Supreme Court dismisses appeal against theft conviction due to lack of new evidence and procedural flaws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's conviction for theft. The appellant argued that the First Instance Court ignored video surveillance footage and a prior criminal judgment proving the defendant stole money from her pharmacy. The court rejected these claims, noting the video evidence was submitted outside the relevant time period and that the First Instance Court had already considered and weighed all submitted evidence, including the prior judgment, in its final decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; Article 372 of the Penal Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellate court has already considered and evaluated all evidence presented by the parties, including documentary evidence, and the appellant's failure to cite specific evidence during the first instance proceedings does not constitute a ground for overturning the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 925 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 925/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Ι. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκου ... Μαγνησίας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 440/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 88/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 1046/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η παράνομη πράξη της κλοπής, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της οποίας απαιτείται να αφαιρέσει με πρόθεση και με θετική ενέργεια ο δράστης από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα παράνομα.
Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής από το δράστη ή τρίτο με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής, που εκφράζει εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα, περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίαση του.
Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο (ΑΠ-ποιν. 185/2023, ΑΠ-ποιν. 1332/2022, ΑΠ- ποιν. 529/2022).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 372 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 88/2024).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. α'ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία είναι φαρμακοποιός, διατηρεί από το έτος 1988 φαρμακείο στην πόλη του Βόλου και δη επί της οδού ...
και είχε αναπτύξει από το έτος 1996 φιλικές σχέσεις με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), στα πλαίσια των οποίων η τελευταία απασχολείτο άτυπα από το έτος 1998 στο φαρμακείο της πρώτης, ενώ ακολούθως το Φεβρουάριο του έτους 2005 η ενάγουσα προσέλαβε και επίσημα την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί σ' αυτό ως υπάλληλος και δη ως πωλήτρια, με πλήρες ωράριο εργασίας, καταβάλλοντάς της ως μηνιαίες καθαρές αποδοχές, με βάση προφορική τους συμφωνία, το ποσό των 1.000 ευρώ, πλην όμως την δήλωνε αναληθώς στο ΙΚΑ με μειωμένο ωράριο και με αντίστοιχες δήθεν μειωμένες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονταν από το νόμο με βάση το αναληθώς δηλωθέν μειωμένο ωράριο εργασίας της εναγομένης.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, η εναγομένη να λαμβάνει από την ενάγουσα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.000 ευρώ, πλην όμως να μην εμφανίζεται αυτό στο σύνολό του στα φορολογικά στοιχεία της ενάγουσας και δη στις αντίστοιχες μηνιαίες δαπάνες του φαρμακείου της, αλλά μόνον κατά το ήμισύ του, γεγονός που αλλοίωνε την πραγματική εικόνα των ετήσιων δαπανών του φαρμακείου της ενάγουσας και ακολούθως η αλλοιωμένη εικόνα των δαπανών δηλωνόταν και στην αρμόδια φορολογική αρχή Βόλου, με βάση τις υποβληθείσες από την ενάγουσα ανακριβείς ετήσιες φορολογικές της δηλώσεις.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολούσε ταυτόχρονα με την εναγομένη και μία ακόμη υπάλληλο ως πωλήτρια με πλήρες ωράριο εργασίας και δη την Ά. Τ., οι οποίες αμφότερες είχαν επιφορτιστεί να εξυπηρετούν τους πελάτες του φαρμακείου, να πωλούν τα φάρμακα και τα λοιπά εμπορεύματα σ' αυτούς, να εισπράττουν το αντίστοιχο αντίτιμο και να εκδίδουν τις αντίστοιχες αποδείξεις πώλησης, ενώ παράλληλα στο τέλος της ημέρες έκλειναν το ταμείο με τις εισπράξεις της ημέρας και απέδιδαν το συνολικό εισπραχθέν ποσό στην ενάγουσα.
