Legislator Case Law & Legislation
927/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tax evasion conviction, rejecting plea of non-negligent motives due to available installment payments.

Case Number 927/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for tax evasion, ruling that the defense of non-negligent motives was unsupported by evidence. The court found that the defendant had the ability to pay the debt in installments despite the company's subsequent bankruptcy, negating the claim of financial distress. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25 of Law 1882/1990; Article 84 § 2 of the Penal Code: The court established that a defendant's ability to pay tax debts in installments precludes the application of the mitigation for non-negligent motives, as the obligation was not due to poverty or lack of means.

Keywords

AI generated
tax evasion conviction non-negligent motives mitigation plea installment payments financial ability appeal dismissal litigation costs

Cited Legislation

AI generated
Article 25 of Law 1882/1990
Article 23 of Law 2523/1997
Article 34 of Law 3220/2004
Article 3 of Law 3943/2011
Article 20 of Law 4321/2015
Article 8 of Law 4337/2015
Article 84 § 2 of the Penal Code
Article 83 § 4 of the Penal Code
Article 510 § 1 letter d of the Code of Criminal Procedure
Article 583 § 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 927 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 927/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Ε. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2507/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 569/2014.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, περί φοροδιαφυγής, φορολογίας κλπ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 23 παρ.1 Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 Ν. 3220/2004, το τελευταίο των οποίων ισχύει από 1-1-2004 και καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως και ως επιεικέστερο, για ποσά συνολικού χρέους άνω των 120.000 ευρώ, όπως το επίδικο, των εκ νέου διαδοχικών τροποποιήσεων αυτού (με το άρθρ. 3 παρ.1 Ν. 3943/2011, το άρθρ. 20 Ν. 4321/2015 και το άρθρ. 8 Ν. 4337/2015), "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".

Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.2 του ίδιου ως άνω Ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.

Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.....", ενώ κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου, "για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.....".

Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 παρ.2 περ. α’ και 3 του Ν. 1882/1990 προσδιορίζονται οι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου των ανωνύμων εταιριών, οι οποίοι υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν κατά το χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή, σκοπείται δε η αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος της φοροδιαφυγής, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα των εταιριών αυτών και επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιότητα του υποχρέου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σύμφωνα με την εκτεθείσα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται κατά τα άνω, είναι: 1) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος, ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη, που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμιακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος.

Ειδικά ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρ. 26 παρ.1 Π.Κ., προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρ. 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξη αυτού δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε κοινό (απλό) δόλο.

Η επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στον ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του άρθρου 31 παρ.2 Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι, για να μην καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και αν κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του.

Επίσης, αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται, όπως αναφέρθηκε, ιδιαίτερα, είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, ως ελαφρυντική δε περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ.

με στοιχείο β’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια κλπ, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας πρέπει να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην περίπτωση αυτή. Εφόσον οι κατά τα άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί δεν έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ή δεν είναι παραδεκτοί, το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόρριψή τους.

Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας, ομοίως, δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Το ανωτέρω έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 1882/1990, που είναι πλημμέλημα, εφόσον τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρ. 18 Π.Κ.), όπως προεκτέθηκε, προϋποθέτει κοινό δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται από τη διάταξη αυτή το είδος της υπαιτιότητας. Έτσι, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε και στην περίπτωση, που κάποιος καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου αυτού και κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως μετά από τη βεβαίωση ή το ληξιπρόθεσμο (το οποίο, όπως προεκτέθηκε, συνάπτεται με την ταμιακή βεβαίωση) των χρεών του προς το Δημόσιο, αφού και στην περίπτωση αυτή ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως, οπότε δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σε συναφή προς τα άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, εφ’ όσον αυτός δεν είναι αυτοτελής, κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ενώ, περαιτέρω, η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί επιρροή (ως προς την κατάφαση του δόλου) επί της ποινικής ευθύνης του υποχρέου μόνον υπό την προϋπόθεση, ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από τη βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ενόψει του ότι ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού, που αφορά την πτωχευτική περιουσία, καθιερώνεται δε και ποινική ευθύνη του πτωχεύσαντος από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 2507/2013, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής, σε σχέση με το καταδικαστικό κεφάλαιο της εν λόγω αποφάσεως: "O κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με έδρα τη Θεσσαλονίκη, από τον Ιούνιο του 2008.

