Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of appeal ground for non-consideration of a document alleged to be forged.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision on the grounds that the court of first instance failed to consider a specific private contract. The appellant argued the contract should have been examined to prove the falsity of another document, but admitted during the trial that the contract was forged and lacked evidentiary value. The court ruled that without a valid document to prove falsity, the appellant had no legal interest to challenge the lower court's decision on this specific ground, rendering the appeal ground inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11γ of the Code of Civil Procedure; Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground based on the non-consideration of a document alleged to be forged is inadmissible if the appellant admits the forgery during the trial, as the document lacks evidentiary power and the appellant lacks the requisite legal interest to challenge the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 927 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 927/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριάδνη Νούκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εμπορικής και Βιομηχανικής Εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Α.Ε.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στο 3ο χιλιόμετρο Κοζάνης-Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκουτζιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2013 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 17/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος στοιχ. α, β και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί δε κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο διέγνωσε, έστω και έμμεσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων.
Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογή τους, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.
Έμμεση δε διάγνωση από το δικαστήριο κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει όταν αυτό, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της συμβάσεως, λαμβάνει υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενό της (ΑΠ 1550/2002). Το ουσιώδες στοιχείο του εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε ζήτημα, ή τον ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή που τείνει σε θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 486/1997).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προσβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) δυνάμει σχετικών συμβάσεων δικαιοχρήσεως (franchising), διατηρεί στις πόλεις της Κοζάνης και της Πτολεμαϊδας πολυκαταστήματα πωλήσεως καλλυντικών ειδών με την επωνυμία HONDOS CENTER.
Την 4.2.2008 καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση εργασίας μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Λ. Σ. και της ενάγουσας, κατά τους όρους της οποίας η τελευταία προσελήφθη για ορισμένο χρονικό διάστημα (από 4.2.2008 έως την 30.4.2008) για να εργαστεί ως πωλήτρια στο κατάστημα που διατηρεί η εναγόμενη στην πόλη της Πτολεμαϊδας επί της ...
μηνιαίες καθαρές αποδοχές ύψους 894,03 ευρώ. Την ίδια ημέρα μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε και δεύτερη σύμβαση εργασίας, ομοίου περιεχομένου με την πρώτη, κατά τους όρους της οποίας η ενάγουσα προσελήφθη για να εργαστεί για ορισμένο χρόνο στο ως άνω κατάστημα και ειδικότερα από την 4.2.2008 έως την 30.4.2010. Η πρώτη ως άνω σύμβαση εργασίας ήταν δοκιμαστική, ενώ η δεύτερη σύμβαση, στην οποία περιλαμβανόταν και το χρονικό διάστημα της συμβάσεως δόκιμης, θα ετίθετο σε πραγματική ισχύ εφόσον η εναγομένη εργοδότης της ενάγουσας θα έμενε ικανοποιημένη με την αποδοτικότητα της εργασίας της κατά την ως άνω δοκιμαστική περίοδο.
Σημειωτέον ότι αναλόγου περιεχομένου συμβάσεις (δοκιμαστική και οριστική) είχε συνάψει η εναγομένη κατά το παρελθόν και με άλλους εργαζομένους της (βλ.από 1.4.2007 και 1.6.2007 συμβάσεις εργασίας Π.Κ. και Α.Μ.). Η ενάγουσα προσέφερε προσηκόντως την εργασία της στην εναγόμενη κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα της δοκιμασίας (από 4.2.2008 έως 30.4.2008) ως πωλήτρια (εξυπηρέτηση πελατών επιχειρήσεως), ενώ παράλληλα παρείχε τις υπηρεσίες της εκ περιτροπής και στην καθαριότητα του καταστήματος της εναγομένης.
Μετά τη λήξη της ως άνω ορισμένου χρόνου δοκιμής, ενόψει της ικανοποιητικής αποδόσεως της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα της δοκιμαστικής περιόδου, ενεργοποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ η δεύτερη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και η ενάγουσα εξακολούθησε να παρέχει συνεχώς και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες της προς την εναγομένη μέχρι και την 30.4.2010, οπότε και έληγε η καταρτισθείσα ως άνω σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων.
