Legislator Case Law & Legislation
927/2011 AI generated

Supreme Court allows partial restitution of voluntary payment made to avoid enforcement of final judgment.

Case Number 927/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellants' request for restitution of funds voluntarily paid to avoid enforcement of a final judgment. While the court rejected the claim for the remaining amount due to insufficient proof of acceptance by the respondent, it ordered the return of the verified 2,540 euros with interest. The decision rests on the principle that voluntary payments made to prevent execution do not create an immediate obligation for restitution until the final judgment is formally served.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340, 345, 346 of the Civil Code; Article 419 of the Civil Code: Voluntary payments made to avoid enforcement of a final judgment are subject to restitution only upon formal service of the decision, as no immediate claim for return exists prior to such notification.

Keywords

AI generated
voluntary payment restitution avoid enforcement judgment formal service requirement partial restitution order civil code articles 340 final judgment execution proof of acceptance

Cited Legislation

AI generated
Articles 340, 345, 346 of the Civil Code
Article 419 of the Civil Code
Article 421 of the Civil Code
Article 928 of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 975 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 1118 of the Civil Code
Article 1119 of the Civil Code
Article 1121 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
O. AP 18/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 927 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 927/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2. Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Νικόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βλάντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαρτίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 155/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 15 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.

Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγο (Ολ. ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, και 1121 ΑΚ συνάγεται ότι μπορεί να αποκτηθεί επί ακινήτου εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να παρέχει ωφέλεια σ' αυτόν, δηλαδή πραγματική δουλεία, τέτοια δε είναι και η δουλεία οδού (διόδου).

Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας επί ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ). Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974 και 975 ΑΚ, συνάγεται περαιτέρω ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτου επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας μεν, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας, αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται με διάνοια δικαιούχου υπέρ δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού (οιονεί νομή).

Από τις προμνημονευθείσες διατάξεις και ιδίως από τα άρθρα 1118, 1121 και 1045 ΑΚ συνάγεται ακόμη ότι η έκτακτη χρησικτησία προς κτήση πραγματικής δουλείας, ο χρόνος της οποίας είναι επίσης εικοσαετής, όπως προεκτέθηκε, προϋποθέτει ότι ο ασκών την οιονεί νομή δουλείας είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, η έναρξη της χρησικτησίας προς κτήση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού ο χρησιδεσπόζων καταστεί κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, δηλαδή, αν η κυριότητα αποκτάται με έκτακτη χρησικτησία, προτού συμπληρωθεί εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1132 ΑΚ, αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας και όταν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι ο καθένας από αυτούς, έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψη της στο μέλλον.

Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Περαιτέρω από τις αυτές ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση, από αδικοπραξία, λόγω προσβολής του δικαιώματος δουλείας, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής απαιτείται, εκτός των άλλων, να γίνεται περιγραφή του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος ακινήτου και να προσδιορίζεται η δουλεία οδού (διόδου), ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα τους, ήτοι να προσδιορίζονται η θέση, η έκταση και ο προσανατολισμός τους, κατά τρόπο ώστε να μπορούν αυτά να εντοπίζονται επακριβώς και να διαχωρίζονται από τα γειτονικά εδάφη, έστω και αν δεν αναφέρεται το μήκος των πλευρών τους σε μέτρα ή το σχήμα τους, επί πλέον δε πρέπει να αναφέρεται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου.

Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφ' όσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Ακόμη πρέπει να αναφέρονται, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντα (Α.Π. 1018/1996, Α.Π. 1729/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι είναι κυρία, νομεύς και κάτοχος, ενός ακινήτου, εκτάσεως 14.500 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "... ή ..." της περιφερείας Δ.Δ. ... του διευρυμένου Δήμου ..., ως νεμηθείσα και τούτο διανοία κυρίου μετά των δικαιοπαρόχων της από του έτους 1950 ότι, επειδή, το παραπάνω ακίνητό της ήταν περίκλειστο, είχε αφεθεί εντός της ομόρου προς νότο ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων δίοδος μήκους 97 μ.