Αποσπασματικά δε και επιβοηθητικά απασχολούνταν στο εν λόγω φαρμακείο, παράλληλα με τις ανωτέρω δύο υπαλλήλους και τρίτα πρόσωπα ως υπάλληλοι, που διαδοχικά έκαναν την πρακτική τους στο φαρμακείο της ενάγουσας. Οι σχέσεις της ενάγουσας με την εναγομένη ήταν άριστες και υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη μεταξύ τους, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα η ενάγουσα να δύναται να απουσιάζει καθημερινά αρκετές ώρες από το φαρμακείο και να εκτελεί απερίσπαστη τα καθήκοντά της ως Προέδρου του Ορφανοτροφείου Βόλου, ενώ παράλληλα ελάμβανε μέρος σε εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης, απασχολούμενη με τα κοινά.
Κάθε ημέρα όμως κατά το κλείσιμο του φαρμακείου, η ενάγουσα βρισκόταν στο φαρμακείο, προκειμένου η εναγομένη να της παραδώσει τις ημερήσιες εισπράξεις του ταμείου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, θέλοντας να αποκρύψει από τις φορολογικές αρχές τα πραγματικά εισοδήματά της από τη λειτουργία του φαρμακείου της, έδινε εντολή στην εναγομένη να μην εκδίδει αποδείξεις για όλα τα προϊόντα, που πωλούνταν καθημερινά από το φαρμακείο της.
Ειδικότερα βάσει σαφών και ρητών οδηγιών της ενάγουσας προς την εναγόμενη, η τελευταία πωλούσε πλήθος εμπορευμάτων από το φαρμακείο και λάμβανε το τίμημα αυτών, χωρίς όμως να εκδίδει αντίστοιχες αποδείξεις πώλησης, το οποίο εν συνεχεία καταχωρούσε σε ξεχωριστό συρτάρι του φαρμακείου, ώστε κατά το κλείσιμο του ταμείου, να το αποδώσει αυτούσιο στην ενάγουσα.
Προς τούτο μάλιστα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, κατά ρητή εντολή της ενάγουσας, τηρούσε ένα βιβλίο, στο οποίο καταχωρούσε όλα αυτά τα ποσά που εισέπραττε από τους πελάτες, από την πώληση εμπορευμάτων, για τα οποία δεν εξέδιδε αποδείξεις λιανικής πώλησης, καθώς και το είδος αυτών των εμπορευμάτων, ώστε κατά το κλείσιμο του ταμείου, να αποδίδεται αυτούσιο το ανωτέρω συνολικό ποσό στην ενάγουσα, μαζί με τις λοιπές εισπράξεις του ταμείου, για τις οποίες είχαν εκδοθεί αποδείξεις πώλησης.
Συνεπώς, εν γνώσει της ενάγουσας, οι συνολικές πραγματικές εισπράξεις της ημέρας, δεν συμφωνούσαν με το τελικό ποσό που αναγραφόταν στο εκδοθέν "Ζ" (ημερήσιος τζίρος) από την ταμειακή μηχανή του φαρμακείου, αλλά αντίθετα ήταν πολύ μεγαλύτερες, αποτελούμενες από το άθροισμα, αφενός του ποσού που αναγραφόταν στο "Ζ" της ταμειακής μηχανής, αφετέρου του ποσού που είχε εισπραχθεί χωρίς την έκδοση αποδείξεων πώλησης.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι, η μη έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης για πολλά από τα πωλούμενα εμπορεύματα του φαρμακείου, δεν ήταν αδύνατη, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθόσον τα πωλούμενα εμπορεύματα δεν αφορούσαν μόνον φάρμακα, αλλά και πολλά άλλα καλλυντικά προϊόντα, που συνηθίζεται να πωλούνται από τα φαρμακεία, όπως συμπληρώματα διατροφής, καλλυντικές κρέμες περιποίησης προσώπου, αδυνατιστικά προϊόντα, σαμπουάν, ανατομικά υποδήματα κλπ, που πωλούνται χωρίς συνταγογράφηση, από την πώληση των οποίων μπορούν ευχερώς οι φαρμακοποιοί να φοροδιαφύγουν.
