Supreme Court dismisses appeal on land expropriation costs, ruling prior proceedings exempt from new fee caps.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against a First Instance Court decision regarding land expropriation costs. The Government argued that the lower court failed to apply a 2012 law capping legal fees at 50% of standard rates. However, the court determined that the first hearing on the compensation claim occurred in September 2011, before the new law took effect. Consequently, the court ruled that the existing legal regime applied, rejecting the claim for reduced fees.
Legislator headnote
AI generatedArt. 146 para. 9 letter d of Law 4070/2012; Art. 188 of Law 4070/2012: The limitation on legal fees for State entities in expropriation cases applies only to proceedings commenced after the law's entry into force; prior proceedings remain governed by the preceding legal regime.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 926 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 926/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Δεληγιάννη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Μ., 2) Κ. Κ. συζ. Γ. Μ. και 3) Ε. χας Μ. Κ., το γένος Ε. Σ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φειδία Κοντεμενιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 10-11-2004 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, με την αίτηση και την ανταίτηση - παρέμβαση άλλων προσώπων, που επίσης δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 21-2-2005 και 10-3-2005 ανταιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.
Εκδόθηκε η 516/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν μεταξύ άλλων προσώπων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 17-7-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1748/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν για συζήτηση οι τότε αναιρεσείοντες - καλούντες με την από 19-11-2007 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 1782/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, αναίρεσε δε εν μέρει την 516/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους, παραπέμποντας την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 108/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 12-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-4-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 108/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη (παρ. 2 εδ.
α’ ). Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α), που κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και, επομένως, η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 εδ.
α’ του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, που ορίζει ότι, ενδεχόμενη μεταβολή του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριούμενου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και όχι μετά την εκτέλεση του έργου.
Ενώ, αντιθέτως, η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 ν. 2882/2001 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο η απαλλοτρίωση (Ολομ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 1782/2008).
Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείψεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, κατά τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος της ιδιοκτησίας τους, εξ αιτίας του έργου στο οποίο αποσκοπεί η απαλλοτρίωση, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 2882/2001, που ορίζουν τον κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, αφού καθόρισε την αξία του ως άνω τμήματος, το οποίο είναι χέρσο αγροτεμάχιο, όχι με βάση την κατά το χρόνο συζητήσεως ενώπιόν του χρήση του για γεωργική εκμετάλλευση, αλλά με βάση την πιθανή μελλοντική του χρήση ως οικοπέδου.
Επίσης, με το δεύτερο, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, εκ του ότι διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ύψος της καθοριστέας αποζημίωσης, αφού, αν και το Εφετείο δέχτηκε ότι το απομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχε τα αναφερόμενα στην αίτηση μειονεκτήματα, τα οποία αποτελούν παράγοντες μειωτικούς της αξίας του, τους οποίους έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις καθόρισε την αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων για το τμήμα αυτό με κρίσιμο χρόνο την 20-9-2011, κατά τον οποίο κατά τα παγκοίνως γνωστά είχε ξεσπάσει τουλάχιστον προ διετίας η οικονομική κρίση και πτώση των τιμών των ακινήτων στο ποσό των 10 ευρώ ανά τ.μ.