Η εν λόγω εταιρία προηγούμενα με την υπ’ αριθμ. 23/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης υπήχθη στη διαδικασία εξυγίανσης του άρ. 44 ν. 1890/1990, η απόφαση όμως αυτή ανακλήθηκε με την, 2235/6-12-2010 απόφασης του άνω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια η εταιρία με την υπ’ αριθμ. 36994/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε σε πτώχευση και ορίσθηκε χρόνος παύσης πληρωμών η 23.12.2010.

Αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρία καθυστέρησε να καταβάλλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. χρέος προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, η βεβαίωση δε ενός εκάστου οφειλόμενου ποσού προς το Δημόσιο έλαβε χώρα για μεν τα υπό στοιχεία 1-10 του πίνακα χρεών, συνολικού ποσού 152.974,48 ευρώ, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό κατά μήνα Μάιο, Ιούνιο και Αύγουστο του έτους 2010 (τα υπό στοιχεία 1-7 την 18-5-2010, τα υπο στοιχεία 8 και 9 την 22-6-2010 και το υπό στοιχείο 10 την 24-8-2010) και αφορούν δηλώσεις που κατέθεσε η ίδια εταιρία εκπροθέσμως, ...

ο, κατηγορούμενος ως Πρόεδρος της παραπάνω εταιρίας ευθύνεται μόνο για τα βεβαιωθέντα προ της κηρύξεως της πτώχευσης χρέη υπό στοιχεία 1-10 του περιλαμβανομένου στο διατακτικό πίνακα χρεών συνολικού ποσού 152.974,48 ευρώ... Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση όσον αφορά τα υπό στοιχεία 1-10 του περιλαμβανόμενου στο διατακτικό πίνακα χρεών συνολικού ποσού 152.974,48 ευρώ...

Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας, αφού αθώωσε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για μέρος της εις βάρος του κατηγορίας, το οποίο δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω (εφόσον η σχετική απαλλακτική διάταξη δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής δίκης), κήρυξε αυτόν ένοχο της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση για τα αναφερόμενα με όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία τους στον συνημμένο στο διατακτικό (που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό) σχετικό πίνακα με αριθμούς 1 έως 10 επί μέρους χρέη, συνολικού ποσού 152.974,48 ευρώ και του επέβαλε φυλάκιση δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία.

Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας επί του προβληθέντος ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αυτοτελούς, κατά την άποψη του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ισχυρισμού, ο οποίος, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τα μέρη που ενδιαφέρουν, ως αφορώντα τα μερικότερα χρέη, για τα οποία αυτός καταδικάστηκε και τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέσθηκε για τη θεμελίωσή του δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, έχει, κατά λέξη, ως ακολούθως:

Αυτοτελής ισχυρισμός περί άρσης του αξιοποίνου του εγκλήματος του αρ. 25 §§ 1 ν. 1882/1990 λόγω: ήδη υποβληθείσα αίτηση κήρυξης σε πτώχευση λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών της "...." που διοικούσε ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο που ήταν ληξιπρόθεσμα τα υπ’ αριθμ. 1-10 χρέη της στο Ελληνικό Δημόσιο αλά και κήρυξής της σε πτώχευση κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος...

Όπως προκύπτει από τον υπ’ αριθμ. …/2011 Πίνακα Χρεών, που αποτελεί ενιαίο όλο με το κλητήριο θέσπισμα, οι υπ’ αριθμ. 1-10 εγγραφές αφορούν σε χρέη της Α.Ε., που διοικούσα ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της, με χρόνο βεβαίωσης την 18.05.2010. που ήταν καταβλητέα σε δόσεις και είχαν χρόνο ληξιπροθέσμου της α’ δόσης την 31.08.2010 και την 30.09.2010.