Την 21.4.2010 η υπεύθυνη του λογιστηρίου της εναγομένης Χ. Τ. απέστειλε εσωτερικό εταιρικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Σ. Λ., στο οποίο μεταξύ των άλλων, ανέφερε ότι την 30.4.2010 έληγε η σύμβαση της ενάγουσας. Αυθημερόν ο ανωτέρω απάντησε στο ως άνω μήνυμα γράφοντας "ΔΕΣ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΟ", ενώ παραπλεύρως των στοιχείων της ενάγουσας με κόκκινα γράμματα ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΕΩΣ 31.12.2010.
Η εν λόγω πρόταση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης περί ανανεώσεως της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, η οποία έληγε την 30.4.2010 μέχρι την 31.10.2010, δεν έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα, η οποία αντιπρότεινε να καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως να ανανεωθεί η σύμβασή της για 12 μήνες και όχι για 8 που της προτάθηκε.
Το αίτημα της ενάγουσας όμως δεν έγινε αποδεκτό από την εναγομένη και έτσι την 30.4.2010 έληξε η σύμβαση εργασίας της. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι υπέγραψε μόνο την πρώτη (αναφερομένη ως δοκιμαστική) σύμβαση και όχι και την δεύτερη είναι αβάσιμος. Από την απλή αντιπαραβολή των υπογραφών των συμβληθέντων στις ως άνω συμβάσεις (δοκιμαστική και οριστική) προκύπτει αναμφίβολα, ότι και οι δύο συμβάσεις έχουν υπογραφεί τόσο από τον Λ.
Σ., ως εκπρόσωπο της εναγομένης, όσο και από την ενάγουσα, η αιτίαση δε της τελευταίας ότι "αποκολλήθηκε το δεύτερο φύλλο της πρώτης γνήσιας συμβάσεως που πραγματικά είχε υπογράψει και προστέθηκε σε έτερο φύλλο", δηλαδή στη δεύτερη σύμβαση, ουδόλως αποδείχθηκε από τα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου στοιχεία.
Αντιθέτως από απλή επισκόπηση των υπογραφών που έχουν τεθεί στο δεύτερο φύλλο των συμβάσεων σαφώς προκύπτει, ότι οι υπογραφές των συμβάσεων δεν είναι πανομοιότυπες και δεν έχουν τεθεί ακριβώς στην ίδια θέση (λ.χ.η σφραγίδα της εναγομένης κάτωθι της ενδείξεως Λ. ΑΕΒΕ στην πρώτη σύμβαση έχει τεθεί παράλληλα προς την ένδειξη, ενώ στη δεύτερη σύμβαση ελαφρώς διαγώνια, η υπογραφή του Σ.Λ.
στη δεύτερη σύμβαση εκτείνεται και στα πρώτα στοιχεία του ΑΦΜ ... , ενώ στην πρώτη όχι, οι υπογραφές της ενάγουσας κάτωθι της ενδείξεως η μισθωτός παρουσιάζουν ελαφρές διαφοροποιήσεις, ορατές δια γυμνού οφθαλμού). Ενόψει της ως άνω περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων της 4.2.2008 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε την 30.4.2010 η κρινομένη αγωγή πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο με πλήρεις αιτιολογίες ορθά εφαρμόζοντας το άρθρο 669 αρ.1 ΑΚ έκρινε, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 4.2.2008 μέχρι 30.4.2010, ενώ ο χαρακτηρισμός της ομοίας μεταξύ αυτών σύμβασης από 4.2.2008 μέχρι 30.4.2008 ως δοκιμαστικής ανεξάρτητα αν το δικαστήριο της ουσίας κατέφυγε για το χαρακτηρισμό αυτό στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν επηρεάζει κατά νόμο το ορθό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτούσα την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγο της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως προς το χαρακτηρισμό της από 4.2.2008 μέχρι 30.4.2008 συμβάσεως εργασίας των διαδίκων ως δοκιμαστικής, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ'αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 669/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο στοιχ.β της αναίρεσης αιτιάται την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1, 8 ν.2112/1920, 281, 671 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της ως προς το χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας της ως ορισμένου χρόνου μόνο στη συμφωνημένη χρονική διάρκειά της και όχι στη φύση της εργασίας της ή στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης. Τον ισχυρισμό της όμως αυτό η αναιρεσείουσα πρότεινε για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως αυτό προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και δη του δικογράφου της αγωγής και εφόσον δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού κατ'άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ευθέως και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 648, 669 παρ.1, 2, 672 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν.2112/1920, ισχυριζόμενη ότι