Εξάλλου φοροδιαφυγή συμβαίνει ευχερώς και στα φαρμακεία και γι' αυτό υποβάλλονται και αυτά, όπως και οι λοιποί επαγγελματίες, σε συνεχείς φορολογικούς ελέγχους από την εφορία και δεν ισχύει ως θέσφατο ότι αυτά δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν, όπως αβασίμως επιχειρεί να ισχυρισθεί η ενάγουσα. Μάλιστα η φοροδιαφυγή ήταν ιδιαίτερα ευχερής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2011, καθόσον τότε όλα τα φαρμακεία, που τηρούσαν Βιβλία Β' κατηγορίας, όπως τηρούσε και η ενάγουσα, αποδείχθηκε ότι δεν είχαν υποχρέωση απογραφής των εμπορευμάτων τους, η δε αναγραφόμενη επί των μηχανογραφικών δελτίων οικονομικών στοιχείων της επιχείρησης (Ε3) "απογραφή", ήταν πλασματική και συγκεκριμένα, η μεν ένδειξη στο έντυπο Ε3 "απογραφή έναρξης" συμπληρωνόταν από τον εκάστοτε επιτηδευματία και το ποσό της αντιστοιχούσε στο 10% των δηλωθέντων αγορών της προηγούμενης χρήσης, η δε ένδειξη "απογραφή λήξης" συμπληρωνόταν από τον εκάστοτε επιτηδευματία και το ποσό της αντιστοιχούσε στο 10% των αγορών της τρέχουσας.
Δηλαδή και προκειμένου να καταστεί ευχερής η ως άνω διαπίστωση, αρκεί να ανατρέξει κανείς σε ένα από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έντυπα του Ε3, όπως για παράδειγμα αυτό της χρήσης του έτους 2007 (οικονομικού έτους 2008), όπου α) το ποσό 44.532,17 ευρώ με την ένδειξη "απογραφή έναρξης" ισούται με το 10% των δηλωθέντων αγορών της (προηγούμενης) χρήσης του έτους 2006 (οικονομικού έτους 2007) που ανέρχονταν σε 445.321,70 ευρώ (βλ.
έντυπο Ε3 της χρήσης του έτους 2006 - οικονομικού έτους 2007) και β) το ποσό 47.141,12 ευρώ με την ένδειξη "απογραφή λήξης" ισούται με το 10% των δηλωθέντων αγορών της (τρέχουσας) χρήσης του έτους 2007 (οικονομικού έτους 2007) που ανέρχονταν σε 471.411,15 ευρώ.
Συνεπώς η απογραφή των εμπορευμάτων, όντας πλασματική, έδινε μεγάλη ευχέρεια για φοροδιαφυγή, αφού το ποσό αυτής δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία των εμπορευμάτων, που υπήρχαν στην αποθήκη του φαρμακείου από προηγούμενη χρήση, πλην όμως αυτό (πλασματικό) συνυπολογιζόταν για την εξεύρεση του συνόλου των αγορών της τρέχουσας χρήσης και συνακόλουθα στον υπολογισμό των καθαρών κερδών της επιχείρησης και επομένως άφηνε περιθώρια αλλοίωσης της πραγματικής φορολογικής εικόνας της επιχείρησης του εκάστοτε επιτηδευματία, όπως ασφαλώς συνέβαινε και στο φαρμακείο της ενάγουσας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν άριστες και υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη μεταξύ τους, οπότε ουδέποτε τέθηκε θέμα αμφισβήτησης από την ενάγουσα ότι οι αποδοθείσες σε αυτήν από την εναγομένη ημερήσιες εισπράξεις υπολείπονταν των πραγματικά εισπραχθέντων. Έτσι εχόντων των πραγμάτων, η ενάγουσα κατά τα έτη 2005 έως και 2011 υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις στην εφορία αποκρύβοντας τα πραγματικά εισοδήματά της, αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε απέκρυβε αναμφίβολα, αφενός μέρος των δαπανών του φαρμακείου της, όπως ήταν λ.χ.