και πλάτους 3 μ. και δι' αυτής είχε προσπέραση στον νοτιότερα διερχόμενο επαρχιακό δρόμο ... - ... και έτσι δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας κατέστη δικαιούχος πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ως άνω ακινήτου της και σε βάρος του ακινήτου του πρώτου των εναγομένων ως νεμηθείσα και τούτο διανοία δικαιούχου μετά των δικαιοπαρόχων της από του έτους 1950, ότι τον Οκτώβριο του 2002 οι εναγόμενοι την απέβαλαν παρανόμως εκ της οιονεί νομής της και κατέστρεψαν, μετά από αυτά, το υπόγειο πλαστικό σωλήνα υδρεύσεως που διήρχετο υπογείως δια μέσου του κτήματος των εναγομένων, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σ' αυτήν ζημία 61.542,6 ευρώ, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, και ότι με την 39/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αναγνωρίσθηκε το προαναφερόμενο δικαίωμα δουλείας της ενάγουσας επί του δουλεύοντος ακινήτου.

Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ως άνω ποσό νομιμοτόκως. Τα ανωτέρω στοιχεία είναι σαφή και επαρκή, καλύπτουν δε όλα τα περιστατικά που απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής αφού αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, τόσο το είδος, η θέση η έκταση και ο προσανατολισμός του δουλεύοντος και του δεσπόζοντος ακινήτου, κατά τρόπο ώστε να μπορούν αυτά να εντοπίζονται επακριβώς και να διαχωρίζονται από τα γειτονικά ακίνητα, όπως επίσης η θέση, το μήκος και το πλάτος της διόδου, ως και ο τρόπος κτήσεως του δικαιώματος δουλείας της ενάγουσας επ' αυτής.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος, υπό στοιχ. α, λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από τις ανωτέρω διατάξεις (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η αγωγή έπασχε αοριστία διότι δεν γινόταν περιγραφή των ανωτέρω ακινήτων, ούτε προσδιορίζονταν ο τρόπος κτήσεως του δικαιώματος δουλείας διόδου της ενάγουσας, είναι αβάσιμος.

II). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των ίδιων προσώπων με την αυτή ιδιότητα και μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν λογικά αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Έτσι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε αγωγή περί αποβολής από την οιονεί νομή του ενάγοντος, αφορά το δικαίωμα νομής αυτού κατά το χρόνο της αποβολής, όχι δε και το δικαίωμα δουλείας του τελευταίου επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση οιονεί νομή χρησικτησίας, η τυχόν δε εξέταση από το δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών (που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος), προς υποβοήθηση της κρίσεως του περί της αμφισβητούμενης οιονεί νομής επί του επιδίκου κατά τον χρόνο της αποβολής, δεν προσδίδει στις σχετικές αιτιολογίες της αποφάσεως ισχύ δεδικασμένου.

Άρα η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι ο ενάγων, επί αγωγής περί αποβολής από την οιονεί νομή, είναι οιονεί νομέας του ακινήτου κατά τον χρόνο της αποβολής του δεν δεσμεύει, ως παρεπίπτον κύριο ζήτημα, το δικαστήριο που θα κρίνει μεταγενέστερα την αγωγή αποζημιώσεως του ιδίου ενάγοντος, από αδικοπραξία, λόγω προσβολής του κτηθέντος με έκτακτη χρησικτησία δικαιώματος δουλείας αυτού επί της ιδίας διόδου (Α.Π. 1550/2010, Α.Π.451/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι κυρία, νομέας και κάτοχος, ενός ακινήτου, εμβαδού 14.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "... ή ..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Κ.

Γ., δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Μ., βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Ζ. και νότια εν μέρει με πρώην ιδιοκτησία Γ. Χ. και ήδη ιδιοκτησία του πρώτου των εναγομένων και εν μέρει με πρώην ιδιοκτησία Ν. Τ. και ήδη ιδιοκτησία δεύτερου των εναγομένων. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα κατά το έτος 1950 περίπου, με άτυπη παραχώρηση από την πατέρα της Π.

