Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations but dismisses procedural grounds for other claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding periodic payments. The Court found the claimant's statute of limitations defense valid because the limitation period expired within the relevant fiscal year, whereas the lower court incorrectly calculated the start date. Conversely, the Court dismissed the third ground of appeal as inadmissible because it alleged a procedural error that does not constitute a valid basis for cassation under the Code of Civil Procedure. Consequently, the contested decision was annulled only regarding the limitation issue, and the case was remitted for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations for periodic payments expires at the end of the fiscal year in which the claim arises, not from the date of the claim's inception; An alleged procedural error under Article 559 does not constitute a valid ground for cassation if it does not fall within the restrictive scope of Article 560.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 926 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 926/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: .........., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Τσαμολιά, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 3-3-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/ΤΠ/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-10-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 7-11-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, εκδόθηκε, θετική μεν γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με το βάσιμο του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μη θετική δε γνωμοδότηση του ίδιου Τμήματος αναφορικά με τους 2ο και 3ο λόγους της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως. Επομένως και ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση, στην οποία αντικείμενο της διαφοράς είναι περιοδικές παροχές, Ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως ως προς όλους τους λόγους της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως, ακόμη και ως προς τους 2ο και 3ο λόγους αυτής, δεδομένου ότι παρά την έκδοση μη θετικής σχετικής γνωμοδότησης ως προς τους δύο τελευταίους λόγους αναιρέσεως θα έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως να έχει περιέλθει στο Δικαστήριο τούτο, εκτός της μη θετικής αυτής κατά τούτο γνωμοδοτήσεως του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ., σωρευτικώς, και έγκριση αυτής από τον Υπουργό των Οικονομικών (άρθρο 12 παρ.2 ν.2298/1995, όπως η παράγραφος αυτή τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν.2721/1999, και παρ.3 εδ. β' σε συνδυασμό με την υπ'αριθ.179/1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών-βλ.σχ.Α.Ε.Δ.32/1999), πράγμα όμως το οποίο δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας.-
2.-Επειδή το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ.1 ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Εξάλλου, ο ν.2470/1997 ("αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις"), που ίσχυε από 1-1-1997, όριζε: α) Στην παρ. 1 του άρθρου 12 ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, στους οποίους περιλαμβάνονταν, κατά την παρ.1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, και οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στη διάταξη αυτή.
β)Στην παρ.4 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ.1 του ν.2515/1997,ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β)το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων...". γ) Στην παρ.5 εδ. α' του ίδιου άρθρου ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των "Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α., η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον έναν από αυτούς, κατ' επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/ 1986..., που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων...".Με την υπ'αριθ.2026439/3480/022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω ν.2470/1997, επεκτάθηκαν, εκτός άλλων, έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1997, και οι διατάξεις του άρθρου 12 του τελευταίου νόμου στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η μηνιαία οικογενειακή παροχή, που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους, τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της, στην παρ.1 του οποίου άρθρου, ειδικότερα, ορίζεται ότι "η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους"".
Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε έγγαμους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται τόσο από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του ν. 1414/1984, κατά την οποία ως αμοιβή για την παρεχόμενη εργασία νοείται ο μισθός και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, σε χρήμα ή σε είδος, ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ.2 της Συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της Ε.Ο.Κ.), που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις Δ.Ε.Κ.
στις υποθέσεις 248/1983 και 58/1981), σύμφωνα με την οποία διάταξη ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας. Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις ή έχει σύζυγο που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχειρίσεως των ομοίων και ειδικότερα είναι αντίθετη προς την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ.1 εδ, β' του Συντάγματος.
Έτσι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 παρ.4 του ν.2470/1997, όπως η παράγραφος αυτή, κατά τα πιο πάνω, ήδη ίσχυε, καθόσον έθετε ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή της μηνιαίας οικογενειακής παροχής, αντέκειτο στα άρθρα 4 παρ.1 και 21 παρ.1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου ήταν ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτού ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση και ήταν άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ.1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι στη διάταξη αυτήν αναφερόμενοι υπάλληλοι ή το προσωπικό το οποίο αφορά η ως άνω Κ.Υ.Α.