που είναι μεγαλύτερο της τιμής μονάδος αποζημίωσης του ποσού των 8,80 ευρώ/τ.μ. στο οποίο είχε καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων με κρίσιμο χρόνο το έτος 2004 χωρίς να αιτιολογήσει, όπως όφειλε για ποιό λόγο, ενώ δέχτηκε όλους τους παραπάνω μειωτικούς παράγοντες της αξίας του, καθόρισε την αποζημίωση του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων με βάση την ως άνω μεγαλύτερη τιμή μονάδος.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την αιτίαση αυτή υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αναφορικά με το ύψος της καθορισθείσας αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, εξ αιτίας της εκτέλεσης του έργου για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 10-11-2004 αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων μόνο ως προς το αίτημά της που αφορούσε καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα ακινήτου τους, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1782/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, η υπ’ αριθμ. 516/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσιβλήτων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα της ιδιοκτησίας τους, επειδή, κατά παραβίαση του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως έγινε δεκτό με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται ιδιαίτερη αποζημίωση για το λόγο ότι η επικαλούμενη μείωση δεν συναρτάται αμέσως προς την αξία του απαλλοτριωμένου και την υποτίμησή του, αλλά από το είδος του εκτελούμενου έργου, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Με την υπ’ αριθμ. 1066523/6450/Δ0010/8-8-2002 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 712/21-8-2002 (τεύχος Δ’ ) και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας στις 13-1-2003 (τόμος 760, αριθ. 103912), κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων στο Δημοτικό Αερολιμένα Σητείας, συνολικού εμβαδού 122.385,53 τ.μ., κείμενων στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας Σητείας Λασιθίου Κρήτης, όπως αυτά απεικονίζονται στο από Ιούλιο 2001 κτηματολογικό διάγραμμα και εμφανίζονται στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που έχει συντάξει ο μηχανικός Γ.
Κ. και έχει θεωρήσει ο αρμόδιος Διευθυντής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας Γ. Φ. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του καθ’ ου Ελληνικού Δημοσίου, υπόχρεου για την καταβολή των κατά νόμον αποζημιώσεων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα, για την ανάπτυξη του τότε υπό κατασκευή νέου αερολιμένα Σητείας.
Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται με αύξοντα αριθμό κτηματολογικού πίνακα 1, η ιδιοκτησία με αριθμό…, εμβαδού 14.704,52 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." ή "...", απεικονίζεται περιμετρικά στο παραπάνω κτηματολογικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... και συνορεύει βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία των αιτούντων, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
Κ., νότια με ιδιοκτησίες Ψ. και Μ. και δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία των αιτούντων. Το παραπάνω απαλλοτριωθέν τεμάχιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου των αιτούντων, συνολικού εμβαδού 83.160,94 τ.μ. από την οποία, μετά την απαλλοτρίωση των 14.704,52 τ.μ. απέμεινε εκτός αυτής τμήμα εμβαδού 68.456,42 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Δεκέμβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ.
Κ. που προσαρτάται στην υπ’ αριθμ. ...2003 πράξη διόρθωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Σητείας Θεόδωρου Βουτυράκη, με τα στοιχεία Ν-Ο-Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-227-Ν9-Ν και συνορεύει, όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Κ. και εν μέρει με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των αιτούντων (ήδη απαλλοτριωθείσα έκταση), νότια εν μέρει με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των αιτούντων (ήδη απαλλοτριωθείσα έκταση) και εν μέρει με ιδιοκτησίες Κ., Γ.
Κ., Χ., Ψ.. και Μ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. και βόρεια με τη νέα παρακαμπτήρια οδό πόλης Σητείας. Οι αιτούντες κατέστησαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του ως άνω ευρύτερου ακινήτου των 83.160,94 τ.μ. κατά ποσοστά 3/8 ο πρώτος, 3/8 η δεύτερη και 2/8 η τρίτη, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατέρα των δύο πρώτων και συζύγου της τρίτης Μ.
Κ. του Γ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθμ. ...1971 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Σητείας Ιωάννη Μιχ. Κοτσιφάκη, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. ...2003 πράξη διόρθωσης του συμβολαιογράφου Σητείας Θεόδωρου Βουτυράκη, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα. Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από το καθ’ ου.
Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 166/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και έχει καταστεί αμετάκλητη, οι αιτούντες αναγνωρίσθηκαν συνδικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της προαναφερόμενης ιδιοκτησίας με αριθμό Κ.Π. 75 καθώς και της πρόσθετης αποζημίωσης που ήθελε καθορισθεί για τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας τους.
Το απομείναν μετά την απαλλοτρίωση ακίνητο των αιτούντων εμβαδού 68.456,42 τ.μ., βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, σε περιοχή χωρίς οικιστική και τουριστική ανάπτυξη, είναι εν μέρει βραχώδες και στα σημεία που δύναται να καλλιεργηθεί φέρει σήμερα χορτολιβαδική μορφή, αφού οποιαδήποτε κατά το παρελθόν καλλιέργειά του έχει εγκαταλειφθεί από πολλών ετών.
