Legislator Case Law & Legislation
927/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court erred in applying common sense teachings regarding property boundaries and ownership. The court ruled that cited maxims were evidentiary assessments, not legal principles, and thus the appeal is inadmissible. The appeal is dismissed because the cited maxims were evidentiary assessments, not legal principles, and thus the appeal is inadmissible.

Case Number 927/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Polygamous District Court of Amfissa, which had acted as a Court of Appeal. The appellants argued the lower court erred in applying specific 'teachings of common sense' regarding property boundaries and ownership transfer. The court determined these maxims were used for evidence evaluation rather than as substantive legal rules, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 no. 1 K.Pol.D.; The appeal based on the lower court's alleged failure to apply teachings of common sense is inadmissible if those maxims were utilized for evidence assessment rather than as substantive legal rules governing the case.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal teachings of common sense evidence assessment property boundaries ownership transfer substantive legal rule inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1593/1979
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 927 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 927/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. συζ. Ε. Κ., το γένος Γ. Θ., και 2. Ε. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τόλια.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Γ. Θ., συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Σανιδά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιτέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/ΤΠ/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1045, 1051, 1192 και 1198 του ΑΚ προκύπτει ότι ο νομέας ακινήτου δεν μπορεί να αντιτάξει ότι έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία δια συνυπολογισμού του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου έναντι αυτού ή εκείνου προς τον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχος δια συμβάσεως νομίμως μεταγεγραμμένης, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητος των πράξεων επί ακινήτων (ΟλΑΠ 1593/1979).

Διότι υπό την αντίθετη εκδοχή επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου δια της νομής του ίδιου, ενώ εξ'άλλου της συμβάσεως με τον αληθή κύριο και της μεταγραφής της υπερισχύει, σε σχέση με την μεταβίβαση της κυριότητος, η εκ μέρους του δικαιοπαρόχου προγενέστερη παράδοση της νομής σε άλλον.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Με τον παραπάνω, δηλαδή, λόγο ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλουν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046, 1048, 1049 και 1051 ΑΚ, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρόλο που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα νεμήθηκε το επίδικο τμήμα ακινήτου από το έτος 1976 έως το έτος 1992 και ότι ο κοινός δικαιοπάροχος αυτής και της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, πατέρας του Γ.

Θ., μεταβίβασε σ' αυτήν μεν λόγω προικός με το .../1976 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γαλαξειδίου Γιαννίτσας Κουμπούρη το όμορο του επιδίκου τμήματος ακίνητο, στην πρώτη ενάγουσα δε με το .../1982 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου το επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου, δεν συνυπολόγισε το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου πατέρα τους στο επίδικο τμήμα ακινήτου από το έτος 1964 που αυτός το απέκτησε έως το έτος 1982 που αυτός το μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Με το με αριθμό .../1958 συμβόλαιο (πωλητήριο ακινήτου) του συμβολαιογραφούντος τότε Ειρηνοδίκη Γαλαξειδίου Νικολάου Καραγκούνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαλαξειδίου (τόμος 36, αρ. ...), ο Γ.

Θ. του Ν., πατέρας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητου και της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης εκκαλούσας, αγόρασε από τη Β. χήρα Ι. Α. το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, το οποίο περιγράφεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ως "... 1/2 ήμισυ εξ αδιαιρέτου μιας πλινθοκτίστου οικίας μετά του περιβολιού της και λοιπών παρακολουθημάτων και παραρτημάτων της κειμένης εν Γαλαξειδίω και κατά την θέσιν Άγιος Ιωάννης ...".

Δύο (2) έτη αργότερα ο πατέρας των αντιδίκων αδελφών αγόρασε, με το νόμιμα μεταγραμμένο (τόμος 36 αρ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαλαξειδίου) με αριθμό .../1960 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Γαλαξειδίου Παναγιώτη Κούρνια, το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ακινήτου από τον Γ.

Μ.. Με τον προαναφερόμενο τρόπο έγινε κύριος ενός ακινήτου το οποίο βρίσκεται στη θέση "Άγιος Ιωάννης", εντός σχεδίου πόλης του Γαλαξειδίου, έχει εμβαδόν 431,29 τετραγωνικά μέτρα και συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Μ., ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, νότια δε και δυτικά με δημοτικούς δρόμους.

Αμέσως μετά την, κατά τα προαναφερόμενα, περιέλευση σε αυτόν της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου ο πατέρας της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης κατασκεύασε στη νοτιοανατολική πλευρά του φούρνο και αποθήκη. Ο φούρνος κτίσθηκε σε επαφή με την ισόγεια κουζίνα της διώροφης οικίας που υπήρχε στο οικόπεδο και η αποθήκη στη συνέχεια και σε επαφή με το φούρνο.

