Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding accountant salary classification and procedural reasoning defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a second-instance labor court decision, finding the lower court failed to apply the correct statutory definition of an accountant. The appellant, a graduate of the Technical Education Institute of Kavala, argued he should receive accountant wages based on his duties and education, while the opposing company contended otherwise. The court ruled that the lower court's decision lacked sufficient reasoning regarding the appellant's specific qualifications and prior experience, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 3, paragraph b, of Decision 146/1984 of the Athens Labor Court; The court must independently determine the legal characterization of a worker's status as an accountant or assistant accountant based on their duties and qualifications, and a second-instance decision is flawed if it fails to apply the relevant statutory definition or provides inadequate reasoning regarding the worker's specific educational background and prior experience.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 926 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 926/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καμπάνταη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Νόχου - Γρίβα και κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκε με την προφορικά ασκηθείσα και με τις από 13/3/2012 προτάσεις ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 17-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 16-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 εδ. β της υπ’ αριθ. 146/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ’ αριθ. 10262/1985 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 17/15.1.1985) και γενικώς υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 13225/1985 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 171/1.4.1985), ως λογιστές θεωρούνται α) αυτοί που υπεύθυνα κατευθύνουν και παρακολουθούν την εφαρμογή του όλου λογιστικού συστήματος σε κάθε ιδιωτική επιχείρηση, εκμετάλλευση, ίδρυμα ή σωματείο ή β) αυτοί που τηρούν τα κατά τον Εμπορικό Νόμο και τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων προβλεπόμενα λογιστικά βιβλία και αν αυτά τηρούνται σε κινητά φύλλα.
Τέτοια βιβλία θεωρούνται αυτά που παριστάνουν από μέρα σε μέρα τις λαμβάνουσες χώρα οικονομικές εν γένει πράξεις σε κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, ίδρυμα ή σωματείο, έστω και κατά κατηγορίες βιβλίων (ταμειακών, δηλαδή ημερολόγιο ταμείου, μη ταμειακών, δηλαδή ημερολόγιο διαφόρων πράξεων, ημερολόγιο εμπορευμάτων, ημερολόγιο αξιών κλπ) ως και αυτά στα οποία καταχωρούνται τα αναγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία και Ισολογισμοί.
Τήρηση δε αυτών των λογιστικών βιβλίων δεν αποτελεί η απλή κατ’ αντιγραφή καταχώριση των εγγραφών, αλλά η ανάλυση της οικονομικής πράξης, η λογιστική διατύπωση αυτής και η καταχώριση της ανάλογης εγγραφής στο ανάλογο ημερολόγιο ή και μία από τις ενέργειες αυτές, όπου υπάρχει κατανομή εργασίας (άρθ.2).
Ως βοηθοί λογιστές θεωρούνται οι απασχολούμενοι με τις κατευθύνσεις και οδηγίες των υπευθύνων λογιστών στα λογιστήρια (συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας σε τμήματα ή χώρο άλλο, ο οποίος έχει οργανική σχέση με το λογιστήριο) για την τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων, όπως και οι απασχολούμενοι με τη σύνταξη καταστάσεων ή άλλων εγγράφων που έχουν ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων στενά συνδεομένων με λογιστικά βιβλία, στα οποία, κατά πλήρη αντιγραφή ή περιληπτικά, αυτά καταχωρούνται κατόπιν, ασχέτως του χρησιμοποιουμένου μέσου (χειρόγραφο, χρήση ηλεκτρικής μηχανής) με τις οδηγίες υπεύθυνου λογιστού, είτε τηρούντες διάφορα στοιχεία χρησιμεύοντα στο λογιστήριο (τιμολόγια, διπλότυπα εισπράξεων, εξωλογιστικό ημερολόγιο, ημερήσιες καταστάσεις συναλλακτικών πράξεων κ.λπ.), είτε απασχολούνται με την ενημέρωση καρτελλών ή καταμέτρηση εμπορευμάτων, μη αποκλειομένης και της ανάθεσης από τον εργοδότη και άλλων υπαλληλικών εργασιών για συμπλήρωση του νόμιμου ωραρίου.
