Legislator Case Law & Legislation
928/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on limitation of action in cargo claims under Hague-Visby Rules.

Case Number 928/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the shipping company's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a cargo claim limitation period. The court found the lower court correctly applied the one-year limitation rule from Article 3(6) of the Hague-Visby Rules, which governs claims by the consignor against the carrier. The court determined that the appeal's argument regarding the failure to apply this rule was unfounded given the specific facts of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(6) and 3(6)(b) of the Hague-Visby Rules; The one-year limitation period for a consignor's claim against a carrier commences from the date of delivery of the goods to the carrier, provided the consignor has not previously satisfied the claimant or instituted proceedings.

Keywords

AI generated
Hague-Visby Rules limitation of action cargo claims consignor rights carrier liability one year period supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 3(6) of the Hague-Visby Rules
Article 3(6)(b) of the Hague-Visby Rules
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 7/2006
Supreme Court Judgment 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 928 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 928/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρίας με την επωνυμία "MSC MEDITERRANEAN SHIPPING COMPANY S.A" (ΕΜ.ΕΣ.ΣΙ-ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΣ.ΕΪ), γνωστής στις διεθνείς ναυτιλιακές της συναλλαγές ως "MSC GENEVA", που εδρεύει στη Γενεύη της Ελβετίας, νομίμως εκπροσωπουμένης στην Ελλάδα από την εδρεύουσα στον Πειραιά γενική της πράκτορα Ανώνυμη Πρακτορειακή Εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε", νομιμως εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Στυλιανού.

Της αναιρεσιβλήτου: της στον Πειραιά εδρευούσας Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΡΓΚΟΜΠΟΥΚ (CARGOBOOK) ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-07-2005 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ως και την από 25 Ιανουαρίου 2006 προσεπίκληση-παρεπίμπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5994/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 537/2009 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-1-2010 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 537/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, με το νόμο 2107/1992 κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 "για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές", όπως τροποποιήθηκε με τα πρωτόκολλα της 23-2-1968 και 23-12-1979 {Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ} και συνεπώς οι κανόνες της ως άνω Διεθνούς Σύμβάσης αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/1986/2001 αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται στην Ελλάδα από την 26-6-1993 :α) για όλες τις θαλάσσιες μεταφορές που εκτελούνται με φορτωτική και τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης ανήκουν σε διαφορετικά κράτη και β)στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμανιών είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι (άρθρα 1 περ.β', 2 παρ.1 και 3 παρ.1 , 5 παρ.2 και 10 παρ.2 και 3 του ν.2107/1992. (ΑΠ 376/2008).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 εδ.β',4β' της άνω Διεθνούς Σύμβασης όπως η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του από 23-2-1968 Πρωτοκόλλου των Βρυξελλών και το άρθρο 4β'προστέθηκε με το άρθρο 3 του ως άνω Πρωτοκόλλου, συνάγεται ότι ο θαλάσσιος μεταφορέας έχει, εκτός των άλλων, την υποχρέωση να διατηρεί τα κύτη και κάθε άλλο χώρο του πλοίου, συμπεριλαμβανομένων και των κοντέινερς που διαθέτει στους φορτωτές για την τοποθεσία και στοιβασία των εμπορευμάτων τους, κατάλληλα και ασφαλή για την παραλαβή, μεταφορά και συντήρηση τους και στην περίπτωση απώλειας ή βλάβης των εμπορευμάτων, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ενδιαφέρον επί του φορτίου, είναι δηλαδή, φορέας δικαιώματος που απορρέει από τη σύμβαση και μπορεί να θεωρηθεί ότι ζημιώνεται άμεσα από την απώλεια ή τη βλάβη του (ο φορτωτής, ο παραλήπτης που είναι νόμιμος κομιστής της φορτωτικής, ο ασφαλιστής του φορτίου που αποζημίωσε τη ζημία του ασφαλισμένου και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτού είτε με διάταξη νόμου είτε με εκχώρηση της σχετικής απαιτήσεως, καθώς και ο ενεχυρούχος δανειστής του φορτίου ή ο εκδοχέας των δικαιωμάτων του παραλήπτη), δικαιούται να στραφεί κατά του θαλάσσιου μεταφορέα και να αξιώσει αποζημίωση, το μέτρο της οποίας θα υπολογίζεται, με βάση τη χρηματιστηριακή ή εάν δεν υπάρχει τέτοια, την τρέχουσα ή τη συνήθη αξία των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας, στον τόπο και το χρόνο που εκφορτώνονται ή θα έπρεπε να έχουν εκφορτωθεί από το πλοίο σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, εάν δε υπάρχει τέτοια ευθύνεται για τη βλάβη ή την απώλεια των πραγμάτων που μετέφερε.