Το στόμιο (άνοιγμα) του φούρνου "έβλεπε" στον ακάλυπτο χώρο (αυλή) του οικοπέδου του. Η αποθήκη είχε δύο (2) πόρτες, μία (1) προς τον ίδιο χώρο και μία (1) προς τη νότια διερχόμενη δημοτική οδό, καθώς και ένα μεγάλο παράθυρο προς το ανατολικά εκτεινόμενο όμορο οικόπεδο. Οι γονείς των αντίδικων αδελφών -ενάγουσας και πρώτης εναγομένης- χρησιμοποιούσαν το φούρνο και την αποθήκη, στην οποία εισέρχονταν κατά κύριο λόγο από την πόρτα που "έβλεπε" στην αυλή τους και αφού "κατέβαιναν" τα δύο σκαλοπάτια που υπήρχαν εκεί.

Κατά το έτος 1964 ο πατέρας των διαδίκων αδελφών αγόρασε με το νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαλαξειδίου (τόμος 39, αρ. ...) με αριθμό .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γαλαξειδίου Παναγιώτη Κούρνια, από την Σ. Π. το ανατολικά του οικοπέδου του ακίνητο (οικόπεδο) στο οποίο δεν υπήρχαν κτίσματα.

Έγινε έτσι κύριος των δύο αυτών οικοπέδων, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι διάδικοι. Το τελευταίο οικόπεδο, αυτό δηλαδή που αγόρασε το 1964, μεταβίβασε ως προίκα στην πρώτη εναγομένη-θυγατέρα του το έτος 1976. Η μεταβίβαση αυτή έγινε με το νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαλαξειδίου (τόμος 56, αρ. ... ) με αριθμό .../1976 συμβόλαιο (προικοσύμφωνο) της συμβολαιογράφου Γαλαξειδίου Γιαννίτσας Κουμπούρη, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά σε κτίσματα.

Κατά το έτος 1982 ο πατέρας των αντιδίκων αδελφών μεταβίβασε, ως προίκα, στην ενάγουσα το άλλο του οικόπεδο, εκείνο δηλαδή που είχε αγοράσει κατά τα έτη 1958 και 1960. Η μεταβίβαση αυτή έγινε με το νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαλαξειδίου ( τόμος 68 αρ. ... ) με αριθμό .../1982 συμβόλαιο (προικοσύμφωνο) της συμβολαιογράφου Γαλαξειδίου Γιαννίτσας Κουμπούρη- Καλαμάτα.

Στο συμβόλαιο αυτό ως "μία οικία διώροφος παλαιά, μετά του όπισθεν συνεχόμενου οικοπέδου, του έμπροσθεν συνεχόμενου περιβολιού, της συνεχόμενης και εφαπτομένης μετά της ως άνω οικίας αποθήκης (χαμοκέλας), βόθρου και το νοτίως υπάρχον μικρό οικόπεδο". Γίνεται, δηλαδή σε αυτό σαφής αναφορά στην αποθήκη.

Η ενάγουσα έγινε αποκλειστική κυρία του ακινήτου αυτού στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 56 του ν. 1329/1983. Ο πατέρας των αντιδίκων αδελφών διέμενε στην διώροφο οικία που μεταβίβασε στην ενάγουσα, μέχρι το θάνατο του (2003) και χρησιμοποιούσε την αποθήκη για την φύλαξη δικών του αντικειμένων και κυρίως για να αποθηκεύει εκεί κυψέλες μελισσών.

Κατά τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούσε την αποθήκη και η ενάγουσα όταν επισκεπτόταν την οικία της από τη Θεσσαλονίκη όπου κατοικεί. Περί το τέλος Οκτωβρίου 2005 οι εναγόμενοι κατεδάφισαν, κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους την αποθήκη και το φούρνο, κατέλαβαν και τσιμεντόστρωσαν το έδαφος που κατελάμβαναν μέχρι τότε η αποθήκη και ο φούρνος και έκτισαν τοίχο, ύψους δεκατριών (13) τσιμεντοπλίνθων σε επαφή με το δυτικό τοίχο της αποθήκης και του φούρνου.