Επίσης, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που έχουν προσκομιστεί κι αναγνωστεί στο Δικαστήριο, η "...." υπέβαλε αίτηση κήρυξης σε πτώχευση λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών την 30.07.2010, σε χρόνο, δηλαδή μεταγενέστερο του ληξιπροθέσμου έστω της α’ δόσης των υπ’ αριθμ. 1-10 βεβαιωμένων χρεών. Επίσης, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 36994/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ανωτέρω Α.Ε. κηρύχθηκε σε πτώχευση οριστικά την 23.12.2010. δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της άλεσης ταυ εγκλήματος που σήμερα που αποδίδεται.

Συμπερασματικά: Πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη η α’ δόση των βεβαιωμένων υπ’ αριθμ. 1-10 χρεών προς το Δημόσιο η Α.Ε. είχε ήδη υποβάλει αίτηση για κήρυξη σε πτώχευση, ενώ είχε κηρυχθεί ήδη σε πτώχευση, άρα είχε απολεσθεί η διαχειριστική μου εξουσία, πριν περάσει το τετράμηνο, που ορίζει το αρ. 25παρ.1 ν. 1882/1990, ώστε να θεωρείται ότι έχει τελεστεί το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Επομένως, τόσο εξαρχής όσο κι ακολούθως, δεν ήταν δυνατό να καταβληθούν τα βεβαιωθέντα χρέη προς, καθώς καταρχήν απαγορεύεται από τις διατάξεις του ΠτΚ η μείωση του ενεργητικού αιτούσας προς πτώχευση λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών Α.Ε., ενώ ήδη από την 23.12.2010 είχα χάσει και κάθε σχετική νομική και πραγματική εξουσία καταβολής τους, αφού η Α.Ε. είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. Σε κάθε, δε, περίπτωση ήταν αδύνατο να επιλεγεί κάποια νομική λύση ως η νομικά καταλληλότερη, δεδομένου ότι οποιαδήποτε επιλογή σήμαινε βέβαιη άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον μου για αδίκημα (του ΠτΚ ή του ν. 1882/1990) συνακόλουθη, επομένως, και η πρόδηλη νομική πλάνη στην οποία τότε ευρισκόμουν, ενώ σαφή νομική επιλογή δεν έδινε ούτε η μελέτη της νομολογίας από τους νομικούς μας συμβούλους, καθώς σχετική απόφαση Ολομέλειας του Ανώτατου Ακυρωτικού, που δεσμεύει καταρχήν τα λοιπά δικαστήρια, δεν είχε τότε -αλλά ούτε ως σήμερα- εκδοθεί ...

Επειδή, ο παρών αυτοτελής ισχυρισμός μου είναι νομικά βάσιμος και Αποδεικνύεται από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, ενώ αναπτύχθηκε διεξοδικά προφορικά και καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατ’ άρ. 141 §2 εδ. α1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΙΤΟΥΜΑΙ 1. Να γίνει δεκτός ο παρών αυτοτελής ισχυρισμός μου.

2. Να κριθεί ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας του εγκλήματος του άρ. 25§1 ν. 1882/1990, επειδή πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη η α’ δόση των υπ’ αριθμ. 1-10 βεβαιωμένων χρεών της Α.Ε. που διοικούσα, αυτή είχε ήδη υποβάλει αίτηση κήρυξης σε πτώχευση λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών, οπότε δεν επιτρεπόταν να ελαττώνεται το ενεργητικό της.

3. Να κριθεί, επικουρικώς, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας του εγκλήματος του άρ. 25§1 ν. 1882/1990 για τα υπ’ αριθμ. 1-10 χρέη, επειδή πριν αυτό τελεστεί η Α.Ε. που διοικούσα είχε ήδη οριστικά κηρυχθεί σε πτώχευση.

4. Να κριθεί ότι δεν μπορεί να μου καταλογισθεί δόλος για τη μη πληρωμή των βεβαιωθέντων υπ’ αριθμ. 1-10 φορολογικών χρεών, διότι βρισκόμουν ενώπιον ανυπέρβλητου ηθικού διλήμματος, καθώς τόσο η πληρωμή όσο και η μη πληρωμή τους συνιστούσαν δύο διαφορετικά και μεταξύ τους αντικρουόμενα εγκλήματα. Επικουρικώς, αιτείται να κριθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση νομικής πλάνης στο πρόσωπο μου, η οποία είναι λόγω του προαναφερθέντος νομικού προβλήματος, συγχωρητέα...

