Legislator Case Law & Legislation
928/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against termination compensation ruling for employee of private legal entity.

Case Number 928/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a lower court ruling regarding termination compensation. The court found the statutory provision cited by the appellant was repealed and inapplicable because the employer had existed as a private legal entity since 1973 without undergoing a dissolution and re-formation process. Consequently, the court rejected the constitutional equality argument as inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 5 para. 4 of Law 435/1976; Art. 30 of Law 2556/1997: The provision granting reduced termination compensation to employees of public transport companies is repealed and inapplicable to entities that existed as private legal persons prior to the law's enactment, as they do not meet the specific conditions of the statute.

Keywords

AI generated
termination compensation private legal entity statutory repeal constitutional equality appeal dismissal legal costs employment law

Cited Legislation

AI generated
Art. 5 para. 4 of Law 435/1976
Art. 30 of Law 2556/1997
Art. 4 of Law 102/1973
Art. 3 para. 1 of Law 2963/2001
Art. 4 para. 1 of the Constitution
Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 928 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 928/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λαζαράτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τριανταφύλλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1/7/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3789/1957, και ορίσθηκε ότι: "Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού Οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρώσι είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου.

Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.Δ. 3198/1955, ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη και του Β.Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του Ν.2112 περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν".

Περαιτέρω με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου του Ν. 435/1976, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 549/1977, ορίσθηκε ότι: "Υπάλληλοι ανωνύμων εταιριών διατελέσαντες ιδρυτικά μέλη και μέτοχοι αυτών εργαζόμενοι δε παρ’ αυταίς ως υπάλληλοι από της ιδρύσεως των εταιρειών τούτων, απολυθέντες από 23.7.74 μέχρι σήμερον ή απολυόμενοι εφεξής δικαιούνται της πλήρους αποζημιώσεως του Ν. 2112, ως ούτος τροποποιηθείς και συμπληρωθείς ισχύει νυν".

Από τον συνδυασμό των παρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι υπάλληλοι των ανωνύμων εταιριών που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην τελευταία διάταξη (παρ. 4) δικαιούνται να λάβουν πλήρη την αποζημίωση του Νόμου 2112/1920, όταν αποχωρούν ή απομακρύνονται από τον εργοδότη τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της πρώτης παραγράφου.

Όπως συνάγεται και από τις συζητήσεις που έγιναν στην Βουλή κατά την ψήφιση του ανωτέρω Νόμου (η διάταξη της ανωτέρω παραγράφου τέσσερα προστέθηκε με τροπολογία και συνεπώς δεν ασχολείται με αυτή η εισηγητική έκθεση), η εξαίρεση υπό τον περιορισμό της αποζημίωσης των μισθωτών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 αφορά τους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους υπαλλήλους κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.

Άλλωστε εάν η παράγραφος 4 εφαρμοζόταν μόνον ως προς την καταγγελία κατ’ εφαρμογή των γενικών διατάξεων και όχι της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου, τότε θα ήταν περιττή, αφού οπωσδήποτε οι μισθωτοί που ήσαν συγχρόνως ιδρυτές και μέτοχοι ανώνυμης εταιρείας θα εδικαιούντο απολυόμενοι της πλήρους αποζημίωσης κατ’ εφαρμογή των λοιπών αναφερομένων διατάξεων του Ν.2112/1920 και του Ν. 3198/1955 και δεν θα ετίθετο θέμα περιορισμού αυτής, εκτός μόνον κατ’ εφαρμογή της ως άνω πρώτης παραγράφου (ΑΠ 617/1988).

Ως "πλήρης" αποζημίωση κατά την έννοια της ως άνω παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν. 435/1976 νοείται εκείνη που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 εδ. α του ιδίου Νόμου και των άρθρων 5 παρ.1 και 3 του Ν. 3198/1955, και όχι η προβλεπομένη στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου μειωμένη στο 40% ή στο 50% της πλήρους αποζημίωση για τους επικουρικά ασφαλισμένους και μη επικουρικά ασφαλισμένους μισθωτούς αντίστοιχα, χωρίς όμως τους περιορισμούς ως προς το ανώτατο ύψος αυτής του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967.

Και τούτο διότι το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 5 παρ.4 του Ν. 435/1976 και του άρθρου 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 είναι όλως διαφορετικό, αφού η πρώτη αναφέρεται σε υπαλλήλους ανωνύμων εταιρειών που διετέλεσαν ιδρυτικά μέλη και μέτοχοι αυτών και εργάζονται από την ίδρυση αυτών, ανεξαρτήτως του τομέα στον οποίο δραστηριοποιούνται οι ανώνυμες αυτές εταιρείες, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στο περιορισμό του ύψους της αποζημίωσης καταγγελίας που οφείλει το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, οι Τράπεζες, οι Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας ή οι επιχειρήσεις που επιχορηγούνται από το Κράτος και που ήδη ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρο 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003), ανεξαρτήτως της νομικής μορφής των επιχειρήσεων αυτών και αδιαφόρως της τυχόν ιδιότητας των εργαζομένων ως ιδρυτικών μελών ή μετόχων από την ίδρυση των εν λόγω επιχειρήσεων, εφόσον αυτές λειτουργούν υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας.

Συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε περί σιωπηρής κατάργησης της ως άνω παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν. 435/1976 με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2556/1997, με την οποία καταργήθηκε ο προβλεπόμενος από τον ΑΝ. 173/1967 περιορισμός του ύψους της αποζημίωσης για τους απολυόμενους ή αποχωρούντες, λόγω συνταξιοδότησης, εργαζομένους στα αστικά και υπεραστικά ΚΤΕΛ.

Περαιτέρω ως "ίδρυση" της ανώνυμης εταιρείας νοείται η πραγματική συγκρότηση και έναρξη λειτουργίας αυτής, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της ανακοίνωσης περί καταχώρισης αυτής στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών που έχει δηλωτικό χαρακτήρα, είναι δε αδιάφορο εάν κατά το προηγούμενο της ιδρύσεώς της χρονικό διάστημα η επιχείρηση αυτή δραστηριοποιείτο στον ίδιο τομέα δραστηριότητας υπό διαφορετική νομική μορφή (σχετ.

ΑΠ 617/1988).

Συνεπώς όταν, συντρεχουσών των λοιπών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 Ν 435/1976, "απομακρύνεται", δηλαδή απολύεται, (μετά την 23-7-1974) κάποιος μισθωτός, ο οποίος εργαζόταν συνεχώς σε ανώνυμη εταιρεία ως υπάλληλος από την ίδρυσή της και ήταν συγχρόνως ιδρυτικό μέλος και μέτοχός της, ο υπάλληλος ούτος, ο οποίος αλλιώς θα εδικαιούτο μόνο το 50% ή 40% της αποζημίωσης, δικαιούται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 4 του ιδίου νόμου, ολόκληρη την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 χωρίς δηλαδή τον περιορισμό από την ανωτέρω διάταξη της παρ.1 (ΑΠ 617/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση, ύστερα από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ότι ο εφεσίβλητος [ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος] συνήψε στις 24.4.1978 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον νόμιμο εκπρόσωπο του πρώην νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων (Υπεραστικών) ..." και με το διακριτικό τίτλο "Υπεραστικό ..." και προσλήφθηκε από αυτό ως εισπράκτορας, ενώ στη συνέχεια παρείχε την εργασία του σε αυτό, ως εκδότης εισιτηρίων.

Ότι στις 7.3.2003, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ανωτέρω νομικού προσώπου υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.10 Ν. 2963/2001, η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία [εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία], δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία αυτή καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Ιωαννίνων η εκκαλούσα με αριθμό μητρώου ..., όπως και η 776/7.3.2003 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων, με την οποία δόθηκε άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της, όπως αυτό καταρτίσθηκε με την ...19.1.2003 πράξη του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π.

Κ., με το οποίο επίσης συμφωνήθηκε η μετατροπή του ανωτέρω νομικού προσώπου σε ανώνυμη εταιρεία. Ότι η ανακοίνωση καταχώρισης στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών έγινε στο ΦΕΚ 5058/13.6.2003 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Ότι από την έναρξη λειτουργίας της εκκαλούσας εταιρείας, ο εφεσίβλητος συνέχισε να παρέχει την εργασία του σε αυτήν ως εκδότης εισιτηρίων, ενώ συγχρόνως αποτελούσε ιδρυτικό μέλος και μέτοχος αυτής και ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ανωτέρω ...19.1.2003 συμβολαιογραφική πράξη, ο εφεσίβλητος, ως ιδιοκτήτης κατά 100% του με αριθμό κυκλοφορίας ...

λεωφορείου, υπέγραψε τη πράξη αυτή με την οποία συστάθηκε η εκκαλούσα, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο, ποσού 2.280.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 152.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 15 ευρώ η κάθε μία, καταβλήθηκε και καλύφθηκε από τους συμβαλλομένους ιδιοκτήτες των λεωφορείων με εισφορά σε είδος, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εφεσίβλητος, ο οποίος κάλυψε 1.000 ονομαστικές μετοχές, συνολικής αξίας 15.000 ευρώ.