Το βορειοανατολικό άκρο αυτού που είναι το πιο κοντινό σημείο του προς τη θάλασσα, απέχει από το χειμέριο κύμα 776,40 μέτρα και από την ακτογραμμή 804,67 μέτρα. Σε όλη τη βόρεια πλευρά του, μήκους 406,80 μ., έχει πρόσοψη στην Περιφερειακή Εθνική οδό Σητείας - Ηρακλείου από την οποία έχει και προσπέλαση. Στην ευρύτερη του ακινήτου περιοχή έχουν ανεγερθεί διάφορα βιομηχανικά - βιοτεχνικά κτίρια, αφού αυτή, λόγω της γειτνίασής της με το αεροδρόμιο Σητείας δεν προσφέρεται για ανέγερση κατοικιών.
Συνεπώς, και το ακίνητο των αιτούντων, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει οικοπεδική αξία, η δε βέλτιστη κατά προορισμό χρήση του συνίσταται στην ανέγερση σ’ αυτό βιομηχανικών - βιοτεχνικών κτιρίων προς στέγαση εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων χαμηλής και μέσης όχλησης, λαμβανομένης υπόψη και της μικρής απόστασής του από την πόλη της Σητείας.
Το αεροδρόμιο Σητείας, με το οποίο γειτνιάζει το ακίνητο των αιτούντων, λειτουργεί συνεχώς από το έτος 1985. Μέχρι και τις 27-5-2002 χρησιμοποιείτο για την προσγείωση/απογείωση των αεροσκαφών ο παλαιός αεροδιάδρομος, ο οποίος είχε μήκος 730 μέτρα. Εν τω μεταξύ είχε αρχίσει η κατασκευή του νέου αεροδρομίου, για την ολοκλήρωση του οποίου κηρύχθηκε η προαναφερόμενη απαλλοτρίωση.
Αρχικά, κατασκευάσθηκε το πρώτο τμήμα αυτού, μήκους περίπου 1.125 μέτρων, το οποίο ολοκληρώθηκε περί τα τέλη Ιουλίου 2002 και στις 5-8-2002, έγινε η πρώτη προσγείωση σ’ αυτό μικρού αεροσκάφους. Στη συνέχεια, κατασκευάστηκε και το υπόλοιπο τμήμα του νέου αεροδιαδρόμου μετά την ολοκλήρωση του οποίου την 1-5-2003, το αεροδρόμιο λειτουργεί συνεχώς μέχρι σήμερα με συνολικό μήκος διαδρόμου 2.194 μέτρα.
Λόγω της απαλλοτρίωσης, το απαλλοτριωθέν ακίνητο των αιτούντων εμβαδού 14.704,52 τ.μ., αποκόπηκε από το ευρύτερο ακίνητό τους και το τμήμα που απέμεινε, εμβαδού 68.456,42 τ.μ., συνεπεία της εκτέλεσης του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (ανάπτυξη του νέου αεροδιαδρόμου), βρέθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην προς δυσμάς προέκταση του νέου αεροδιαδρόμου με τον οποίο, όπως προαναφέρεται, συνορεύει κατά ένα μέρος στη νότια και στην ανατολική πλευρά του.
Στη θέση αυτή όμως (προέκταση αεροδιαδρόμου) υφίστανται βάσει της κείμενης νομοθεσίας, οι μεγαλύτεροι περιορισμού δόμησης όσον αφορά το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος των κτιρίων που μπορούν να ανεγερθούν (συμπεριλαμβανομένων και των απολήξεων αυτών π.χ. στέγης, κεραιών, ηλιοθέρμων κ.λπ.). Έτσι, το απομείναν ακίνητο των αιτούντων, κατά το μέρος που βρίσκεται σ’ αυτή την περιοχή (που είναι και το μεγαλύτερο), υπήχθη στο προαναφερόμενο καθεστώς, με αποτέλεσμα να καταστεί μη δομήσιμο, επειδή το υψόμετρό του δεν επιτρέπει την ανέγερση σ’ αυτό κτισμάτων με βάση τους περιορισμούς που τίθενται από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας στους οποίους παραπέμπει ο Γ.Ο.Κ.