Οι εναγόμενοι δεν κατεδάφισαν τους δύο αυτούς τοίχους, εκείνους δηλαδή που "βλέπουν" προς τον ακάλυπτο χώρο (αυλή) του οικοπέδου της ενάγουσας και στους οποίους σώζονται η πόρτα της αποθήκης και το στόμιο ( άνοιγμα ) του φούρνου. "Άφησαν, επίσης, ανέπαφο και τον νότιο τοίχο της αποθήκης. Με την ενέργεια τους αυτή κατέλαβαν ένα εδαφικό τμήμα του οικοπέδου της ενάγουσας, το οποίο έχει εμβαδόν 25,43 τετραγωνικά μέτρα, συνορεύει βόρεια και ανατολικά με το οικόπεδο της πρώτης εναγομένης, νότια με δημοτική οδό, δυτικά με το ακίνητο της ενάγουσας και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 9 - 9β - 9γ - 12α - 12 - 11 - 10 - 9 στο συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Χ.. Στην ενέργεια τους αυτή οι εναγόμενοι προέβησαν ισχυριζόμενοι ότι το προπεριγραφόμενο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε στην πρώτη εναγομένη από τον πατέρα της με το με αριθμό .../1976 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γαλαξειδίου Γιαννίτσας Κουμπούρη και ότι, σε κάθε περίπτωση, έγινε αυτή (η πρώτη εναγομένη κυρία του με τακτική και επικουρικά με έκτακτη χρησικτησία.

Από όλα όμως, όσα έγιναν δεκτά παραπάνω προκύπτει σαφέστατα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιλαμβανόταν στο οικόπεδο που ο πατέρας τους μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη κατά το έτος 1976 αλλά σε εκείνο που μεταβίβασε στην ενάγουσα κατά το έτος 1982. Ως εκ τούτου δεν έγινε κυρία του επιδίκου η πρώτη εναγομένη με τον επικαλούμενο από αυτήν νόμιμο τρόπο (συμφωνία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του).

Υπό την προϋπόθεση, εξάλλου ότι η πρώτη εναγομένη ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο με καλή πίστη μετά το 1976, δεν έγινε κυρία του με την επικαλούμενη τακτική και επικουρικά έκτακτη χρησικτησία, αφού το 1982, που ο μέχρι τότε αδιαμφισβήτητος κύριός του πατέρας της το μεταβίβασε νόμιμα στην ενάγουσα, δεν είχε συμπληρωθεί η απαιτούμενη δεκαετής ή εικοσαετής κατά περίπτωση άσκηση νομής σε αυτό.

Δεν αποδεικνύεται, τέλος, άσκηση πράξεων φυσικής εξουσίας (νομής) στο επίδικο μετά το έτος 1992, οπότε οι εναγόμενοι έπαψαν, κατά το μάρτυρά τους, να χρησιμοποιούν την αποθήκη ως χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου τους, και δεν μπορεί ως εκ τούτου να γίνει λόγος για απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη, σε κάθε περίπτωση, χρησικτησία, αφού το χρονικό διάστημα 1982-1992 είναι μικρότερο της εικοσαετίας.

Από όλα τα παραπάνω συμπεραίνονται τα ακόλουθα : α) Ο πατέρας των αντιδίκων αδελφών -ενάγουσας και πρώτης εναγομένης- ήταν αδιαμφισβήτητος κύριος του ακινήτου του, που μεταβίβασε το 1982 στην ενάγουσα, και στο οποίο περιλαμβανόταν το επίδικο, β) Η ενάγουσα έγινε κυρία και του επιδίκου με τον επικαλούμενο από αυτήν νόμιμο τρόπο (συμφωνία με τον μέχρι τότε κύριο που έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβλήθηκε σε μεταγραφή).

γ) Οι εναγόμενοι κατέλαβαν και κατέχουν, χωρίς δικαίωμα το επίδικο". Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση, ότι η πρώτη εναγομένη δεν έγινε κυρία του επιδίκου τμήματος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, στη συνέχεια δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχτηκε κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων κατ' αυτών.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προμνημονεύτηκαν και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 974, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ, με το να μη συνυπολογίσει το χρόνο χρησικτησίας του Γ. Θ., δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης, από το έτος 1964 έως το έτος 1982 στο δικό της χρόνο χρησικτησίας, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Γ.

Θ. είναι άμεσος δικαιοπάροχος και της πρώτης ενάγουσας στην οποία αυτός μεταβίβασε το επίδικο με το ως άνω .../1982 συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο πιο πάνω, επομένως, προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν και τις αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων που προμνημονεύτηκαν και, ειδικότερα, εκείνες των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1048 και 1049 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η πρώτη εναγομένη δεν έγινε κυρία του επιδίκου τμήματος ακινήτου με τακτική χρησικτησία, όπως και ότι η χρησικτησία της δεν διεκόπη με τη μεταβίβαση του ακινήτου της σ' αυτήν με το 42/1976 συμβόλαιο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, αναφορικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα ακινήτου δεν περιλαμβάνεται στο .../1976 προικοσυμβόλαιο της πρώτης εναγομένης και, συνεπώς, το συμβόλαιο αυτό δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο για την απόκτηση κυριότητάς της με τακτική χρησικτησία, ούτε, εξάλλου, το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε διακοπή της χρησικτησίας αυτής.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παράλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως του ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού, μολονότι διαπίστωσε έμμεσα ότι το .../1982 προικοσυμβόλαιο, με το οποίο ο Γ.

