Legislator Case Law & Legislation
926/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tax fraud conviction, rejecting statute of limitations and double jeopardy arguments.

Case Number 926/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance tax fraud conviction, ruling that the prosecution was timely and admissible. The appellant argued the statute of limitations had expired and that a prior pending case barred this prosecution, but the court found the limitation period started later than claimed and the new case was chronologically subsequent. Consequently, the court rejected all grounds for appeal and ordered the appellant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19(1) and 4 of Law 2523/1997; Article 2(8) of Law 2954/2001; Articles 510(1)(D), (E), (H) of the Code of Criminal Procedure; Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure. The court established that the statute of limitations for tax fraud begins upon the discovery of the crime by tax authorities, and a subsequent pending prosecution does not constitute double jeopardy if the current case is procedurally prior.

Keywords

AI generated
statute of limitations tax fraud double jeopardy criminal appeal procedural priority court costs Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 19(1) and 4 of Law 2523/1997
Article 40(1) of Law 3220/2004
Article 3(2) of Law 3943/2011
Article 2(8) of Law 2954/2001
Article 510(1)(D), (E), (H) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 926 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 926/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου (κωλουομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αγγελική Αλειφεροπούλου και Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1512/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Mε πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Στέργιο Κίκα.

Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 6 Νοεμβρίου 2014, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1171/2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40 παρ.1 Ν. 3220/2004 και 3 παρ.2 Ν. 3943/2011, καταλαμβάνει δε την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως, "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ....4.Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής....".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, που συνιστά μία από τις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων.

Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή και για μέρος αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση ή αποδοχή των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων.

Ήδη, δια του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 129/17-10-2015), αντικαταστάθηκαν οι παραπάνω διατάξεις με την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 66 παρ.5, που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ", με την οποία προβλέπεται αντίστοιχη ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους (σε βαθμό πλημμελήματος) για την έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ και υπολείπεται του ποσού των 200.000 ευρώ, ενώ με την προγενέστερη ρύθμιση το ανώτατο όριο για την τιμωρία της εν λόγω πράξεως σε βαθμό πλημμελήματος ήταν τα 150.000 ευρώ, οπότε στην υπό κρίση υπόθεση (όπου η συνολική αξία των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ και είναι κατώτερη των 150.000 ευρώ), εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση ευνοϊκότερης ρυθμίσεως ως προς την ποινή για τον κατηγορούμενο, κατά το άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ., εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως, προεκτεθείσες διατάξεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ.1 περ. β’ Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Η συνέργεια αυτή απαιτεί οποιαδήποτε συνδρομή "υλικής" φύσεως, συνδεόμενη αμέσως προς την πράξη του αυτουργού, η έννοια της οποίας (συνδρομής) μπορεί να συνίσταται και σε ενέργεια βοηθητική προς τον αυτουργό του εγκλήματος κατά την εκτέλεση του αδικήματος, που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση αυτού.

Υποκειμενικώς, απαιτείται να υπάρχει δόλος στον άμεσο συνεργό, που συνίσταται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα (αυτουργό) κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως, μόνο δε στην περίπτωση, κατά την οποία για την πραγμάτωση της άδικης πράξεως απαιτείται και άμεσος ή υπερχειλής δόλος πρέπει και ο συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο, ο οποίος αρκεί και για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας στην άνω πράξη, αφού και ο άμεσος συνεργός τέτοιας πράξεως, όπως προεκτέθηκε, πράττει με τον ίδιο δόλο.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 1512/2013, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής: "Το έτος 2002 ιδρύθηκε η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με αντικείμενο των εργασιών της την εμπορία λιπαντικών, ορυκτελαίων, ελαστικών αυτοκινήτων και οικοδομικών υλικών, με έδρα το ....

