Supreme Court dismisses appeal on inadmissible and irrelevant grounds regarding land division in Greece.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision denying vertical ownership division of a shared property. The appellant argued the appellate court erred by rejecting his claim as inadmissible and failed to consider his argument for lawful division. The court ruled these grounds were irrelevant because the lower court had already explicitly rejected the claim based on the property's agricultural nature and location outside the urban plan.
Legislator headnote
AI generatedArticles 480A' and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the challenged decision already rejected the contested claim, and irrelevant if the lower court addressed the opposing argument and dismissed it substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 928 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 928/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Διβανίδου-Βράκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 475/2006 μη οριστική, 229/2008 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2009 αίτησή του και με τους από 23-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 480Α' του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκαν με εκείνες του άρθρου 11 του ν.1562/1985, από τις οποίες η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.2207/1994 και ήδη ισχύει: "1. Κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.
Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων ... . 2. Αν πρόκειται για οικόπεδο ακάλυπτο και οικοδομήσιμο και η αυτούσια διαίρεσή του είναι ανέφικτη, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως". Κατά την αληθινή έννοια των αμέσως πιο πάνω διατάξεων, σε συνδυασμό ερμηνευομένων και εφαρμοζομένων ενόψει και του σκοπού για τον οποίο τέθηκαν ως νέο δίκαιο, είναι επιτρεπτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον όλων των συγκυρίων, η αυτούσια διανομή οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές, καθώς και ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, με τη σύσταση μεν χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, στην πρώτη περίπτωση, με τη σύσταση δε χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, στη δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971 και υπό την επιφύλαξη πάντοτε των πολεοδομικών διατάξεων.
Με τα δεδομένα αυτά, αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας σε μέλλουσα να ανεγερθεί σ' αυτό οικοδομή, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους συγκοινωνούς δεν είναι νόμω δυνατή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 800 ΑΚ, 480 παρ.1, 480Α και 481 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, προκύπτει, ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του προδήλως δυνατού, αδυνάτου ή ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψης νόμιμης βάσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1β' και 19 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες ενός αγρού, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στην οποία περιήλθε δυνάμει του .../28-9-1999 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δράμας Ιωάννου Φουτσιτζή, που μεταγράφηκε νόμιμα, και κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, στον οποίο περιήλθε δυνάμει του .../6-10-07 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δράμας Παύλου Παυλίδη, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα.
Ο αγρός αυτός με αριθμό τεμαχίου 253 Β κατηγορίας, έχει έκταση 10.930 τ.μ., βρίσκεται στην περιοχή Μαυροβάτου Δράμας και παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον αρχικό δικαιοπάροχο των διαδίκων Δ. Ν., κατά τη διανομή του αγροκτήματος της κτηματικής περιοχής Μαυρόβατου Ν. Δράμας έτους 1928, προς αγροτική του αποκατάσταση και εκδόθηκε ο 17864/17-11-1976 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Δράμας, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ο αναιρεσείων ανήγειρε επί του ανωτέρω ακινήτου και στο μέσον της νοτιοανατολικής πλευράς αυτού μία διώροφη κατοικία, συνολικού εμβαδού 215,92 τ.μ., την οποία έχει περιφράξει με τσιμεντένιο τοιχίο ύψους 30 εκ., πάνω στο οποίο έχει τοποθετήσει κάγκελα σε μήκος 49 μ. επί της ανατολικής πλευράς της οικίας και δύο καγκελόπορτες, αρνείται δε να συναινέσει στην εξώδικη διανομή.
Το ακίνητο αυτό, αφού αποτελεί αγροτικό κλήρο, δεν μπορεί να διαιρεθεί σε δύο αυτούσια τμήματα, διότι απαγορεύεται η κατάτμησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ο αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρίστηκε, ότι κατέχει από το έτος 1977 τα 3/4 του ακινήτου προς νότο και η αναιρεσίβλητη από το έτος 1999 το 1/4 προς βορρά.
Περαιτέρω ισχυρίστηκε, ότι τα όρια αυτά είχαν καθοριστεί πριν από το έτος 1977 και ότι ο ίδιος ανήγειρε ισόγεια οικοδομή το έτος 1978, την οποία επεξέτεινε καθ' ύψος το έτος 2.000, κατασκευάζοντας πρώτο όροφο. Υπέβαλε ακολούθως το αίτημα να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του ακινήτου με τη διαίρεσή του σε δύο ομοειδή μέρη, όπως είχαν διαμορφωθεί τα όριά τους και όπως κατείχοντο επί σειρά ετών από αυτούς.
