Legislator Case Law & Legislation
928/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure to read documents and missed deadline for supplementary grounds.

Case Number 928/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's conviction for fraud. The court found that the lower court improperly considered bank demand documents without reading them in court, violating the right to defense, but ruled this error did not affect the verdict since the documents were merely historical references. Additionally, the court rejected supplementary arguments because they were filed outside the statutory fifteen-day deadline, rendering them inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 171 § 1, 329, 331 § 2, 333, 364, 369 of the Code of Civil Procedure; Article 509 § 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to read evidence is admissible only if the unexamined evidence directly influenced the conviction; supplementary grounds must be filed within fifteen days of the hearing date, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
failure to read evidence right to defense supplementary grounds statutory deadline inadmissible appeal fraud conviction court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 171 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 329 of the Code of Civil Procedure
Article 331 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 333 of the Code of Civil Procedure
Article 364 of the Code of Civil Procedure
Article 369 of the Code of Civil Procedure
Article 510 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 501 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 340 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 509 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 168 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 241 of the Civil Code
Article 242 of the Civil Code
Article 583 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil and Administrative Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 928 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 928/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρος, Μιχαήλ Δέτσης, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 8419/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που στο ακροατήριο παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19/12/06 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 5 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 138/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1, 329, 331 § 2, 333, 364 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ απορρέοντα λόγο αναιρέσεως, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου εγγράφων, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται της δυνατότητας να εκθέσει τις σκέψεις του και να επιφέρει τις παρατηρήσεις του, ενώ είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο.

Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε το αναφερόμενο πλημμέλημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας (άρθρ. 386 § 1 β - α ΠΚ), έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 8.419/2006 απόφασής του, και:

α) επιταγή επί της τράπεζας LLOYD' S BANK, με χρόνο εκδόσεως 30.6.1999, ποσού 75.000 λιρών Αγγλίας, το οποίο ήταν ισόποσο των 35.000.000 δραχμών και β) ισόποση συναλλαγματική αποδοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου, την οποία και παρέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα για την κάλυψη του πιο πάνω ποσού της επιταγής, γιατί κατά τη λήξη αυτής δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα για την πληρωμή της.

Όμως, από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, το μεν ότι το έγγραφο της αναφερθείσας επιταγής επί της τράπεζας LLOYD' S BANK, ποσού 75.000 λιρών Αγγλίας, αναγνώστηκε στο ακροατήριο (βλ. σελίδα 5η στίχο 29ο των πρακτικών), το δε ότι η γενόμενη αποδεκτή από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και δοθείσα στον πολιτικώς ενάγοντα συναλλαγματική ποσού 35.000.000 δραχμών δεν αναγνώστηκε, αλλά η μη ανάγνωση της δεν επέφερε την μνημονευθείσα απόλυτη ακυρότητα, γιατί η αποδοχή αυτής και το περιεχόμενο της προέκυψε από τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιόν του και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων πολιτικώς ενάγοντος ..., κατηγορίας ...

και υπερασπίσεως ... και αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που θεμελίωναν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο.

Επομένως, ο περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, στηριζόμενος μάλιστα υπό τα εκτεθέντα κατά το πρώτο σκέλος του και επί αναληθούς προϋποθέσεως, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.

2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 501 § 1 και 340 § 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη τροποποιήθηκε με το άρθρ. 48 § 1 εδαφ. α του ν. 3.160/2003 και η δεύτερη αντικαταστάθηκε διαδοχικά από τα άρθρ. 24 § 1 του ν. 3160/2003 και 13 του ν. 3.346/2005, προκύπτει ότι σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται στον εκκαλούντα κατηγορούμενο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του κατά της καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως να εκπροσωπείται από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 42 § 2 εδαφ. γ του ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως, αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠΔ απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά σε ερωτήσεις αντί γι' αυτόν.

Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά τη διεξαγωγή της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο διευθύνων τη συζήτηση μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε στον εκπροσωπούντα, με βάση τα παρατεθέντα άρθρ. 501 § 1 και 340 § 2 του ΚΠΔ, τον αναιρεσείοντα συνήγορό του τελευταία το λόγο και αυτός ανέπτυξε τις απόψεις του ως προς την ενοχή του εκκαλούντος κατηγορουμένου και την ποινή, ουδεμία ακυρότητα, που να δημιούργησε τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ απορρέοντα λόγο αναιρέσεως, επήλθε και επομένως ο επί του ανωτέρω άρθρου στηριζόμενος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.

3. Επειδή, κατά το άρθρ. 509 § 2 ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην αναίρεση, η οποία ασκείται κατά τα άρθρ. 473 § 2 και 474 § 2 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συντασσόμενης προς τούτο ατελώς έκθεσης επάνω στο έγγραφο αυτό.

Η κατάθεση του εγγράφου των προσθέτων λόγων γίνεται δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα που ορίσθηκε για τη συζήτηση της αναίρεσης ή τη νέα δικάσιμο που ορίσθηκε ύστερα από αναβολή. Για τον υπολογισμό της προθεσμίας αυτής δεν λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 168 § 1 ΚΠΔ, 241 και 242 ΑΚ, η ημέρα καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων και εκείνη της συζητήσεώς τους.

Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πρότεινε πρόσθετους λόγους με έγγραφο με ημερομηνία 10.2.2007 που κατέθεσε στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Προς τούτο συντάχθηκε επάνω στο έγγραφο αυτό σχετική έκθεση. Από την έκθεση αυτή προκύπτει, πως η κατάθεση του εγγράφου των προσθέτων λόγων έγινε στις 5.3.2007.

Από τότε, όμως, ως την ημέρα που ορίσθηκε για τη συζήτηση της αναιρέσεως στις 20.3.2007, δεν είχαν παρέλθει, όπως προκύπτει από το σε χρήση ημερολόγιο, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες, χωρίς να συνυπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της καταθέσεως του έγγραφου των πρόσθετων λόγων και της συζητήσεως της αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον δεν τηρήθηκε η προθεσμία αυτή, για την απώλεια της οποίας, να σημειωθεί, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, ότι συνέτρεξε περίπτωση ανώτερης βίας, οι ασκηθέντες κατά τον τρόπο αυτό πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιοι.

4. Επειδή, μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση αναιρέσεως και τους από 5 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 8.419/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