Σύμφωνα με τη συστατική της πράξη, αλλά στην πραγματικότητα κατά τους τύπους και μόνον, μοναδικός εταίρος, διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής (εταιρίας) ήταν η Β. Π., γεννημένη το έτος 1936, συνταξιούχος του ΟΓΑ, αγράμματη και ασχολουμένη με τα οικιακά. Η ως άνω εταιρία ήταν ανύπαρκτη επαγγελματικά, υπό την έννοια ότι ουδέποτε άσκησε την ως άνω εμπορική δραστηριότητα, καθόσον δεν διέθετε κανένα από τα αναγκαία μέσα για την άσκηση της ως άνω εμπορικής δραστηριότητας και συγκεκριμένα ουδέποτε είχε στην κατοχή της μέσα μεταφοράς για την μεταφορά των εμπορευμάτων, ουδέποτε απασχόλησε εργατοϋπαλληλικό προσωπικό, δεν συνεργάσθηκε με άλλη επιχείρηση που κατείχε ή εκμίσθωνε μεταφορικά μέσα ή εξοπλισμό ή απασχολούσε εργατοϋπαλληλικό προσωπικό, δεν διέθετε του απαιτούμενους αποθηκευτικούς χώρους για την αγορά και πώληση των ανωτέρω εμπορευμάτων και ιδίως των ελαστικών και ανταλλακτικών αυτοκινήτων και μηχανημάτων, τα οποία με τα παρακάτω τιμολόγια - δελτία αποστολής φέρεται ότι πώλησε, δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στο ακίνητο που δήλωσε ως έδρα της και ποτέ δεν προέβη σε αγορές εμπορευμάτων, ώστε να έχει τη δυνατότητα να προβεί σε πωλήσεις αυτών.

Συνεστήθη και λειτούργησε αποκλειστικά και μόνο για τη νομιμοφάνεια των συναλλαγών, για τις οποίες εκδίδονταν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία. Πραγματικός υπεύθυνος της ως άνω εταιρίας και υποκρυπτόμενος της, κατά φαινόμενο μόνο, ιδρύτριας και εκπροσώπου αυτής Β. Π. ήταν ο υιός της Α. Π., ο οποίος εμπορευόταν τα φορολογικά στοιχεία της ως άνω εταιρίας με σκοπό οι λήπτες αυτών να φοροδιαφεύγουν.

Ο κατηγορούμενος ενώ γνώριζε όλα τα παραπάνω, δηλ. ότι η ως άνω εταιρία ήταν ανύπαρκτη επαγγελματικά και υφίστατο αποκλειστικά και μόνο για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων καθώς και ότι τα φορολογικά στοιχεία που εξέδιδε με την επωνυμία της ως άνω εταιρίας ο πραγματικός και υποκρυπτόμενος διαχειριστής αυτής Α.

Π. ήταν εικονικά, διότι αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, με πρόθεση παρέσχε στον ως άνω πραγματικό και υποκρυπτόμενο διαχειριστή της παραπάνω εταιρίας Α. Π. άμεση συνδρομή στη διάρκεια και εκτέλεση της κύριας πράξης της έκδοσης από αυτόν με την επωνυμία της ως άνω εταιρίας των αναφερομένων παρακάτω εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές.

Η άμεση συνδρομή αυτού συνίστατο στο ότι ανεύρισκε επιτηδευματίες, που ενδιαφέρονταν να λάβουν, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, εικονικά φορολογικά στοιχεία, προκειμένου να αυξήσουν τις δαπάνες τους ώστε να συμψηφίσουν ή να μην αποδώσουν στο Δημόσιο ΦΠΑ ή να μειώσουν τα καθαρά κέρδη τους ώστε να μην αποδώσουν το φόρο εισοδήματος στο Δημόσιο και στη συνέχεια ενημέρωνε σχετικά τον Α.

Π., ο οποίος εξέδιδε υπό την επωνυμία της ανωτέρω ανύπαρκτης επαγγελματικά και εμπορικά εταιρίας τα εικονικά φορολογικά στοιχεία και ακολούθως ο κατηγορούμενος τα παρέδιδε ο ίδιος στα ανωτέρω πρόσωπα. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος βρήκε ο ίδιος τους παρακάτω επιχειρηματίες Ι. Κ., Γ. Κ., Κ. Κ., Σ. Κ., Β. Μ., Θ.-Ρ., Β.

Γ. και Χ. Μ., οι οποίοι ενδιαφέρονταν να λάβουν εικονικά τιμολόγια, προκειμένου να φοροδιαφύγουν, ενημέρωσε σχετικά τον ανωτέρω Α. Π., ο τελευταίος συμπλήρωσε και υπέγραψε τα παρακάτω αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια-δελτία αποστολής, υπό την επωνυμία της ανωτέρω ΕΠΕ και ο κατηγορούμενος τα παρέδωσε στους ανωτέρω επιχειρηματίες, γνωρίζοντας ότι οι αναφερόμενες σ’ αυτά συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες στο σύνολο τους.

