρ του εναγομένου ή του εφεσιβλήτου παρέμβαση, χωρίς ανάγκη διατύπωσης στην απόφαση περαιτέρω νομικής σκέψης και ιδιαίτερης αιτιολογίας. Ως εκ τούτου, ο τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την πρόσθετη υπέρ του εναγομένου-πρώτου αναιρεσείοντος παρέμβαση των υπολοίπων αναιρεσειόντων, χωρίς καμία άλλη αιτιολογία, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2017 αίτηση των Σ. Π., Μ. χήρας Κ. Μ.., Κ. Κ. Μ., Ε. Κ. Μ.., Γ. Κ. Μ. και Ε. Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