Γ., έκτοτε δε το νέμεται και το κατέχει με διάνοια κυρίας, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και το σκοπό του, δηλαδή οριοθέτηση, άροση, σπορά, αποτύπωση σε σχεδιαγράμματα. Ο πρώτος των εναγομένων είναι νομέας και κάτοχος του νοτίως του ακινήτου της ενάγουσας ευρισκομένου ακινήτου, εμβαδού 8.500 τ.μ.

περίπου, που συνορεύει ανατολικά εν μέρει με πρώην ιδιοκτησία Ν. Τ. και ήδη ιδιοκτησία του δεύτερου των εναγομένων και εν μέρει με ιδιοκτησία ενάγουσας, βόρεια με ιδιοκτησία ενάγουσας, δυτικά με ιδιοκτησία Κ. και νότια με επαρχιακή οδό ... - ..., περιήλθε δε σε αυτόν από αγορά από το Γ. Χ. του Ε., δυνάμει του υπ' αριθ. ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Λουκίας Τσαούση που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, το ακίνητο της ενάγουσας στερούνταν της αναγκαίας διόδου, η δε επικοινωνία του με το νοτίως αυτού ευρισκόμενο επαρχιακό δρόμο ... -... και η εξυπηρέτηση των αναγκών του (άροση, σπορά, συλλογή καρπού), καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, γινόταν διαμέσου διόδου, η οποία διέρχεται στο ανατολικό άκρο του ακινήτου του πρώτου των εναγομένων, στο όριο με το προς ανατολάς ευρισκόμενο ακίνητο του δεύτερου των εναγομένων πρώην ιδιοκτησίας Ν.

Τ.. Ειδικότερα, η δίοδος ξεκινά από τον νοτίως ευρισκόμενο προαναφερόμενο επαρχιακό δρόμο, προχωρεί παράλληλα στο ανατολικό (κοινό) όριο του (δουλεύοντος) ακινήτου του πρώτου των εναγομένων με το ακίνητο του δεύτερου από αυτούς, με κατεύθυνση προς βορρά και καταλήγει στο (δεσπόζον) ακίνητο της ενάγουσας, έχει δε συνολικό μήκος 97 μ.

περίπου, αποτελούμενη από δύο ευθύγραμμα τμήματα μήκους 59,97 τ.μ. και 38,82 τ.μ. αντίστοιχα, επί τεθλασμένης πλευράς, και πλάτος 3μ. Τη δίοδο αυτή, που αποτελούσε σχηματισμένο (πατημένο) δρόμο, χρησιμοποιούσε, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και στη συνέχεια η ίδια, καθώς και οι εκάστοτε μισθωτές του ακινήτου για λογαριασμό αυτής, για τη μετάβαση τους στο ακίνητο, πεζή και με τροχοφόρα οχήματα, με διάνοια δικαιούχων διέλευσης και όχι κατ' ανοχή του πρώην ιδιοκτήτη του δουλεύοντος ακινήτου Γ.

Χ.. Έτσι, η ενάγουσα κατέστη δικαιούχος πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της και σε βάρος του ακινήτου του πρώτου των εναγομένων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον χρησιμοποιούσε την προαναφερόμενη δίοδο ως οιονεί νομέας πλέον της εικοσαετίας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της.

Περαιτέρω, τον Οκτώβριο του έτους 2002 οι εναγόμενοι, στα πλαίσια άροσης του ακινήτου του πρώτου από αυτούς, όργωσαν και το σημείο όπου βρίσκεται η επίδικη δίοδος και τοποθέτησαν στην αρχή αυτής (νότια και βόρεια) περίφραξη από πασσάλους και συρματόπλεγμα, αποβάλλοντας έτσι την ενάγουσα από την οιονεί νομή της ως άνω δουλείας διόδου.

Τα ανωτέρω προκύπτουν με δύναμη δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 39/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (Τακτική Διαδικασία), που έκρινε (ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) επί της από 01-09-2003 αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θερμοπυλών, με την οποία (αγωγή) ζητούσε την αναγνώριση της προαναφερόμενης δουλείας, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον".

Επί τη βάσει δε των παραδοχών αυτών το Εφετείο επεδίκασε, όπως και πρωτοδίκως, στην ενάγουσα ως αποζημίωση, το ποσό των 35.599,75 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από την με τον προαναφερόμενο τρόπο στέρηση της διόδου προσπέλασης στο ακίνητο της κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003-2005.