Περαιτέρω, στη σύμβαση μεταφοράς (χερσαίας) μπορεί να παρεμβληθεί και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος αναλαμβάνει συμβατικά την υποχρέωση απέναντι στον φορτωτή, ή τον παραλήπτη να εξεύρει μεταφορέα με τον οποίο συνάπτει ο ίδιος σύμβαση μεταφοράς στο όνομα του παραγγελέα του αλλά πάντοτε για λογαριασμό του τελευταίου.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για τους ίδιους λόγους που ευθύνεται και ο μεταφορέας, ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα (αρθ.95-98 του Εμπ.Νόμου),και ευθύνεται εις ολόκληρον με εκείνον και επομένως και για την απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων (Ολ.ΑΠ 33/1998). Η ρύθμιση αυτή του εμπορικού νόμου έχει ανάλογη εφαρμογή και στη θαλάσσια μεταφορά ενόψει του ότι οι διατάξεις του ΚΙΝΔ για τη ναύλωση και οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ δεν περιέχουν διατάξεις για τους παραγγελιοδόχους που μεσολαβούν στη ναύλωση ή τη θαλάσσια μεταφορά (ΑΠ 89/2005).

Συνέπεια της εις ολόκληρον ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος θαλάσσιας μεταφοράς, εφόσον ικανοποίησε το ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματά του ασφαλιστή (αρθ.14 παρ.1 του Ν.2496/1997), είτε εξωδίκως είτε μετά την άσκηση εκ μέρους του εναντίον του αγωγής, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του θαλάσσιου μεταφορέα (αρθ.487 και 488 του ΑΚ), που έχει ως θεμέλιο την ικανοποιηθείσα απαίτηση του δικαιούχου των εμπορευμάτων που εβλάβησαν, κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς από τον αναγωγικά εναγόμενο θαλάσσιο μεταφορέα.

Εξ άλλου, στην περίπτωση που ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς έχει εναχθεί από ένα από τους προαναφερθέντες (παραλήπτη εμπορευμάτων ή ασφαλιστή του που τους ικανοποίησε), έχει δικαίωμα και πριν από την ικανοποίησή τους, να εναγάγει αναγωγικά κατ' άρθρ.69 περ.ε του Κ.Πολ.Δ το συνοφειλέτη του θαλάσσιο μεταφορέα, με αγωγή που έχει ως θεμέλιο τη δικαστική διάγνωση της κύριας υποχρέωσής του έναντι του ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων ή έναντι του ασφαλιστή του που τον ικανοποίησε.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθ. 3 παρ. 6 εδ. 4 της Σύμβασης, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της 23-2-1968 ορίζεται ότι "ο μεταφορέας και το πλοίο θα απαλλάσσονται σε κάθε περίπτωση από οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τα εμπορεύματα, εφόσον δεν έχει εγερθεί αγωγή εντός ενός έτους από την παράδοση τους ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα βραχυχρόνια ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει από την παράδοση των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί (ΑΠ 376/2008). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του αρθ.3 παρ.6β των κανόνων Χάγης-Βίσμπυ, όπως αυτή προστέθηκε με το αρθρ.1 παρ.3 του Πρωτοκόλλου του 1968 στο άρθρο 3 "αναγωγή για αποζημίωση κατά τρίτου προσώπου μπορεί να εγερθεί ακόμα και μετά τη λήξη του έτους που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, αν εγερθεί εντός του χρονικού διαστήματος που επιτρέπεται από τη νομοθεσία του Κράτους του δικαστηρίου, το οποίο έχει επιληφθεί της υπόθεσης.