Η απλή και μόνο καταμέτρηση εμπορευμάτων, όπως και η απλή και μόνο ενημέρωση των καρτελλών περί των εισαγομένων και εξαγομένων ειδών, κατά την ποσότητα και το είδος αυτών, δεν προσδίδει στον εκτελούντα τις εργασίες αυτές εργαζόμενο την ιδιότητα του βοηθού λογιστού (άρθ. 3 εδ. β). Ο ορισμός του λογιστή και του βοηθού λογιστή που περιέχεται στην ανωτέρω διαιτητική απόφαση δεν μεταβλήθηκε από τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων περί των όρων εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών (ΑΠ 1171/1995, ΑΠ 1654/1995) και ειδικότερα από τις κατά το από 1.1.2005 έως 4.11.2010 κρίσιμο χρονικό διάστημα ισχύσασες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι λογιστές και βοηθοί λογιστών που απασχολούνται στις εν λόγω εμπορικές επιχειρήσεις, όπως η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, οι οποίες, ως κλαδικές, υπερισχύουν των ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ και διαιτητικών αποφάσεων για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών αυτών όλης της χώρας, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και οι οποίες (όλες) περιέχουν ρητή διάταξη, κατά την οποία ευνοϊκότεροι ατομικοί όροι εργασίας, ανώτερες αποδοχές και γενικά ευνοϊκότεροι όροι που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (νόμοι, προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις), όροι συλλογικών ρυθμίσεων (συλλογικές συμβάσεις και διαιτητικές αποφάσεις), καθώς και κανονισμοί εργασίας, επιχειρησιακή συνήθεια, έθιμα κλπ δεν θίγονται και εξακολουθούν να ισχύουν, και συγκεκριμένα από τις κατά το κρίσιμο χρόνο ισχύσασες:
α) την υπ’ αριθ. 51/2004 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών (πράξη κατάθεσης Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 37/9.11.2004) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 13549/9.12.2004 Απόφ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. (ΦΕΚ Β’ 1894/22.12.2004), β) την από 18.4.2005 ΣΣΕ (πράξη κατάθεσης Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 49/17.5.2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 12126/30.6.2005 Απόφ.
Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. (ΦΕΚ Β’ 967/12.7.2005), γ) την από 7.9.2006 ΣΣΕ (πράξη κατάθεσης Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 117/25.9.2006) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 13257/13.11.2006 Απόφ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. (ΦΕΚ Β’ 1736/7.12.2006) και δ) την από 30.7.2008 ΣΣΕ (πράξη κατάθεσης Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 103/5.8.2008) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 69041/6.10.2008 Απόφ.
Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. (ΦΕΚ Β’ 2137/15.10.2008). Περαιτέρω με το άρθρο 3 της από 3.6.1992 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας (πράξη κατάθεσης Υπ. Εργ. ....7.1992) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 14598/28.7.1992 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 504/6.8.1992) ορίσθηκε ότι ως λογιστές, πέραν των ισχυόντων από προηγούμενες ρυθμίσεις, θεωρούνται και α) οι πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστών των Ανωτέρων Σχολών Στελεχών Επιχειρήσεων ΚΑΤΕΕ - ΤΕΙ, που έχουν υπηρετήσει συνολικά επί εξαετία σαν βοηθοί λογιστές πριν ή μετά την λήψη του πτυχίου ή επί πενταετία μετά τη λήψη του πτυχίου, β) ....
Αντίστοιχη ρύθμιση περιελάμβανε και η διάταξη του άρθρου 3 εδάφιο α στοιχ. δ της ως άνω υπ’ αριθ. 146/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών με διαφοροποίηση ως προς απαιτούμενο χρόνο σε σχέση με τη λήψη του πτυχίου (οκταετία και εξαετία αντίστοιχα). Σκοπός της ανωτέρω ρύθμισης είναι η μεγαλύτερη επαγγελματική κατοχύρωση των βοηθών λογιστών που έχουν πτυχίο του Τμήματος Λογιστών των ΚΑΤΕΕ - ΤΕΙ, σε σχέση με εκείνους των βοηθών λογιστών που δεν έχουν πτυχίο ή έχουν πτυχίο κατώτερης επαγγελματικής σχολής, τους οποίους (πρώτους) χαρακτηρίζει λογιστές, μετά τη συμπλήρωση εξαετούς απασχόλησης πριν ή μετά τη λήψη του πτυχίου τους ή πενταετούς απασχόλησης μετά τη λήψη του πτυχίου και κατά συνέπεια τους εξομοιώνει μισθολογικά με τους λογιστές.