λαμβάνουν ολόκληρη τη μηνιαία οικογενειακή παροχή, προσαυξημένη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4, όπως αυτή ήδη ίσχυε, του ίδιου άρθρου (βλ.σχ.Α.Ε.Δ. 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001, 15/1997). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Βέροιας), που έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, που υπηρετούσε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως καθαρίστρια, εργαζόμενη ως τέτοια στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Βέροιας, με βάση σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, δικαιούνταν στο ακέραιο το επίδομα γάμου για το μερικότερο ένδικο χρονικό διάστημα από 27-12-1999 έως 31-12-2001 και ακολούθως επιδίκασε αυτά στην αναιρεσίβλητη, δεν έσφαλε.
Στη συνέχεια δε απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτήν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο, επίσης από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) των αναφερόμενων διατάξεων του ν.1505/1984 πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι οι διατάξεις αυτές εσφαλμένως εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, ενώ στην πραγματικότητα οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν (και ορθά) από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, εφόσον δεν μπορούσαν πλέον να εφαρμοστούν ακριβώς διότι είχαν ήδη καταργηθεί από 1-1-1997 (χρόνο ενάρξεως της ισχύος του ως άνω ν.2470/1997,σύμφωνα με τα άρθρα 31 στοιχ.
α' και 33 του νόμου τούτου).- 3. -Επειδή κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ("περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις") η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου "επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ'αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΟλΑΠ 29/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 στοιχ. α' του ως άνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση της ένδικης από 12-12-2001 αγωγής της, με την οποία αυτή ζήτησε την καταβολή σ' αυτήν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο του ως άνω επιδόματος γάμου για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001 και η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Βέροιας στις 12-12-2001, ολοκληρώθηκε στις 27-12-2001 με την επίδοσή της στο αναιρεσείον κατά την τελευταία χρονολογία και έτσι έκτοτε, δηλαδή από τις 27-12-2001, η παραγραφή των σχετικών ένδικων αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 έως 26-12-1999, που είχε αρχίσει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, διακόπηκε και έτσι κατά τον πιο πάνω χρόνο, κατά τον οποίο ολοκληρώθηκε η άσκηση της ένδικης αγωγής, δηλαδή στις 27-12-2001, δεν είχαν παραγραφεί οι εν λόγω αξιώσεις, αφού από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η επιδίωξή τους μέχρι την ολοκλήρωση της άσκησης της αγωγής στις 27-12-2001 δεν είχε παρέλθει διετία.
Στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτό παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως είχε απορριφθεί η ένστασή του για παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης που ενέπιπταν στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 26-12-1999. Κρίνοντας όμως έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ.α' του ν.2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους (1999), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις, και όχι, όπως θα έπρεπε, από το χρόνο της γενέσεώς τους, από τον οποίο χρόνο και μέχρι την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ολοκλήρωση της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (27-12-2001) , όπως δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, είχε ήδη συμπληρωθεί διετία και ως εκ τούτου είχαν ήδη παραγραφεί οι αξιώσεις αυτές.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου σχετικά με τις ένδικες αξιώσεις που εμπίπτουν στο εδώ ήδη πλέον ενδιαφέρον από 1-1-1999 έως και 26-12-1999 χρονικό διάστημα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.- 4-Επειδή κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και κάθε άλλος λόγος αναιρέσεως, που τυχόν προτείνεται, είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο, αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αναφερόμενο τρίτο λόγο της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεια.
Όμως αυτή η ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως προβαλλόμενη δεν συνιστά και λόγο αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, αφού με βάση το άρθρο αυτό και όχι το άρθρο 559 ίδιου Κώδικα πρέπει να κριθεί στην προκειμένη περίπτωση αν συντρέχει κάποιος λόγος αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως ο αμέσως πιο πάνω (τρίτος και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. - 5· -Επειδή, κατ 'ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ. β' ν.3693/1957).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την υπ' αριθ. 92/ΤΠ/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.-
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