Συγκεκριμένα εκδόθηκαν και παραδόθηκαν, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, κατά τα προεκτεθέντα, τα ακόλουθα φορολογικά στοιχεία, τα οποία ήσαν όλα εικονικά, καθώς αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές:

1. στην επιχείρηση "Κ. Ι." α) το ...22.8.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί 15 ελαστικά και 2 βαρ. γράσα καθαρής αξίας 7.160 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1288,8 ευρώ, β) το .../30.11.2004 τιμολόγιο πώλησης, (και το …//2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) 1 κουβούκλιο και 1 σασμάν και διαφορικά καθαρής αξίας 12.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 2160 ευρώ, 2.

στην επιχείρηση "Κ. Γ." α)το …/20.8.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί 8 ελαστικά και 10 βαρ. λιπαντικά καθαρής αξίας 7.870 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1416,6 ευρώ, β) το ...30.11.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το…/2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) λιπαντικά πετρελαίου και αντιψυκτικά, καθαρής αξίας 13.100 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 2358 ευρώ, 3.

στην επιχείρηση "Κ. Κ." α)το …28.8.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί ελαστικά και 6 βαρ. λιπαντικά καθαρής αξίας 7.260 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1306,8 ευρώ, β) το .../30.11.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το …2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) μπουκάλες και βάσεις κομπλέ, τρόμπες (ανταλλακτικέ αυτοκινήτων) καθαρής αξίας 9.600 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.728 ευρώ, 4.

στην επιχείρηση "Κ. Σ." το ...10.9.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί πετρέλαιο κίνησης καθαρής αξίας 7.020 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.263,6 ευρώ, 5. στην επιχείρηση "Μ. Β." το …30.8.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το …2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) ελαστικά και λιπαντικά καθαρής αξίας 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.080 ευρώ 6.

στην επιχείρηση "Ψ. Γ." το …30.8.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το …/2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) ελαστικά, λιπαντικά, ζάντες καθαρής αξίας 6.050 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.089 ευρώ 7. στην επιχείρηση "Ρ. Θ." το …/30.9.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το …/2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) σασμάν κομπλέ καθαρής αξίας 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.080 ευρώ 8.

στην επιχείρηση "Γ. Β." το ...30.9.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το …2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) σασμάν κομπλέ καθαρής αξίας 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.080 ευρώ.

9. στην επιχείρηση "Μ. Χ." το ...30.8.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) ελαστικά και λιπαντικά καθαρής αξίας 5.980 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.076 ευρώ.

Τα παραπάνω αποδείχθηκαν από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ ιών οποίων και η από 25-7- 2011 έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ Περ/κής Δ/νσης Θεσσαλίας και δεν αναιρούνται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Το γεγονός ότι σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τον κατηγορούμενο έκθεση γραφολογικής διερεύνησης τα επίδικα τιμολόγια δεν έχουν συνταχθεί ιδιοχείρως από τον κατηγορούμενο δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή και δεν αναιρεί όσα προεκτέθηκαν.

Η ως άνω έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΣΔΟΕ Θεσσαλίας θεωρήθηκε από τον αρμόδιο προϊστάμενο αυτού στις 30-9-2011, έκτοτε δε άρχισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 8 και 9 του Ν. 2954/2001 που προστέθηκαν στην παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν.2523/1997, να τρέχει η παραγραφή, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει συμπληρωθεί και άρα πρέπει να απορριφθεί η ένσταση παραγραφής, που πρόβαλε ο κατηγορούμενος.

Περαιτέρω από το αναγνωσθέν υπ’ αρ. 155/2013 από 12-6-2013 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας προκύπτει ότι κατά του κατηγορουμένου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, κατ’ εξακολούθηση, στην οποία περιλαμβάνονται μερικότερες πράξεις, που ταυτίζονται με αυτές που αναφέρονται στην παρούσα κατηγορία, και η οποία εκκρεμεί, σε πρώτο βαθμό, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας και έχει ορισθεί δικάσιμος, μετ’ αναβολή, η 13-1-2014.

Επομένως η ως άνω ποινική δίωξη είναι μεταγενέστερη χρονικά της παρούσας ποινικής δίωξης, η οποία ήδη εκδικάζεται σε δεύτερο βαθμό και επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας και άρα ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απαράδεκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατόπιν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την ανωτέρω πράξη όπως αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας και να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ του ΠΚ, καθώς συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.

Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη (άρθρ. 84 παρ.2 περ. ε’ Π.Κ.), της αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους κατ’ εξακολούθηση, για την οποία του επέβαλε φυλάκιση δεκαοκτώ (18) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ ημερησίως και στη συνέχεια, δια της επακολουθήσασας υπ’ αριθ. 868/2014 αποφάσεώς του, σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο, του ότι, στα Τρίκαλα στις 30-9-2011, χρόνος κατά τον οποίο θεωρήθηκε η σχετική έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΣΔΟΕ Περ/κής Δ/νσης Θεσσαλίας και που αποτελεί έναρξη της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος κατ’ άρθρο 2 παρ. 8 και 9 του Ν. 2954/2001, διαπιστώθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 22-8-2004 έως 30-11-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος τέλεσε το αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, δηλαδή φορολογικών στοιχείων, που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες, σ σύνολο τους, και συγκεκριμένα με πρόθεση ενεργώντας παρείχε άμεση και αναγκαία συνδρομή στο δράστη άδικης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης και ειδικότερα παρείχε άμεση συνδρομή στον Α.

Π. ο οποίος ως πραγματικός υπεύθυνος και υποκρυπτόμενος στην εταιρία της οποίας κατά φαινόμενο μόνο εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν η γεννηθείσα το έτος 1936, μητέρα του Β. Π., εξέδωσε τα παρακάτω αναγραφόμενα τιμολόγια-δελτία αποστολής, τα οποία ήσαν εικονικά, διότι εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, αφού η ανωτέρω μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με αντικείμενο εργασιών την εμπορία λιπαντικών, ορυκτελαίων, ελαστικών αυτοκινήτων και οικοδομικών υλικών, ήταν ανύπαρκτη επαγγελματικά, υπό την έννοια ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή της μέσα μεταφοράς για την μεταφορά των εμπορευμάτων, δεν απασχόλησε εργατοϋπαλληλικό προσωπικό ώστε να έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει τις πάσης φύσεως συναλλαγές που φέρεται ότι πραγματοποίησε, δεν είχε συνεργασία με άλλη επιχείρηση που κατείχε ή εκμίσθωνε μεταφορικά μέσα ή εξοπλισμό ή απασχολούσε εργατοϋπαλληλικό προσωπικό, δεν διέθετε του απαιτούμενους αποθηκευτικούς χώρους για την αγορά και πώληση ελαστικών και ανταλλακτικών αυτοκινήτων και μηχανημάτων, δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στο χώρο που δήλωνε ως έδρα της και ουδέποτε προέβη σε αγορές εμπορευμάτων για να έχει τη δυνατότητα να προβεί σε πωλήσεις αυτών.

Ο κατηγορούμενος αν και γνώριζε όλα τα παραπάνω δηλ. ότι η ανωτέρω εταιρία δεν είχε πραγματική οντότητα και εμπορική δραστηριότητα και δεν είχε δραστηριοποιηθεί ποτέ εμπορικά αφού δεν πραγματοποίησε ποτέ κάποια πραγματική εμπορική συναλλαγή ούτε άλλωστε διακίνησε από το φερόμενο ως έδρα της επιχείρησής της κατάστημα τα διαλαμβανόμενα στα επίμαχα τιμολόγια-δελτία αποστολής εμπορεύματα, ότι ο πραγματικός υπεύθυνος και υποκρυπτόμενος στην ως άνω εταιρία, ο υιός της κατά φαινόμενο ιδρύτριας και διαχειρίστριας αυτής Β.

Π., Α. Π., εμπορευόταν (πωλούσε έναντι αντιτίμου) τα φορολογικά στοιχεία αυτής (εταιρίας) με σκοπό οι λήπτες αυτών να φοροδιαφεύγουν, παρείχε στον ανωτέρω συνδρομή, συνιστάμενη στην ανεύρεση των παρακάτω αναφερομένων επιχειρηματιών, που ενδιαφέρονταν να εφοδιασθούν με εικονικά φορολογικά στοιχεία, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, προκειμένου να αυξήσουν τις δαπάνες τους ώστε να συμψηφίσουν ή να μην αποδώσουν στο Δημόσιο ΦΠΑ ή μειώσουν τα καθαρά κέρδη τους ώστε να μην αποδώσουν το φόρο εισοδήματος στο Δημόσιο, στην πληροφόρηση σχετικά του Α.