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως δόλιας προαιρέσεως στο πρόσωπό του, λόγω μη δυνατότητος πληρωμής των οφειλόμενων προς Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια που αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αλλά απλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, που ενεργεί ως επιχείρημα κατά του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου του αναιρεσείοντος και τίποτε περισσότερο, στον οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, ενόψει μάλιστα των προπαρατεθεισών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα κρίσιμα επίδικα χρέη, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ.

της αναφερόμενης οφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας, είχαν βεβαιωθεί τα μεν υπό στοιχεία 1 έως 7 στις 18-5-2010, τα υπό στοιχεία 8 και 9 στις 22-6-2010, το δε υπό στοιχείο 10 στις 24-8-2010, ήτοι προ της κηρύξεως της πτωχεύσεως της εταιρίας αυτής δια της υπ’ αριθ. 36994/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με ορισθέντα χρόνο παύσεως πληρωμών την 23-12-2010.

Έτσι, δεν χρειαζόταν ειδική αιτιολογία της συνδρομής δόλου στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 1882/1990 και η ανώνυμη εταιρία, του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας αυτός ήταν Πρόεδρος, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως μετά τη βεβαίωση των επίμαχων χρεών, αφού η εν λόγω αξιόποινη πράξη, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, προϋποθέτει κοινό δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που τη συγκροτούν αντικειμενικά και διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Το δικαστήριο της ουσίας, όμως, μολονότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ’ αυτού, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακόμη, η παραπάνω αιτίαση στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η κήρυξη της οφειλέτριας εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως, μετά από αίτηση της ιδίας λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών, αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, ο σχετικός ισχυρισμός ανάγεται στο στοιχείο του δόλου και ως τέτοιον (ανατρεπτικό του δόλου), άλλωστε, τον προέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, ο επικουρικά προταθείς ισχυρισμός περί συνδρομής συγγνωστής νομικής πλάνης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, λόγω του επικαλούμενου κατά τα άνω ηθικού διλήμματος (ενόψει των απειλουμένων εις βάρος του δύο αντικρουόμενων, κατ’ αυτόν, εγκλημάτων, ήτοι αφενός εκείνου της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και αφετέρου της ποινικής ευθύνης του πτωχεύσαντος ή του ευρισκομένου σε κατάσταση επαπειλούμενης πτωχεύσεως από την πληρωμή των πιστωτών του), δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και θεμελίωση του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, που αποκλείει τον καταλογισμό, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε άγνοια (και μάλιστα δικαιολογημένη) του άδικου χαρακτήρα της παραπάνω πράξεως (αντίθετα, ρητά εξέθεσε, ότι γνώριζε ότι η μη καταβολή προς το Δημόσιο ληξιπρόθεσμων χρεών συνιστά το προβλεπόμενο από το άρθρ. 25 παρ.1 Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα), ούτε η ύπαρξη διλήμματος ή αβεβαιότητας, αυτή καθεαυτή, συνιστά νομική πλάνη, αλλά προέτεινε τον άνω ισχυρισμό, ως υπερασπιστικό επιχείρημα που αποκλείει το δόλο και, επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.

Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω (πρώτος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., σε σχέση με τον επικαλούμενο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στο ακροατήριο, κατ’ άρθρ. 340 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., συνηγόρου, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων (από το άρθρ. 84 παρ.2 στοιχ.

β’ Π.Κ.), τον οποίο κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, για τη θεμελίωση του οποίου επικαλέσθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όπως αναμφίβολα προκύπτει από τα "αναγνωστέα έγγραφα" της προσβαλλόμενης πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 7106/2012 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η "..." ήταν φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερη ως την ημέρα που υπέβαλε την αίτηση κήρυξης της σε πτώχευση λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών.