Το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμο, όπως και ο ισχυρισμός που προβάλλει με την έφεσή του ότι μετά την έκδοση και μεταγραφή τίτλου και την διαγραφή του τιμήματος, κατείχε και νεμόταν το διακεκριμένο τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 8.197,5 τ.μ. (όπως και οι δικαιοπάροχοι του προγενέστερα), αφού και μετά το νόμο 431/1968 δεν επιτρέπεται η άσκηση πράξεων νομής σε διακεκριμένο τμήμα του κληροτεμαχίου, διότι έτσι θα οδηγούσε σε κατάτμηση αυτού, που απαγορεύεται.
Απαραδέκτως συνεπώς προτείνεται το πρώτον με την έφεσή του το αίτημα για αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης συνιδιοκτησίας στο ακίνητο, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι είχε υποβληθεί το αίτημα αυτό, κατά εκτίμηση των προτάσεων του, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το εν λόγω ακίνητο είναι αγροτεμάχιο και όχι οικόπεδο, ώστε να δύναται να συσταθεί σε αυτό κάθετη ιδιοκτησία, και μάλιστα βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, ούτε αποδείχθηκε άλλωστε ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις που αναπτύχθηκαν στο σκεπτικό, και τις προϋποθέσεις, όπως προσδιορίζονται από το άρθρο 27 του ν. 2831/2000.
Να σημειωθεί, ότι ο πραγματογνώμων αποφάνθηκε, ότι το παραπάνω αγροτεμάχιο δεν μπορεί να διαιρεθεί σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα αγροτεμάχια, ούτε σε μη άρτια. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι το αναφερόμενο ακίνητο αποτελεί αγροτικό κλήρο και δεν μπορεί νόμιμα να διαιρεθεί σε δύο αυτούσια τμήματα, ότι δεν είναι εφικτή η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου και δεν υφίσταται δυνατότητα σύστασης κάθετης συνιδιοκτησίας και, κατόπιν τούτου, δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια και είχε διατάξει την διά πλειστηριασμού πώληση του επιδίκου".
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 795 παρ. 1, 798, 799, 800, 801 ΑΚ, 480, 480Α παρ. 1και 2, 481 και 484 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι το ακίνητο, του οποίου ζητείται η διανομή, αποτελεί αγροτικό κλήρο και δεν μπορεί να διαιρεθεί σε δύο αυτούσια τμήματα, όπως επίσης δεν μπορεί να συσταθεί νόμιμα στο επίδικο κάθετη ιδιοκτησία και έτσι δεν είναι εφικτή η αυτούσια διανομή και γι' αυτό πρέπει να διαταχθεί η διά πλειστηριασμού πώληση του επιδίκου.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης και πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος τους, αντίστοιχα, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 481Α' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1, 219 παρ. 1, 2, 223 και 224 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το αίτημα για αυτούσια διανομή με σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις οποιουδήποτε από τους συγκυρίους διαδίκους κατά την πρώτη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συζήτηση της αγωγής περί διανομής, διαφορετικά είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο.
Εξάλλου, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ως προς τη διανομή κοινού οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή, μπορεί, μετά από αίτηση κάποιου συγκυρίου, να γίνει αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης συνιδιοκτησίας, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, υπό τον όρο όμως η οικοδομή να έχει ανεγερθεί πλήρως κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, δεδομένου ότι δεν είναι επιτρεπτή η διανομή μελλοντικού πράγματος, ενώ, περαιτέρω, εφόσον το επίδικο αποτελεί αγροτικό κλήρο, δεν μπορεί τούτο να διαιρεθεί σε δύο αυτούσια τμήματα, αφού απαγορεύεται η κατάτμησή του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 1041/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημά του για αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στο ακίνητο ως προβληθέν απαραδέκτως το πρώτον με την έφεσή του, καίτοι αυτός παραδεκτώς είχε προβάλλει τούτο με τις πρωτόδικες προτάσεις του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε το άνω αίτημα του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμο, διότι το κοινό ακίνητο είναι αγροτεμάχιο και όχι οικόπεδο και δεν μπορεί να συσταθεί σ' αυτό κάθετη ιδιοκτησία και μάλιστα βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, και γενικότερα, διότι το ακίνητο αποτελεί αγροτικό κλήρο και δεν μπορεί να διαιρεθεί σε δύο αυτούσια τμήματα, διότι απαγορεύεται η κατάτμησή του και η αιτιολογία αυτή δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει δε αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, και τελευταίο εξεταζόμενο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι ήταν εφικτή και νόμιμη η αυτούσια διαίρεση του επίκοινου ακινήτου σε δύο τμήματα. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2009 αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της 229/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και τους από 22-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