Π., προκειμένου αυτός να τα εκδώσει με την επωνυμία και για λογαριασμό της ως άνω ΕΠΕ και στην παράδοση από τον κατηγορούμενο στους ως άνω ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες των κατωτέρω εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ενεργώντας έτσι κατ’ εξακολούθηση καθόλο το παρακάτω χρονικό διάστημα παρείχε, με τον ανωτέρω ειδικότερο τρόπο, στον "εν τοις πράγμασι" διαχειριστή της ανωτέρω εταιρίας Α.

Π. την άμεση συνδρομή του στην έκδοση από τον τελευταίο με την επωνυμία και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας προς τους παρακάτω αναφερόμενους επιχειρηματίες εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ όχι όμως και το ποσό των 150.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα με την άμεση και αναγκαία συνδρομή του κατηγορουμένου ο ανωτέρω Α. Π. εξέδωσε τα ακόλουθα εικονικά φορολογικά στοιχεία: 1. στην επιχείρηση "Κ. Ι." α) το ...22.8.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί 15 ελαστικά και 2 βαρ. γράσσα καθαρής αξίας 7.160 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1288,8 ευρώ, β) το .../30.11.2004 τιμολόγιο πώλησης, (και το …2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) 1 κουβούκλιο και 1 σασμάν και διαφορικά καθαρής αξίας 12.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 2160 ευρώ, 2.

στην επιχείρηση "Κ. Γ." α)το ...20.8.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί 8 ελαστικά και 10 βαρ. λιπαντικά καθαρής αξίας 7.870 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1416,6 ευρώ, β) το ...30.11.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) λιπαντικά πετρελαίου και αντιψυκτικά, καθαρής αξίας 13.100 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 2358 ευρώ, 3.

στην επιχείρηση "Κ. Κ." α)το ...28.8.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η"..." να πωλεί ελαστικά και 6 βαρ. λιπαντικά καθαρής αξίας 7.260 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1306,8 ευρώ, β) το .../30.11.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) μπουκάλες και βάσεις κομπλέ, τρόμπες (ανταλλακπ αυτοκινήτων) καθαρής αξίας 9.600 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.728 ευρώ, 4.

στην επιχείρηση "Κ. Σ." το ...10.9.2004 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί πετρέλαιο κίνησης καθαρής αξίας 7.020 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.263,6 ευρώ.

5. στην την επιχείρηση "Μ. Β." το ...30.8.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) ελαστικά και λιπαντικά καθαρής αξίας 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.080 ευρώ.

6. στην επιχείρηση "Ψ. Γ. " το ...30.8.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) ελαστικά, λιπαντικά, ζάντες καθαρής αξίας 6.050 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.089 ευρώ.

7. στην επιχείρηση "Ρ. Θ." το ...30.9.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) σασμάν κομπλέ καθαρής αξίας 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.080 ευρώ.

8. στην επιχείρηση "Γ. Β." το ...30.9.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) σασμάν κομπλέ καθαρής αξίας 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.080 ευρώ.

9. στην επιχείρηση "Μ. Χ." το ...30.8.2004 τιμολόγιο πώλησης (και το ...2004 δελτίο αποστολής) με το οποίο φερόταν η "..." να πωλεί (και να αποστέλλει) ελαστικά και λιπαντικά καθαρής αξίας 5.980 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 1.076 ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.

Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε φοροδιαφυγή (σε βαθμό πλημμελήματος) με τη μορφή της εκδόσεως εικονικών τιμολογίων-δελτίων αποστολής για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Ειδικότερα, εξειδικεύονται με τα πλήρη στοιχεία τους τα φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια και δελτία αποστολής), τα οποία εξέδωσε ο αναφερόμενος αυτουργός του εγκλήματος με τη συνδρομή, κατά την πραγμάτωση αυτού, του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, συνιστάμενη στις περιγραφόμενες βοηθητικές πράξεις του τελευταίου, εκτίθεται η εικονικότητα τούτων (φορολογικών στοιχείων) και η γνώση αυτής από τον κατηγορούμενο, με αναφορά των περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η εικονικότητα, ως αφορώντων ανύπαρκτες συναλλαγές, τα ποσά των εικονικών φορολογικών στοιχείων, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται σε 94.040 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.

συνολικής αξίας 16.926,80 ευρώ, διαλαμβάνεται δε και η αιτία εκδόσεώς τους, καθώς και ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ήδη αναιρεσείων παρέσχε την αναγκαία για την τέλεση του παραπάνω εγκλήματος φοροδιαφυγής συνδρομή του στον αυτουργό, ενώ το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως το δόλο του, που καλύπτει και την εκ μέρους του γνώση της εικονικότητας των επίμαχων φορολογικών στοιχείων, διότι αυτός (δόλος) ενυπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως.