Θ. μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα το σ'αυτό περιγραφόμενο ακίνητο, παρουσίαζε ασάφεια ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με το αν περιλαμβάνεται σ' αυτό ή όχι και το επίδικο τμήμα (25,45 τμ) δεν προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου του ως άνω συμβολαίου ως προς την ανεύρεση της αληθινής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βούλησης των συμβαλλομένων.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων και, επομένως, δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.

Εξάλλου η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Η μεταβίβαση αυτή έγινε με το νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαλαξειδίου (τόμος 68 αρ. ...) με αριθμό .../1982 συμβόλαιο (προικοσύμφωνο) της συμβολαιογράφου Γαλαξειδίου Γιαννίτσας Κουμπούρη-Καλαμάτα.

Στο συμβόλαιο αυτό ως "μία οικία διώροφος παλαιά, μετά του όπισθεν συνεχόμενου οικοπέδου, του έμπροσθεν συνεχόμενου περιβολίου, της συνεχόμενης και εφαπτόμένης μετά της ως άνω οικίας αποθήκης (χαμοκέλας), βόθρου και το νοτίως υπάρχον μικρό οικόπεδο". Γίνεται, δηλαδή σε αυτό σαφής αναφορά στην αποθήκη" δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, αφού από την αναφορά αυτή δεν προκύπτει κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων με το ανωτέρω συμβόλαιο σε σχέση με το πιο πάνω αναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα.

ΙΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή τις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β'του άρθρου 560 ΚΠολΔ ότι Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, αν ελάμβανε υπόψη του τα παρακάτω διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία α) "η εφαπτόμενη με την οικία της αναιρεσίβλητης αποθήκη χαμοκέλα που μεταβιβάστηκε στην αναιρεσίβλητη με το .../1982 συμβόλαιο ...

αντικειμενικά δεν ταυτίζεται με το επίδικο που αναφέρει στην αγωγή της η αναιρεσίβλητη το οποίο βρίσκεται ανατολικά του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης και στο δυτικό κομμάτι του οικοπέδου της 1ης αναιρεσείουσας χωρίς να εφάπτεται της οικίας της αναιρεσίβλητης", β) "το επίδικο δεν το μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη ο πατέρα της αλλά σ' αυτήν (πρώτη αναιρεσείουσα) με το με αριθμό 42/1976 προικοσύμφωνο ...

εάν ο πατέρας της ήθελε να μεταβιβάσει το επίδικο στην αναιρεσίβλητη (με το φούρνο και την αποθήκη που βρίσκονται στο επίδικο οικόπεδο) ... Θα ανέφερε ρητά στο με αρ. .../1982 συμβόλαιο ... ότι μεταβιβάζει το επίδικο με το φούρνο και την αποθήκη στην αναιρεσίβλητη ...", γ) τα δύο οικόπεδα των διαδίκων είχαν υψομετρική διαφορά, το επίδικο ήταν στο ίδιο επίπεδο με το οικόπεδο της πρώτης αναιρεσείουσας και άρα περιλαμβανόταν στο οικόπεδο της τελευταίας και δ) "Τα δύο ακίνητα οικόπεδα ήτοι το δικό της (πρώτης αναιρεσείουσας) και της αναιρεσίβλητης, χωρίζονταν με μανδρότοιχο από χωματόπλιθες που σώζεται μέχρι σήμερα όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν πρωτοδίκως και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και αντικειμενικά ο μανδρότοιχος αποτελεί σύνορο των δύο ιδιοκτησιών και τις χωρίζει:

ανατολικά του μανδρότοιχου βρίσκεται η δική της ιδιοκτησία, στην οποία ανήκει το επίδικο και δυτικά του μανδρότοιχου η ιδιοκτησία της αντιδίκου που δεν περιλαμβάνει το επίδικο", θα απέρριπτε κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω αναφερόμενα δεν έχουν χαρακτήρα διδαγμάτων κοινής πείρας και σε κάθε περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2010 αίτηση των Π. συζ. Ε. Κ. κλπ. για αναίρεση της 58/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμφίσσης, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