Μοναδικός λόγος της οικονομικής καταστροφής τόσο της Εταιρίας όσο και ημών προσωπικά ήταν η οικονομική κρίση που μαστίζει από το 2009 την Ελλάδα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη ραγδαία μείωση της ζήτησης των ηλεκτρικών ειδών, γεγονός εντελώς απρόβλεπτο, όπως, άλλωστε, όλα έκτοτε. Ειδικότερα, λόγω της αδυναμίας του αγοραστικού κοινού να συνεχίσει την υψηλή κατανάλωση στα ηλεκτρικά είδη, υποχρεωθήκαμε να κρατήσουμε πολύ χαμηλές τις τιμές πώλησης, με αποτέλεσμα να μειώνεται σταδιακά η κερδοφορία της Α.Ε., σε σημείο τέτοιο, ώστε τον τελευταίο μήνα τα γενικά έσοδα της να μην ξεπερνούν τα 100.000 €, όταν τα πάγια ήταν περισσότερα από αυτά σημαντικά.

Πρέπει, δε, στο σημείο αυτό να επισημανθεί γι’ ακόμα μία φορά ότι εμείς εισήλθαμε στην πρώην "..." ως η τρόπον τινά "σωτήρια λύση" για την ανωτέρω Εταιρία, η οποία είχε υπαχθεί στην εξυγιαντική διαδικασία του άρ. 44 ν. 1890/1990, δηλαδή τα χρέη τα βρήκαμε, δεν τα δημιουργήσαμε εμείς αλλά προσπαθήσαμε να κρατήσουμε την Α.Ε.

ενεργή, επενδύοντας περίπου 3,5 εκ. ευρώ σε αυτήν, τα οποία όλα τα χάσαμε.

Τέλος, τονίζουμε ότι από την ημέρα της κατάθεσης της αίτησης για κήρυξη σε πτώχευση βρισκόμασταν εκτός των άλλων και ενώπιον ανυπέρβλητου ηθικού διλήμματος, καθώς γνωρίζαμε ότι απαγορευόταν η οποιαδήποτε πληρωμή εκ μέρους της Α.Ε., ωσότου εκδοθεί η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε -καθώς δεν υπάρχει αντίθετη νομική ρύθμιση- να τηρούμε και τις υποχρεώσεις του ν. 1892/1990. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΙΤΟΥΜΑΙ 1. Να γίνει δεκτός ο παρών αυτοτελής ισχυρισμός μου.

2. Να αναγνωριστεί ότι προέβην στη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο όχι εξαιτίας ταπεινών αιτίων, όπως ανωτέρω εξειδικεύτηκαν.

3. Να εφαρμοστεί το άρ. 84§2 περ. β’ ΠΚ και να αναπροσαρμοστούν τα πλαίσια των επιβληθεισών σε εμένα ποινών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρ. 83 περ. δ’ ΠΚ.

Το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως (της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση), απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία. Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί χορήγησης ελαφρυντικού του άρθρου 84παρ.2 περ.

β’ ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δεν προέκυψαν τέτοια περιστατικά που να αποδεικνύουν το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια δεδομένου ότι το ποσό των 152.974,48 ευρώ, που αφορά το χρέος προς το Δημόσιο για το οποίο και μόνο κρίθηκε ένοχος, ήταν καταβλητέο σε δόσεις, όπως προκύπτει από τον περιλαμβανόμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών και συνεπώς είχε τη δυνατότητα να το καταβάλλει, ανεξάρτητα της μετέπειτα κήρυξης της εταιρίας σε πτώχευση.

Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ’ αυτήν τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (κατάθεση μάρτυρα, αναγνωσθέντα έγγραφα κλπ), από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε, ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η ως άνω ελαφρυντική περίσταση και κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του κρίνοντας με επάρκεια ανελέγκτως, ότι δεν αποδείχθηκαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις προς χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα πτώχευση της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας, είχε τη δυνατότητα να καταβάλει προς το Δημόσιο το ποσό των 152.974,48 ευρώ, για το οποίο μόνο κηρύχθηκε ένοχος, δοθέντος ότι αυτό ήταν καταβλητέο σε δόσεις.

Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού (περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων), από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2014 αίτηση του Ι. Ε. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2507/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