Σημειωτέον, ότι, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή, ότι τα επίμαχα εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρ. 8 Ν. 4337/2015 (αντίστοιχες των προϊσχυσασών παραβάσεων των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997), δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της ευνοϊκότερης για τον κατηγορούμενο -μόνο επί συνδρομής της προϋποθέσεως, ότι τα εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τον ανωτέρω σκοπό- ήδη ισχύουσας διατάξεως του άρθρου 66 παρ.5 εδ.

γ’ Ν. 4174/2013, κατά την οποία στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για τη συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, λόγω καθιερώσεως, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων.

Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με τις παραδοχές της οποίας ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παρέδωσε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία στους αναφερόμενους επιχειρηματίες έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται το ύψος του ανταλλάγματος τούτου, ποίο το όφελος αυτού ή ο σκοπός της συμμετοχικής του δράσεως, καθόσον αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της υποστάσεως του προαναφερόμενου εγκλήματος, για το οποίο εκείνος καταδικάστηκε.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1, 3, 112 και 113 παρ.1, 3 του Π.Κ. η παραγραφή της πράξεως, η χρονική διάρκεια της οποίας για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως συμβαίνει, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και στα εγκλήματα του προπαρατεθέντος άρθρου 19 Ν. 2523/1997, στα οποία δεν συμπίπτει ο χρόνος τελέσεως της πράξεως με εκείνον της ενάρξεως της παραγραφής, η οποία αρχίζει από μεταγενέστερο χρονικό σημείο εκείνου της τελέσεως της πράξεως, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), αναστέλλεται δε για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όμως η αναστολή αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια, ενώ, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 370 στοιχ.

β’ και 511 Κ.Ποιν.Δ., η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο και οδηγεί, εφόσον αυτή διαπιστωθεί, στο τέλος της ποινικής δίκης με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως.

Ως προς την παραγραφή των εγκλημάτων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, με την παράγρ. 8 του άρθρου 2 Ν. 2954/2-11-2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", προστέθηκε στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 Ν. 2523/11-9-1997 δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο".

Η ρύθμιση αυτή είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο: α) τόσο από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, αφού για το προβλεπόμενο από το άρθρο 19 Ν. 2523/1997 αδίκημα της φοροδιαφυγής, που διαπράττεται με την έκδοση ή την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθορίζει ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε το σχετικό έλεγχο, δηλαδή χρόνο προγενέστερο από εκείνον, που όριζε αρχικά για την έναρξη της παραγραφής του ίδιου αδικήματος η παράγραφος 10 του άρθρου 21 Ν. 2523/1997, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της, β) όσο και από την ήδη ισχύουσα, κατά το άρθρο 68 παρ.2 Ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρ. 8 Ν. 4337/17-10-2015, η οποία είναι ταυτόσημη με την κατά τα άνω αρχική ρύθμιση.

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 Ν. 2954/2001 εφαρμόζεται, ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 Π.Κ., και για τα εγκλήματα της εκδόσεως ή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που τελέσθηκαν μέχρι το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της τελευταίας δυσμενέστερης ρυθμίσεως (Ν. 4337/17-10-2015), λαμβανομένου υπόψη, ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 36, 43, 57, 310 και 370 περ. γ’ Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι, αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του ίδιου προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κυρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη τούτων, λόγω της υφισταμένης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής διώξεως εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου ποινικής διώξεως και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας.

Εξάλλου, η κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία και η απόρριψή τους από το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και εκείνοι, με τους οποίους γίνεται από την πλευρά του κατηγορουμένου επίκληση παραγραφής, καθώς και εκκρεμοδικίας για την πράξη, για την οποία κατηγορείται.

Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Τέτοια δε περίπτωση υφίσταται και όταν η παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, όταν, δηλαδή, έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, από την οποία ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, δεν παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει, για την παραγραφείσα πράξη, ποινή.