Όμως με την από 1.9.2003 αγωγή, η τότε ενάγουσα, και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της οιονεί αυτής δουλείας διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, επί της αγωγής δε αυτής εκδόθηκε η 36/2006 ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία αναγνωρίστηκε υπέρ του ακινήτου της εναγομένης και σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας επί της προπεριγραφομένης διόδου, κατά τον χρόνο της αποβολής στις 10.10.2002, όχι δε και το δικαίωμα δουλείας της ενάγουσας επί της επιδίκου διόδου ή η άγουσα σε τέτοια κτήση οιονεί νομή χρησικτησίας, κατά το μεταγενέστερο ως άνω χρονικό διάστημα των ετών 2003-2005.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο, αφού το δεδικασμένο επί του ανωτέρω παρεμπιπτόντως κριθέντος ζητήματος, δηλαδή του δικαιώματος της οιονεί νομής της αναιρεσιβλήτου επί της επίδικης διόδου κατά την 10.10.2002, δεν δέσμευε το Εφετείο Λαμίας, που επιλήφθηκε της υπόθεσης ύστερα από την άσκηση της από 29.3.2006 αγωγής της αναιρεσίβλητης για την καταβολή αποζημιώσεως από αδικοπραξία, λόγω προσβολής του δικαιώματος δουλείας επί του δουλεύοντος ακινήτου, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα.

Επομένως το Εφετείο Λαμίας, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ότι από την ανωτέρω προηγούμενη κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας παραγόταν δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο, υπό στοιχ. δ, λόγο της αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή αίτηση αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

ΙII) Από τις διατάξεις των άρθρων 570 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, αν αποδειχθεί δε προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.

Η πιο πάνω αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, αρκεί να κατατεθούν μέχρι και της προηγουμένης της συζητήσεως ημέρας. Δεν απαιτείται για τη συζήτηση της καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της επικυρωθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τις από 29.4.2011 κατατεθείσες προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου επικαλούνται ότι εκουσίως προς αποφυγή εκτελέσεως της 132/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα πιο πάνω απόφαση, κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 49.439,26 ευρώ, για επιδικασθέν κεφάλαιο, τόκους και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, αιτούνται δε την επιστροφή αυτών των χρημάτων νομικοτόκως από της συζητήσεως της αναιρέσεως.

Από την προαποδεικτικώς προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 18.3.2009 απόδειξη του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Βάϊου Γιαννιτσόπουλου προαποδεικνύεται, κατά το άρθρο 928 Κ.Πολ.Δ., μόνο η καταβολή του ποσού των 2.540 ευρώ, δεν προαποδεικνύεται όμως η καταβολή άλλων ποσών για τα οποία οι αναιρεσείοντες εξέδωσαν επιταγή επί της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Και αυτό γιατί οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύεται ότι την επιταγή αυτή δέχθηκε η αναιρεσίβλητη αντί καταβολής, ώστε να είχε έτσι αποσβεστική ενέργεια (άρθρο 419 Ακ), ούτε προκύπτει από την προσκομιζόμενη ως άνω απόδειξη ότι η επιταγή αυτή εκδόθηκε αντί καταβολής, οπότε και κατά το άρθρο 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης προς ικανοποίηση του δανειστή αναλάβει έναντι αυτού νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται αντί καταβολής.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η υπό κρίση αίτηση και υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στους αναιρεσείοντες το πιο πάνω ποσό που προαποδεικτικώς αποδείχτηκε ότι της καταβλήθηκε, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της παρούσης αποφάσεως, γιατί πριν από την έκδοση της περί επαναφοράς των πραγμάτων αποφάσεως δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή των καταβληθέντων δυνάμει τελεσίδικης και εκτελεστής αποφάσεως και έτσι κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ απαιτείται επίδοση της προκειμένης αποφάσεως, ώστε να επέλθει όχληση, αφού η αίτηση επαναφοράς υποβλήθηκε με τις προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την προσβαλλομένη ως άνω 155/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρουμένης αποφάσεως.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα (2.540) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της προκειμένης αποφάσεως σε αυτήν.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