Προϋπόθεση της εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι το αντικείμενο της εργασίας των βοηθών λογιστών να τελεί σε άμεση συνάφεια με το διαγνωστικό αντικείμενο της επιστημονικής τους κατάρτισης και κατά συνέπεια δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν λογιστές υπάλληλοι που παρέχουν στον εργοδότη υπηρεσίες άσχετες με λογιστικές εργασίες της επιχείρησής του.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος από 15.5.1992 είναι πτυχιούχος του ΤΕΙ Καβάλας, προσελήφθη ως βοηθός λογιστή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 30.10.2000 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει αντικείμενο εργασιών της τις εισαγωγές - εξαγωγές και την εμπορία τηλεοράσεων, ηλεκτρικών ειδών και μικροσυσκευών, διατηρώντας τα κεντρικά γραφεία της στο ..., όπου και ο τόπος εργασίας του αναιρεσείοντος.
Ότι αυτός έκτοτε παρείχε εκεί την εργασία του μέχρι τις 4.11.2010, οπότε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία κατήγγειλε εγγράφως την ανωτέρω σύμβαση. Ότι για τους διαλαμβανόμενους αναλυτικά στην πιο πάνω απόφαση λόγους, όπως αυτοί προέκυψαν από τα επί μέρους αναγραφόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ο αναιρεσείων, καθ’ όλη τη λειτουργία της εργασιακής του σύμβασης απασχολήθηκε στην εναγομένη με την ιδιότητα του βοηθού λογιστή, η οποία αναγράφεται τόσο στην από 30.10.2000 έγγραφη σύμβαση πρόσληψής του, όσο και στην από 4.11.2010 έγγραφη καταγγελία της σύμβασής του.
Ότι ειδικότερα, αυτός υπό τις κατευθύνσεις και οδηγίες του προϊσταμένου του Π. Ν., πτυχιούχου λογιστικής και οικονομικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης, ασχολείτο με την καταχώρηση των τιμολογίων - δελτίων αποστολής σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, με βάση τις καταχωρημένες στο εμπορικό τμήμα της επιχείρησης παραγγελίες που ελάμβανε έντυπες, και την έκδοση των εν λόγω παραστατικών, ενώ δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι παρείχε και άλλες λογιστικές εργασίες.
Ότι η πιο πάνω εργασία του ενάγοντος δεν μπορεί να του προσδώσει την εργασιακή ιδιότητα του λογιστή σύμφωνα με τη προαναφερθείσα απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, αφού αυτός ούτε υπεύθυνα κατεύθυνε και ούτε παρακολουθούσε την εφαρμογή του όλου λογιστικού συστήματος της εργοδότριας του εταιρείας, ούτε επίσης τηρούσε τα προβλεπόμενα από το νόμο λογιστικά βιβλία, για τα οποία θέματα υπεύθυνο ήταν το φοροτεχνικό - λογιστικό γραφείο της εταιρείας "...
ΟΕ - Οικονομικοί και Φορολογικοί Σύμβουλοι Επιχειρήσεων", το οποίο είχε αναλάβει επ’ αμοιβή την παρακολούθηση και επίβλεψη της οικονομικής κατάστασης της αναιρεσίβλητης, τη τήρηση των λογιστικών βιβλίων της και τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων και ισολογισμών αυτής, με αποτέλεσμα η εργασία, την οποία προσέφερε, να είναι αυτή του βοηθού λογιστή, όπως και στο πρόγραμμα εργασίας η αναιρεσίβλητη τον ανέγραφε (...).
Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή και την έφεσή του, επικαλούμενος το προαναφερθέν άρθρο 3 της ΣΣΕ της 3.6.1992 που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 14598/1992 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, διατείνεται ότι η κτήση της ιδιότητας του λογιστή επέρχεται βάσει τυπικών και μόνο κριτηρίων και ως εκ τούτου, οι πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστών των Ανωτέρων Σχολών Στελεχών Επιχειρήσεων ΚΑΤΕΕ - ΤΕΙ, που έχουν υπηρετήσει συνολικά επί εξαετία σαν βοηθοί λογιστές πριν ή μετά τη κτήση του πτυχίου τους ή επί πενταετία μετά τη λήψη αυτού (πτυχίου) χαρακτηρίζονται από το νόμο ως λογιστές, ανεξάρτητα από τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί από τον εργοδότη τους και ότι (κατά τους ισχυρισμούς του), αφού πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του λογιστή, δεδομένου ότι κατά το χρόνο πρόσληψης είχε προϋπηρεσία, ως βοηθός λογιστή, άνω των 6,5 ετών, μετά τη λήψη του πτυχίου του ΤΕΙ Καβάλας, την 15.5.1992, εργαζόμενος α) στο λογιστικό γραφείο του Γ.
Σ. τον Ιούνιο του 1992 επί ένα μήνα, β) στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" και διακριτικό τίτλο "..." κατά το διάστημα από 19.10.1992 έως 31.12.1993 (1 έτος και 2 μήνες) και γ) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "..." κατά το διάστημα από 1.8.1994 έως 30.11.1999 (5 έτη και 4 μήνες) κατά την εργασία του στην εναγομένη θεωρείτο ως λογιστής και θα έπρεπε να αμείβεται με την ειδικότητα αυτή.
Ότι ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός και λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Ότι η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι αυθαίρετη και αστήρικτη, δεδομένου ότι οι λόγοι που αντικειμενικά δικαιολογούν τη θέσπιση της παραπάνω ρύθμισης συνίστανται σε μια ελαχίστη επαγγελματική των αποφοίτων των συγκεκριμένων Ανωτάτων Σχολών και στη παροχή σε αυτούς αυξημένων μισθολογικά δικαιωμάτων σε σχέση με κατόχους υποδεεστέρων τίτλων σπουδών, όταν όμως το αντικείμενο της εργασίας των προσώπων αυτών τελεί σε άμεση συσχέτιση με το διαγνωστικό αντικείμενο της επιστημονικής τους κατάρτισης....
Ότι η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει τη κτήση της ιδιότητας του λογιστή με βάση τυπικά και μόνο κριτήρια, αλλά ένα νομικό πλάσμα προκειμένου να εξομοιώσει μισθολογικά, με την επαγγελματική κατηγορία των λογιστών όχι οποιουσδήποτε πτυχιούχους οικονομικών σχολών, αλλά μόνο εκείνους που παρείχαν εξαρτημένη εργασία ως βοηθοί λογιστές και εξακολουθούν να παρέχουν μετά τη παρέλευση του παραπάνω χρονικού ορίου την ίδια εργασία, δηλαδή του βοηθού λογιστού.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλουμένη με την αγωγή εργασιακή ιδιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως λογιστή, η οποία αποτελούσε την ιστορική βάση των διεκδικουμένων αξιώσεών του για την καταβολή μισθολογικών διαφορών μεταξύ των νομίμων αποδοχών της ειδικότητας αυτής και των καταβληθεισών σε αυτόν αποδοχών, καθώς και των υπολογιζομένων επί των πρώτων αμοιβών ιδιόρρυθμων υπερωριών, υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και επιδόματος ισολογισμού, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εργασιακή του ιδιότητα είναι εκείνη του βοηθού λογιστή, εργασία που είναι διαφορετική κατά είδος από εκείνη του λογιστή, αποφάνθηκε ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμη, καθόσον όλες οι αξιώσεις του ενάγοντος βασίζονταν επί μη αποδεικνυομένης διαφορετικής εργασιακής ιδιότητας, δηλαδή εκείνης του λογιστή.
Ακολούθως με σχετική αναφορά στο σκεπτικό του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφενός μεν δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τους σχετικούς λόγους έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά το μέρος που αυτοί έπλητταν τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που αφορούσαν την αγωγή, κρίνοντας ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής και των προσθέτων λόγων, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κρίνοντας αντιθέτως είχε κατά ένα μέρος δεχθεί την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, και κρατώντας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, αφετέρου δε απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσία την αντίθετη έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός παραπονείτο για τη μερική απόρριψη της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. (Σημειώνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την ασκηθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις ανταγωγή αυτής, επικυρώνοντας κατά το κεφάλαιο αυτό την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου).