Υπέρβαση εξουσίας, από την οποία ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, υπάρχει και όταν, επί εφέσεως του καταδικασθέντος πρωτοδίκως, το εφετείο χειροτερεύει τη θέση του παρά την απαγόρευση, που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 470 του ίδιου Κώδικα. Τέτοια χειροτέρευση επέρχεται, όταν μεταβάλλεται ο χρόνος της τελέσεως του εγκλήματος, κατά τρόπο που επιδρά στην παραγραφή, επιμηκύνοντας το χρόνο αυτής εις βάρος του κατηγορουμένου.- Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναιτιολογήτως και κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απέρριψε τους προσηκόντως προβληθέντες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αυτοτελείς ισχυρισμούς-ενστάσεις του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος:

α) περί παραγραφής, ενόψει του ότι, αφού ως χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε αυτός, αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (328/2013 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων) το χρονικό διάστημα από 22-8-2004 έως 30-11-2004, μέχρι την κατά την 17-12-2013 ενώπιον εκείνου (δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) συζήτηση της υποθέσεως είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου δια παραγραφής, έπρεπε να παύσει οριστικά την εναντίον του ποινική δίωξη για την παραπάνω πράξη και β) περί εκκρεμοδικίας, συνισταμένης στο ότι για μερικότερες πράξεις της ίδιας πράξης είχε ασκηθεί κατ’ αυτού προγενέστερη ποινική δίωξη και εκκρεμούσε η σχετική κατηγορία ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας κατά τη δικάσιμο της 13-1-2014, οπότε έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η εναντίον του ως άνω μεταγενέστερη ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας, ισχυρίζεται δε συνακολούθως, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας ανεπιτρέπτως μετέβαλε το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος από το προαναφερθέν πρωτοδίκως γενόμενο δεκτό χρονικό διάστημα (από 22-8-2004 έως 30-11-2004) στις 30-9-2011, με αποτέλεσμα να καταστήσει χειρότερη τη θέση του, αφού η μεταβολή αυτή οδήγησε σε αποκλεισμό της παραγραφής, επικαλούμενος, περαιτέρω, ότι το εν λόγω δικαστήριο (Εφετείο), με το να απορρίψει τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς-ενστάσεις του και στη συνέχεια να τον καταδικάσει, υπερέβη την εξουσία του.

Από την επισκόπηση, όμως, του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι τους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας με τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας αιτιολογίες, σύμφωνα τις οποίες δεν μετέβαλε το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους κατ’ εξακολούθηση, αλλά δέχθηκε τον ίδιο ακριβώς χρόνο, όπως αυτός αναφερόταν στην εκκαλούμενη πρωτοβάθμια απόφαση, ενώ, περαιτέρω, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου προσδιόρισε ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής την 30-9-2011 (που, κατά το προεκτεθέν άρθρ. 2 παρ.8 Ν. 2954/2001, είναι μεταγενέστερος του χρόνου τελέσεως της εν λόγω πράξεως και δεν συμπίπτει με αυτόν), αφού έκρινε, χωρίς να παραβιάσει ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παρατεθείσες στην προηγηθείσα νομική σκέψη ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής, ότι τότε διαπιστώθηκε η τέλεση του αδικήματος, ως εκ της θεωρήσεως κατά το χρόνο εκείνο του οικείου πορίσματος (εκθέσεως) του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρμόδιας αρχής, που διενήργησε τον έλεγχο και έτσι δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από αυτόν, που στηρίζονται επί αναληθούς προϋποθέσεως, ορθά δε απέρριψε την εκ μέρους του προταθείσα ένσταση παραγραφής, αφού κατά την ενώπιόν του συζήτηση της υποθέσεως δεν είχε παρέλθει οκταετία από την έναρξη του χρόνου παραγραφής.

Ακόμη, με επαρκή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της κατ’ αυτού ποινικής διώξεως λόγω εκκρεμοδικίας, κρίνοντας, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτής στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού δέχθηκε, ότι η εναντίον του υφισταμένη έτερη ποινική δίωξη και η σχετική εκκρεμής σε πρώτο βαθμό για την 13-1-2014 κατηγορία, που καταλαμβάνει και την επίδικη υπόθεση, είναι χρονικά μεταγενέστερη αυτής (επίδικης υποθέσεως), η οποία προηγείται διαδικαστικά, ως πλέον ώριμη, δοθέντος ότι εκδικαζόταν ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε δεύτερο βαθμό.

Συνεπώς, οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάσεις, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και υπερβάσεως εξουσίας, που ιδρύουν τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ , Ε’ και Η’ Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικούς λόγους, είναι αβάσιμες.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικαστεί ο ίδιος (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-11-2014) του Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1512/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