Το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου όμως, δηλαδή αυτό που κείται προς βορράν, εκτός της περιοχής απογείωσης/προσγείωσης, εξακολουθεί να είναι οικοδομήσιμο είναι δε αυτό και το πλέον προνομιούχο, αφού έχει σε όλο το μήκος του πρόσοψη στην προαναφερόμενη Εθνική Οδό, σε αντίθεση με το παραπάνω μη δομήσιμο τμήμα.
Στο τμήμα αυτό δύνανται να οικοδομηθούν 3 βιομηχανικά τριώροφα κτίρια η λειτουργικότητα των οποίων δύναται να εξυπηρετηθεί και από τον περιβάλλοντα χώρο του μη δομήσιμου τμήματος. Οι αιτούντες με τις προτάσεις που κατέθεσαν εν συνεχεία της αναίρεσης, ισχυρίσθηκαν ότι πριν την υπαγωγή του ακινήτου τους στους προαναφερόμενους περιορισμούς δόμησης, σύμφωνα με την πρόταση βέλτιστης αξιοποίησης αυτού, η οποία αναφέρεται στην τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ.
Π., μπορούσαν να οικοδομήσουν κατόπιν εξάντλησης των επιτρεπτών ορίων δόμησης, 12 βιομηχανικά κτίρια και επομένως, η αξία της ιδιοκτησίας τους μειώθηκε κατά ποσοστό 75% (9/12). Σημειωτέον, ότι ο διορισθείς πραγματογνώμονας διαφοροποιούμενος εν μέρει από την προαναφερόμενη πρόταση ως προς τη θέση και το εμβαδόν των κτιρίων που δύνανται να οικοδομηθούν στο δομήσιμο τμήμα αναβιβάζει τη μείωση της αξίας τους ακινήτου σε ποσοστό 60 - 62,43%.
Όμως, υπό τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά, η αξία ενός ακινήτου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και δεν τελεί πάντα σε πλήρη αντιστοιχία με τον αριθμό των κτιρίων που μπορούν να οικοδομηθούν σ’ αυτό, ούτως ώστε να χωρίζεται αυτή κατ’ αποτέλεσμα σε τόσα μέρη όσα και τα κτίρια που δύνανται να ανεγερθούν.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα κάτωθι: 1) Ότι το συγκεκριμένο ακίνητο και πριν την απαλλοτρίωση, παρότι δεν αποκλείετο η δόμησή του με τον τρόπο και στην έκταση που αποκλείσθηκε μετά την απαλλοτρίωση, υπέκειτο σε περιορισμούς ως προς τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες και το ύψος των κτιρίων του ως εκ της θέσης του πλησίον του αεροδρομίου σε απόσταση 1.285,93 μέτρων από την ελεγχόμενη περιοχή απογείωσης/προσγείωσης του παλαιού αερολιμένα. 2) Ότι λόγω της γειτνίασής του με το αεροδρόμιο, το ακίνητο επηρεαζόταν άμεσα και πριν την απαλλοτρίωση, από την ηχορύπανση που προκαλείται κατά την απογείωση και την προσγείωση των αεροσκαφών. 3) Ότι τα προαναφερόμενα μειονεκτήματα του ακινήτου, τα οποία επιδρούν στη χρησιμότητά του και επηρεάζουν τον οικονομικό προορισμό του, αποτελούσαν και πριν την απαλλοτρίωση αρνητικούς παράγοντες για την υλοποίηση της επικαλούμενης από τους αιτούντες βέλτιστης αξιοποίησής του με την ανέγερση σ’ αυτό των 12 κτιρίων. 4) Ότι τα 12 αυτά τμήματα του ακινήτου που θα επετρέπετο να οικοδομηθούν, εάν δεν είχε κατασκευασθεί ο νέος αεροδιάδρομος στη συγκεκριμένη θέση, λόγω της μεταξύ τους διαφοροποίησης ως προς τη θέση τους, την απόστασή τους από την Εθνική οδό, την πρόσοψη ορισμένων σ’ αυτήν και τον ελεύθερο μεταξύ των χτισμάτων περιβάλλοντα χώρο, δεν θα ήταν ίσης αξίας. 