Supreme Court allows restitution of voluntary payment made under executed appealable judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled a lower court decision and ordered the return of 1,500 euros voluntarily paid by the appellant to the respondent. The appellant argued that this payment was made under the execution of an appealable judgment, while the respondent admitted receiving the funds via bank draft. The court ruled that since the payment was voluntary and made under an appealable decision, the respondent must restore the funds with interest.
Legislator headnote
AI generatedArticle 579(2) of the Code of Civil Procedure; Article 261 of the Code of Civil Procedure: When a party voluntarily pays a sum under the execution of an appealable judgment, the other party is obligated to return the amount upon annulment of that judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 928 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 928/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία ".......", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ......., που διόρισε στο ακροατήριο, πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, τον Σωτήριο Ν. Μπρέγιαννο. Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΤΟΣΙΛΟ ΒΟΛΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8035/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πέμπτου (υπό τους αριθμούς 2.5.) λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος και την απόρριψη τόσο του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του όσο και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα, και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια του παραπάνω εδαφίου του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 και 671 (όταν πρόκειται για διαφορά που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά τα άρθρα 663 επ.
ΚΠολΔ) του εν λόγω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής δεν καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε από τα αναφερόμενα στον πέμπτο (υπό τους αριθμούς 2.5) λόγο αναιρέσεως έγγραφα και 1) την από 4-12-2003 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης για καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργολαβίας δίκης, από το οποί έγγραφο συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης για το ότι αυτή την ως άνω επίδικη σύμβαση είχε συνάψει στις ......
με την ίδια την αναιρεσείουσα, 2) την υπ' αριθ. ....... διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας, για την είσπραξη της συμφωνημένης αμοιβής της μετά την εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου καταβολή του αρχικώς επιδικασθέντος υπέρ της αναιρεσίβλητης χρηματικού ποσού και 3) την από .... επιστολή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη.
Και αυτό γιατί, ενώ η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε ως προσκομιζόμενα και προσκόμισε (εφόσον δεν υφίσταται μνεία για το αντίθετο στην προσβαλλόμενη απόφαση) τα αμέσως πιο πάνω έγγραφα, ισχυριζόμενη ότι από αυτά, με βάση το περιεχόμενό τους, που αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως, αποδεικνύεται η κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως εργολαβίας δίκης μεταξύ της ίδιας και της αναιρεσίβλητης και ακολούθως (αποδεικνύεται συναφώς) το κατ' ουσίαν βάσιμο της ένδικης αγωγής, εν τούτοις το Εφετείο δεν κάνει καμία συγκεκριμένη αναφορά στα έγγραφα αυτά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία και δεν μνημονεύονται τα εν λόγω έγγραφα, παρά τη γενόμενη αξιολόγηση του από ...... "ιδιωτικού συμφωνητικού", το οποίο και μόνο αναφέρεται ως αποδεικτικό στοιχείο επί του οποίου βάσισε την κρίση του, και ενόψει, βέβαια, της αντίθετης ουσιαστικής κρίσεως στην οποία κατέληξε.
Επομένως ο παραπάνω (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αμέσως πιο πάνω τρία έγγραφα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Στην περίπτωση, εξάλλου, της υποβολής της αιτήσεως με τις προτάσεις δεν τίθεται ως όρος του παραδεκτού αυτής η κατάθεση των προτάσεων είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως απαιτείται, κατά το άρθρο 570 παρ.1 ίδιου Κώδικα, όταν με αυτές προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό ή το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, εφόσον αρκεί οι προτάσεις αυτές να κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως.
Επίσης δεν απαιτείται για τη συζήτηση της αιτήσεως η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, γιατί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διατάσσεται για την άρση της αδικίας που έγινε στον αναιρεσείοντα από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι αυτή σε εκούσια εκτέλεση της ήδη αναιρούμενης αποφάσεως κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.500 ευρώ για επιδικασθείσα με την εν λόγω απόφαση δικαστική δαπάνη και ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως με την επιστροφή από την αναιρεσίβλητη του πιο πάνω χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε σ' αυτή, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή (......) του χρηματικού αυτού ποσού.
Η αίτηση αυτή κατά το ως άνω κύριο αίτημά της είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από την επικαλούμενη και σε ανεπικύρωτο αντίγραφο προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...... της ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, αποδεικνύεται ότι ο ......., υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, παρέλαβε την αναφερόμενη τραπεζική επιταγή συνολικού ποσού 3.000 ευρώ, μετά την είσπραξη της οποίας θα επερχόταν πλήρης και ολοσχερής εξόφληση, εκτός άλλης απαιτήσεως 1.500 ευρώ, και της ως άνω απαιτήσεως της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) από την πιο πάνω επιδικασθείσα υπέρ αυτής δικαστική δαπάνη.
Από τη μη αμφισβήτηση από την αναιρεσίβλητη του γεγονότος της εισπράξεως του ποσού της εν λόγω τραπεζικής επιταγής, συνάγεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου ομολογία της αναιρεσίβλητης για το ότι πράγματι εισπράχθηκε το ποσό της αμέσως πιο πάνω τραπεζικής επιταγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η πιο πάνω αίτηση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως γιατί πριν από την έκδοση της για επαναφορά των πραγμάτων αποφάσεως αυτής δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή του καταβληθέντος χρηματικού ποσού δυνάμει τελεσίδικης και εκτελεστής αποφάσεως και έτσι κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ απαιτείται επίδοση της προκειμένης αποφάσεως, ώστε να επέλθει όχληση, αφού η αίτηση επαναφοράς υποβλήθηκε με τις προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 8035/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