Πάντως το χρονικό αυτό διάστημα δεν θα είναι μικρότερο από τρείς μήνες, από την ημέρα που το πρόσωπο που εγείρει την αναγωγή έχει πληρώσει την απαίτηση ή έχει λάβει κοινοποίηση της αγωγής εναντίον του". Από το συνδυασμό όλων των προαναφερθέντων προκύπτει ότι η αυτοτελής τρίμηνη προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος αναγωγής που καθιερώνεται με την άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 β' των Κανόνων Χάγης Βίσμπυ αφορά μόνο τις αξιώσεις του θαλάσσιου μεταφορέα κατά ενός τρίτου υπαιτίου προσώπου όπως ο πραγματικός μεταφορέας τμήματος της θαλάσσιας μεταφοράς, ή άλλο βοηθητικό πρόσωπο στην εκτέλεση της θαλάσσιας μεταφοράς και ότι το με τις προαναφερθείσες δύο προϋποθέσεις ασκούμενο δικαίωμα αναγωγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, κατά θαλασσίου μεταφορέα, που έχει σχέση είτε με προηγηθείσα ικανοποίηση του ζημιωθέντος δικαιούχου των μεταφερομένων πραγμάτων εκ μέρους του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ως εις ολόκληρον υποχρέου ή του ασφαλιστή που κάλυπτε τη θαλάσσια μεταφορά και ικανοποίησε σε προγενέστερο χρόνο το δικαιούχο των μεταφερομένων πραγμάτων, είτε με προηγηθείσα κύρια εναγωγή του παραγγελιοδόχου μεταφοράς εκ μέρους των ίδιων προσώπων, ως προς την παραγραφή του εφαρμόζεται το άρθρο 3 παρ. 6 εδ. 4 η των Κανόνων της Χάγης, που προβλέπει ελλείψει αντίθετης ρύθμισης στο εσωτερικό δίκαιο την ενιαύσια παραγραφή.

Αφετηρία δε της προαναφερθείσας ενιαύσιας παραγραφής είναι ως προς μεν την προηγηθείσα ικανοποίηση του ζημιωθέντος δικαιούχου των εμπορευμάτων ή την άσκησή της εις βάρος του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κύριας αγωγής η παράδοση των εμπορευμάτων, και 2) ως προς την εν συνεχεία άσκησή της αναγωγικής αξίωσης του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του θαλάσσιου μεταφορέα, η ικανοποίηση εκ μέρους του παραγγελιοδόχου μεταφοράς του ζημιωθέντος δικαιούχου των εμπορευμάτων, ή του ασφαλιστή του που τον ικανοποίησε, ή η άσκηση της κύριας αγωγής τους κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, και εφ όσον από την ικανοποίηση ή την άσκηση της κύριας αγωγής (από τις οποίες λαμβάνεται υπόψη η προηγηθείσα χρονικά), και μέχρι της άσκησης της αναγωγικής αξίωσης εκ μέρους του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του θαλάσσιου μεταφορέα, δεν παρήλθε το χρονικό διάστημα του ενός έτους.

Εν όψει όλων αυτών, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα ως παρεμπίπτοντως -αναγωγικά εναγομένη, που ενήργησε στην ένδικη περίπτωση με την ιδιότητα του θαλάσσιου μεταφορέα η από τον αριθμό 1 του αρθ.559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβίασης ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που έχει σχέση: 1) με την απόρριψη εκ μέρους του Εφετείου του λόγου της έφεσης της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που αφορούσε την απόρριψή της προβληθείσας εκ μέρους της πρωτόδικα και επαναφερθείσας στο Εφετείο, ένστασης τρίμηνης παραγραφής από τη διάταξη του αρθ.3 παρ.6 β' των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ της ένδικης αναγωγικά ασκηθείσας αξίωσης της αναιρεσίβλητης, που ενήργησε ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς και ικανοποίησε τον ασφαλιστή που ικανοποίησε το δικαιούχο των εμπορευμάτων που εβλάβησαν κατά τη θαλάσσια μεταφορά εκ μέρους της αναιρεσείουσας και της μη εφαρμογής της ίδιας διάταξης και 2) την εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του αρθ.3 παρ.6 των ιδίων κανόνων για την ετήσια παραγραφή από την επίδοση στην αναιρεσίβλητη με την ιδιότητά της παραγγελιοδόχου θαλάσσιας μεταφοράς της κύριας αγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας, που ικανοποίησε τον παραλήπτη δικαιούχο των εμπορευμάτων (επίσης εντός έτους, από της παραλαβής όμως από εκείνον των μεταφερθέντων πραγμάτων από την αναιρεσείουσα ως θαλάσσιο μεταφορέα) κρίνεται αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-1-2010 αίτησή της Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία MSC MEDITERRANEAN SHIPPING COMPANY S.A., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 537/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