Ότι ο εφεσίβλητος υπέβαλε στην εκκαλούσα την από 10.5.2011 αίτησή του, με την οποία της γνωστοποίησε ότι έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής του και ζήτησε για το λόγο αυτό να εγκριθεί η αποχώρησή του από την εργασία του στις 13.5.2011. Ότι με βάση την αίτηση αυτή η εκκαλούσα, με την από 13.5.2011 καταγγελία της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εφεσίβλητου λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για την πλήρη συνταξιοδότησή του.

Ότι συγχρόνως με την καταγγελία η εκκαλούσα του κατέβαλε και την αποζημίωση απόλυσης, ποσού 40.454,06 ευρώ, τις οποίες υπολόγισε στο 40% της πλήρους αποζημίωσης με βάση τις μεικτές αποδοχές αυτού κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του και του από 33 έτη συνολικού χρονικού διαστήματος της εργασίας του στην εκκαλούσα, δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος ήταν επικουρικά ασφαλισμένος στο Ειδικό Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) του ΙΚΑ.

Ότι τα ανωτέρω συνομολογούνται από την εκκαλούσα, ενώ το ποσό της αποζημίωσης προκύπτει από το έγγραφο της καταγγελίας. Ότι, εφόσον ο εφεσίβλητος εργαζόταν στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία από την ίδρυσή της και ήταν συγχρόνως ιδρυτικό μέλος και μέτοχος αυτής, δικαιούτο να λάβει ολόκληρη την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.4 του Ν. 435/1976, χωρίς δηλαδή τους περιορισμούς του άρθρου 8 εδ.

β του Ν. 3198/1955, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 101.135,16 ευρώ και κατά συνέπεια δικαιούται της διαφοράς από 60.681,10 ευρώ. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο την ανωτέρω από 60.681,10 ευρώ διαφορά της αποζημίωσης απόλυσης αυτού, λόγω συνταξιοδότησης.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και στη συνέχεια εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του Ν. 435/1976 σε συνδυασμό με εκείνη της παρ.1 του ιδίου άρθρου, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο β του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, και με εκείνες του Ν.2112/1920 και δεν παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967 και 30 του Ν. 2556/1997 που δεν ήταν εφαρμοστέες στη προκειμένη περίπτωση.

Επομένως οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.4 του Ν. 435/1976 και της παρά το νόμο μη εφαρμογής του άρθρου 30 του Ν.2556/1997, το μεν διότι η διάταξη αυτή έχει την έννοια της καταβολής της προβλεπομένης από το άρθρο 8 εδ.

β του Ν. 3198/1955 μειωμένης στο 40 % ή στο 50% αποζημίωσης, χωρίς όμως τους περιορισμούς του από το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 ανωτάτου ορίου αυτής, ήδη δε αυτή καταργήθηκε σιωπηρώς με το άρθρο 30 του Ν.2556/1997, με το οποίο καταργήθηκε ο σχετικός από τον ΑΝ 173/1967 περιορισμός για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ, το δε διότι η διάταξη αυτή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση, αφού το ...

είχε συσταθεί και λειτουργούσε ήδη ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου από το έτος 1973 σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.Δ/τος 102/1973, οπότε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν είχε εισέτι προσληφθεί, στη συνέχεια δε το έτος 2003 απλά άλλαξε την νομική του μορφή και μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, κατ’ εφαρμογή της δυνατότητας που παρείχε η διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Ν.2963/2001, χωρίς να προηγηθεί στάδιο λύσης και εκκαθάρισης του παλαιού ΝΠΙΔ και ίδρυση νέου νομικού προσώπου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον τρίτο και τελευταίο επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του Ν. 435/1976, παρόλο που η σχετική ρύθμιση ως εκ του περιεχομένου της αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, διότι περιορίζει το εύρος εφαρμογής της μόνο σε εργαζομένους ανωνύμων εταιρειών που είναι συγχρόνως ιδρυτικά μέλη και μέτοχοι αυτών και αποκλείει υπαλλήλους που είναι ιδρυτικά μέλη και εταίροι άλλων μορφών εταιρειών, όπως οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι ομόρρυθμες εταιρείες κλπ, αν και ισχύει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, εισάγοντας έτσι δυσμενή μεταχείριση για τις ανώνυμες εταιρείες.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον, όπως ορθώς κρίθηκε και από τη προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε τον περί αντισυνταγματικότητας σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, αφού τυχόν παραδοχή περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης αυτής για τους επικαλούμενους στο σχετικό ισχυρισμό λόγους, θα είχε ως συνέπεια την επέκταση της ρύθμισης αυτής και στους υπαλλήλους άλλων μορφών εταιρειών, που ήσαν συγχρόνως ιδρυτικά μέλη και εταίροι αυτών και κατ’ ουδέν θα ωφελούσε την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτής (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2016 και με αριθ. κατάθ. ...7.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 70/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