με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της καταγγελίας της από την αναιρεσίβλητη και ότι το ίδιο περιεχόμενο έχει και η μεταξύ τους σύμβαση, η τελευταία θεωρείται αορίστου χρόνου και εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι ορισμένου χρόνου. Όμως, ο λόγος αυτός κατά το σχετικό μέρος του είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεταιεπί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως συνάγεται από τις αναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δε δέχθηκε, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση καταγγελίας της από την αναιρεσίβλητη, αλλά αντίθεται ότι ήταν ορισμένου χρόνου και έληξε με την πάροδο του χρόνου της διάρκειας της. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008), διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Επειδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997). Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και το απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1253/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται την εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζομένη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον περί πλαστότητος ισχυρισμό της για την από 4.2.2008 μέχρι 30.4.2010 έγγραφη σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του απέρριψε κατ'ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι'αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι'αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης σύμβαση εργασίας ως ορισμένου χρόνου, χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, την κρίση του για το χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ως ορισμένου χρόνου άντλησε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας του σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Προδήλως, όμως, τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υπάρχει για το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, ήτοι για τη μη λήψη υπόψη ιδιωτικού εγγράφου, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη της πλαστότητας ή της μη γνησιότητας άλλου ιδιωτικού εγγράφου, εφόσον αυτή κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρίστηκε ότι το από τον ίδιο προσκομιζόμενο προς απόδειξη έγγραφο είναι πλαστό.
Τούτο δε, διότι το πλαστό έγγραφο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος και στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης, έστω και για την απόδειξη της πλαστότητας ή της μη γνησιότητας άλλου ιδιωτικού εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί κατάρτισης μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς να λάβει υπόψη του και την επικληθείσα και νομίμως προσκομισθείσα από αυτή, αποσταλείσα δε στην ίδια από την αναιρεσίβλητη με τηλεομοιοτυπία, από 4.2.2008 όμοια τρίτη έγγραφη σύμβαση εργασίας, στην οποία αναφέρεται ως ημερομηνία έναρξης η 4.2.2010 και χρόνος λήξης η 30.4.2010, την οποία αν ελάμβανε υπόψη δεν θα κατέληγε στο γενόμενο δεκτό αποδεικτικό πόρισμα.
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο προέβαλε, ότι η επικληθείσα και προσκομισθείσα από αυτή με χρονολογία 4.2.2008 τρίτη σύμβαση εργασίας ήταν πλαστή και συνακολούθως μη γνήσια, όπως άλλωστε και η προσβληθείσα ως πλαστή με ίδια χρονολογία συντάξεως δεύτερη σύμβαση εργασίας.
Αλλά υπό την επίκληση του δυσμενούς γι' αυτή τοιούτου ισχυρισμού περί πλαστότητας και συνακολούθως και μη γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου της τρίτης αυτής συμβάσεως εργασίας, αιτία για την οποία το έγγραφο αυτό στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δυνάμεως, μη δυνάμενο να ληφθεί υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, η αναιρεσείουσα δεν έχει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον να προβάλει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι κακώς δεν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας η πλαστή έγγραφη τρίτη ιδιωτική σύμβαση εργασίας για απόδειξη της πλαστότητας της δεύτερης έγγραφης σύμβασης εργασίας.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την προβολή του λόγου τούτου, πρέπει ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Αυγούστου 2013 αίτηση της Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 19/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κοζάνης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