5) Ότι το ακίνητο των αιτούντων διατήρησε ακέραια και μετά την απαλλοτρίωση την πρόσοψή του στην Εθνική οδό, γεγονός που εξακολουθεί να προσδίδει αξία σε όλη την έκτασή του, αφού η εμπορικότητά του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παραμένουσα αυτή δυνατότητα ανέγερσης κτιρίων με πρόσοψη επί της Εθνικής οδού και 6) Ότι το τμήμα του ακινήτου που δεν μπορεί να οικοδομηθεί δεν θεωρείται άχρηστο εξ αυτού του λόγου, αφού μπορεί να εξυπηρετήσει διάφορες χρήσεις και κυρίως αυτές των κτιρίων που δύνανται να οικοδομηθούν στο βόρειο τμήμα του.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι εξ αιτίας των προαναφερομένων περιορισμών δόμησης που τέθηκαν στο τμήμα του απομείναντος ακινήτου των αιτούντων το οποίο βρίσκεται στην προέκταση του νέου αεροδιαδρόμου, για την ολοκλήρωση της κατασκευής του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, το εν λόγω ακίνητο υπέστη μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 30%.
Άλλη μείωση της αξίας του συνεπεία του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση δεν αποδείχθηκε, δεδομένου άλλωστε ότι αυτό δεν προοριζόταν για δενδροφύτευση η δε όχληση από την ηχορύπανση καθώς και οι περιορισμοί ως προς ορισμένες χρήσεις του (π.χ. εγκαταστάσεις που μπορεί να προσελκύσουν πτηνά) υφίσταντο, όπως προαναφέρεται, και πριν την απαλλοτρίωση.
Περαιτέρω, η αξία που είχε το παραπάνω ακίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι στην προκειμένη περίπτωση αυτός της αρχικής μετά την αναίρεση συζήτησης της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δηλαδή η 20-9-2011, χωρίς να υπολογίζονται σ’ αυτήν οι προαναφερόμενες μειωτικές συνέπειες που είχε η εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ανήρχετο σε 10 ευρώ ανά τ.μ., δηλαδή συνολικά σε 684.564,20 ευρώ (ήτοι, 10 ευρώ χ 68.456,42 τ.μ.), λαμβανομένων υπόψη όλων όσα έχουν αναφερθεί παραπάνω σε σχέση με τη θέση, την έκταση, το είδος, τη μορφή, τον οικονομικό προορισμό του ακινήτου, καθώς επίσης των εν γένει δυνατοτήτων αξιοποίησης αυτού, της αντικειμενικής αξίας του, των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο και όλων των συγκριτικών στοιχείων που προσκομίζουν οι διάδικοι.
Υπό τα άνω δεδομένα, η αποζημίωση την οποία δικαιούνται να λάβουν οι αιτούντες για τη μείωση της αξίας του απομείναντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου τους, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 205.369,26 ευρώ (ήτοι, 684.564,20 ευρώ x 30%), κατά μερική παραδοχή της αίτησής τους, ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την από 10-11-2004 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς το αίτημά της για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το αναφερόμενο σ’ αυτή μη απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου των αιτούντων, εμβαδού 68.456,42 τ.μ., που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση του με αριθμό Κ.Π. 75 ακινήτου τους, και καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του ως άνω τμήματος ανερχόμενη στο ποσό των διακοσίων πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα εννέα (205.369) ευρώ και είκοσι έξι (26) λεπτών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για τον καθορισμό της αξίας, που είχε το εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που όπως δέχτηκε ήταν αυτός της πρώτης συζήτησης ενώπιόν του μετά την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 516/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα, δηλ.