οι δαπάνες μισθοδοσίας της εναγομένης, αφετέρου μέρος των πωλήσεων που πραγματοποιούνταν σ' αυτό με την μην έκδοση αποδείξεων πώλησης ως προς αυτά. Ήταν δε τόσο μεγάλος ο αριθμός των εμπορευμάτων που πωλούνταν χωρίς την έκδοση αποδείξεων, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια τελείως αλλοιωμένη και ταυτόχρονα μη συμβατή με τους κανόνες της κοινής λογικής εμφανιζόμενη απεικόνιση των φορολογικών στοιχείων που δηλώνονταν από την ενάγουσα στην εφορία και εξ αυτού του λόγου να κινδυνεύει αυτή να υποστεί έλεγχο από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές, ως ύποπτη φοροδιαφυγής.
Αρκεί κανείς να αναγνώσει το έντυπο Ε3 της χρήσης του έτους 2006 (οικονομικού έτους 2007), το περιεχόμενο του οποίου αναπαριστά, κατά δήλωση της ενάγουσας, τα φορολογικά στοιχεία που δήλωσε στην εφορία κατά την χρήση αυτή, από το οποίο προκύπτει, ότι, με βάση τις παραδοχές της ιδίας, στην αρχική φορολογική δήλωση που αυτή υπέβαλε για τα εισοδήματά της για τη χρήση του έτους 2006, δήλωνε α) ότι πραγματοποίησε αγορές 445.321,70 ευρώ και ότι, αφού συνυπολόγιζε αρμοδίως την αξία της (πλασματικής) απογραφής των εμπορευμάτων της κατά την έναρξη και λήξη της χρήσης, τελικώς το κόστος αγοράς των συνολικά πωληθέντων εμπορευμάτων από την επιχείρησή της ανερχόταν στο ποσό των 440.097,83 ευρώ, β) ότι είχε εκδώσει αποδείξεις πώλησης εμπορευμάτων συνολικής αξίας 471.023,11 ευρώ, γ) ότι είχε ετήσιες δαπάνες συνολικού ποσού 27.358,40 ευρώ και ότι ως εκ τούτου εσόδευε καθαρά ετήσια κέρδη, που ανέρχονταν στο ελάχιστο ποσό των 3.566,88 ευρώ, το οποίο αποτέλεσε και το φορολογητέο εισόδημά της για την εν λόγω χρήση.
Κανείς όμως σώφρων άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι μια επιχείρηση με τζίρο που ανέρχεται σε 471.023,11 ευρώ, έχει καθαρό κέρδος μόνον 3.566,88 ευρώ και μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί αλώβητη, απασχολώντας μάλιστα σταθερά δύο υπαλλήλους πλήρη(ου)ς απασχόλησης. Άλλωστε, αν αλήθευε το γεγονός ότι τα καθαρά ετήσια φορολογητέα κέρδη της ενάγουσας ανέρχονταν στο ανωτέρω ποσό των 3.566,88 ευρώ, τότε αυτή θα αδυνατούσε να εξοφλήσει ακόμη και το μηνιαίο μισθό της εναγομένης, που κατά το κρυφό και μη δηλωθέν στο ΙΚΑ μέρος του, ανερχόταν μηνιαίως στα 500 ευρώ περίπου και άρα ετησίως στο ποσό των 6.000 ευρώ, πολλώ δε μάλλον δεν θα μπορούσε να καλύψει ούτε τις βασικές καθημερινές της ανάγκες προς επιβίωσή της.
Απεναντίας, όμως, αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση της ενάγουσας, ήταν στην πραγματικότητα μια εύρωστη επιχείρηση, με πολύ μεγαλύτερο τζίρο από αυτόν που δηλώνονταν στην εφορία και με πολλαπλά κρυφά εκ μέρους της ετήσια καθαρά κέρδη, που της επέτρεπαν αλλά και που προφανώς επέβαλαν για την εξυπηρέτηση της πολυάριθμης πελατείας της, την απασχόληση δύο σταθερών υπαλλήλων με πλήρες ωράριο αλλά αποσπασματικά και τρίτου προσώπου και της εξασφάλιζαν ένα υψηλό οικονομικό επίπεδο διαβίωσης.