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 3 της από 3.6.1992 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας (πράξη κατάθεσης ....7.1992), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 14598/1992 Α.Υ. Εργασίας, της οποίας γινόταν ρητή αναφορά και επί πλέον οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής της διαλαμβάνονταν στο οικείο αγωγικό δικόγραφο, με περαιτέρω μνεία ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έπρεπε, επομένως, να αμείβεται ως λογιστής "σε κάθε περίπτωση", ενώ επίσης διαλαμβανόταν στην αγωγή ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, στα πλαίσια της εργασίας του ως "λογιστή", ήταν επιφορτισμένος με την έκδοση των παραστατικών της εργοδότριας εταιρείας, την καταχώριση των εισαγωγών στο σύστημα του Η/Υ αυτής, με εισπράξεις χρημάτων από πωλήσεις χονδρικής και λιανικής, με την έκδοση του ημερησίου κύκλου εργασιών (τζίρου) και σε σύγκριση αυτού με τον αντίστοιχο περσινό, με απογραφή στο τέλος της χρήσης κλπ, ήτοι διαλαμβάνονταν στο οικείο δικόγραφο τα επί μέρους καθήκοντα αυτού στο πλαίσιο της απασχόλησής του, και κατά συνέπεια ο νομικός χαρακτηρισμός της ιδιότητας του ενάγοντος ως λογιστή ή βοηθού λογιστή, με βάση τα πιο πάνω καθήκοντα, όπως αυτά αναφέρονταν στο οικείο δικόγραφο και ήθελαν στη συνέχεια προκύψει από την αποδεικτική διαδικασία, να είναι έργο του δικαστηρίου.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλομένη απόφασή του αφενός μεν δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, παρόλο που αυτή ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το μεν ο αναιρεσείων απασχολήθηκε στην εμπορική επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας ως βοηθός λογιστή καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης από την έναρξή της στις 30.10.2000 έως τις 4.11.2010, οπότε αυτή λύθηκε με καταγγελία, ασχολούμενος ειδικότερα με την καταχώρηση των τιμολογίων - δελτίων αποστολής σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, με βάση τις καταχωρημένες στο εμπορικό τμήμα της επιχείρησης παραγγελίες που ελάμβανε έντυπες, και την έκδοση των εν λόγω παραστατικών (και δεν απασχολείτο σε άσχετη εργασία), το δε ήταν πτυχιούχος του ΤΕΙ Καβάλας από 15.5.1992, ήτοι σε χρόνο πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης, με συνέπεια (υπό την προϋπόθεση ότι το πτυχίο αυτό αφορούσε τμήμα λογιστικής του εν λόγω ΤΕΙ) αυτός να δικαιούται των αποδοχών του λογιστή από την πρόσληψή του (σε περίπτωση πέντε τουλάχιστον ετών προϋπηρεσίας αυτού ως βοηθού λογιστή σε άλλες επιχειρήσεις πριν τη πρόσληψή του), σε κάθε δε περίπτωση να δικαιούται των αποδοχών του λογιστή τουλάχιστον από 30.10.2005 (εφόσον δεν αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός αυτού ότι είχε την επικαλουμένη προϋπηρεσία ως βοηθός λογιστή σε άλλες επιχειρήσεις πριν τη πρόσληψή του), αφετέρου δε διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει στο απορριπτικό του πόρισμα, διότι δεν διέλαβε παραδοχές περί του είδους του ανωτέρω πτυχίου, περί της προϋπηρεσίας ή μη του αναιρεσείοντος για διάστημα άνω των έξι ετών ως βοηθός λογιστής στις προαναφερθείσες στην αγωγή τρεις επιχειρήσεις και περί γνωστοποίησης της ως άνω προϋπηρεσίας και του πτυχίου του στην αναιρεσίβλητη εταιρεία κατά την πρόσληψή αυτού.
Επομένως ο πρώτος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως αυτός παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τον εισηγητή κατά την παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 201/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