η 20-9-2011 (ΑΠ 2118/2009, ΑΠ 1054/2008), χωρίς να υπολογίζονται σ’ αυτήν (αξία) οι προαναφερόμενες μειωτικές συνέπειες που είχε η εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, έλαβε υπόψη τη θέση, την έκταση, το είδος, τη μορφή, την αντικειμενική αξία του, όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι, τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, καθώς επίσης και τον οικονομικό προορισμό του και την υφιστάμενη πριν από την απαλλοτρίωση δυνατότητα αξιοποίησής του, ως άρτιου και οικοδομήσιμου, έχοντος οικοπεδική αξία, με την ανέγερση σε δώδεκα τμήματα αυτού, αντίστοιχου αριθμού βιομηχανικών ή βιοτεχνικών κτιρίων προς στέγαση εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων χαμηλής και μέσης όχλησης, που θα επιτρεπόταν να οικοδομηθούν, εάν δεν είχε κατασκευαστεί ο νέος αεροδιάδρομος στη συγκεκριμένη θέση, με αποτέλεσμα την απώλεια της οικοδομησιμότητάς του κατά το μεγαλύτερο μέρος του που βρέθηκε στην προς δυσμάς προέκταση του νέου αεροδιαδρόμου με τον οποίο συνορεύει, ενόψει των μεγάλων περιορισμών δόμησης που υφίστανται στην πιο πάνω θέση (προέκταση αεροδιαδρόμου).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 2882/2001, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον περί μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο για τον προσδιορισμό της αξίας του ως άνω τμήματος της κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιόν του χρήσης του για γεωργική εκμετάλλευση, αλλά της πιθανής μελλοντικής χρήσης του, ως οικοπέδου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, το οποίο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4070/2012 απαλλοτριώσεις, όπως προβλέπει το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του τελευταίου "Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων".
Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της δικαστικής δαπάνης επί απαλλοτριώσεων, όταν υπόχρεος για καταβολή της αποζημιώσεως είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση, όπως, το Δημόσιο και οι Ο.Τ.Α., ο οποίος, (περιορισμός), εισήχθη με τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4070/2012 απαλλοτριώσεις, όπως προβλέπει το άρθρο 146 παρ. 9 περ.
δ` των μεταβατικών διατάξεων του τελευταίου, με την προϋπόθεση ότι η υπόθεση συζητείται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή μετά την 10-4-2012, (ΦΕΚ αριθ. 82α/2012), όπως προβλέπει το άρθρο 188 του ίδιου, με αποτέλεσμα ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, για τις υποθέσεις που έχουν συζητηθεί πριν από την τελευταία ημερομηνία, (όπως και η παρούσα υπόθεση), να γίνεται με το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς, χωρίς μείωση της επιδικαζόμενης από το Δικαστήριο αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν εφάρμοσε κατά τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82α/10-4-2012), που προβλέπει μειωμένη δικαστική δαπάνη για το Δημόσιο, με αποτέλεσμα να μην υπολογίσει, όπως, έπρεπε, την αμοιβή του δικηγόρου των αιτούντων μειωμένη (έως το ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων) κατά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη και ειδικότερα να υπολογίσει αυτή σε ποσοστό 3%, αντί ποσοστού 1,5% επί της καθορισθείσας αποζημιώσεως. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η μετ’ αναίρεση πρώτη συζήτηση της αίτησης ως προς το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους ενώπιον του Εφετείου έλαβε χώρα στις 20-9-2011, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (10-4-2012), και συνεπώς ορθώς κατά τον καθορισμό της βαρύνουσας το υπόχρεο αναιρεσείον δικαστικής δαπάνης, ο υπολογισμός της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημίωσης αναιρεσιβλήτων για την υπόθεση αυτή, που είχε συζητηθεί πριν από την τελευταία ημερομηνία, έγινε με το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς, που δεν προέβλεπε τον ως άνω περιορισμό.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 108/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