Διότι διαφορετικά, δεν θα υπήρχε λόγος να απασχολεί δύο υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης. Άλλωστε, μόνον υπό την παραδοχή των ανωτέρω κρυφών εισοδημάτων, δικαιολογείται ότι η ενάγουσα, παρά τα ανωτέρω αλλά και τα κατωτέρω αναφερόμενα εμφανιζόμενα ανακριβώς μειωμένα ετήσια καθαρά κέρδη της, εντούτοις προέβη κατά τη χρήση του έτους 2009 στην ανακαίνιση του φαρμακείου της, δαπανώντας καθ' ομολογία της, το συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ, αφού από κανένα προσκομιζόμενο στοιχείο δεν αποδείχθηκε ως ουσία βάσιμος ο ισχυρισμός της ότι τα χρήματα για την εν λόγω ανακαίνιση ήταν προϊόν ληφθέντος δανείου, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι ούτε η ενάγουσα επικαλέσθηκε αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι αυτή είχε εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή.
Για το λόγο αυτό λοιπόν, η λογίστρια της ενάγουσας, βλέποντας την ανακριβή φορολογική εικόνα που παρουσίαζε η ενάγουσα προς τις φορολογικές αρχές και τον κίνδυνο, που η τελευταία διέτρεχε, σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου, να διαπιστωθεί ευχερώς ότι διαπράττει φοροδιαφυγή, πίεζε συνεχώς την ενάγουσα να εκδίδει περισσότερες αποδείξεις κατά την πώληση των εμπορευμάτων της, ώστε να μην θέσει υποψίες και κινηθούν διαδικασίες φορολογικού ελέγχου.
Έτσι λοιπόν η ενάγουσα, συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις της λογίστριάς της, έδωσε εντολή στην εναγομένη, μετά την παρέλευση του έτους 2006, να εκδίδει κατά την πώληση των εμπορευμάτων, κατά τα επόμενα έτη, λίγες περισσότερες αποδείξεις πώλησης, αλλά και πάλι όχι για όλες τις πραγματοποιούμενες πωλήσεις.
Πράγματι η εναγομένη κατ' εντολή της ενάγουσας, εξέδιδε καθημερινώς κατά τα επόμενα έτη, περισσότερες αποδείξεις για τα πωλούμενα εμπορεύματα και δη όσες τις υποδείκνυε η ενάγουσα. Ειδικότερα, από τα έντυπα Ε3 των χρήσεων 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, που προσκόμισε η ενάγουσα, και που καθ' ομολογία της ανταποκρίνονται στα στοιχεία των δηλώσεων που υπέβαλε στην εφορία, προκύπτει ότι αυτή δήλωσε (στην εφορία):
Α) κατά τη χρήση του έτους 2007 (οικονομικού έτους 2008) α) ότι πραγματοποίησε αγορές 471.411,15 ευρώ και ότι αφού συνυπολόγιζε αρμοδίως την αξία της (πλασματικής) απογραφής των εμπορευμάτων της κατά την έναρξη και λήξη της χρήσης, τελικώς το κόστος αγοράς των συνολικά πωληθέντων από την επιχείρηση της ανερχόταν στο ποσό των 468.802,20 ευρώ, β) ότι είχε εκδώσει αποδείξεις πώλησης εμπορευμάτων συνολικής αξίας 526.260,50 ευρώ, γ) ότι είχε ετήσιες δαπάνες συνολικού ποσού 27.339,77 ευρώ και ότι ως εκ τούτου εσόδευσε καθαρά ετήσια κέρδη το ποσό των 30.118,53 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν και τα φορολογητέα κέρδη της, Β) κατά τη χρήση του έτους 2008 (οικονομικού έτους 2009) α) ότι πραγματοποίησε αγορές 464.138,89 ευρώ και ότι αφού συνυπολόγιζε αρμοδίως την αξία της (πλασματικής) απογραφής των εμπορευμάτων της κατά την έναρξη και λήξη της χρήσης, τελικώς το κόστος αγοράς των συνολικά πωληθέντων από την επιχείρηση της ανερχόταν στο ποσό των 464.866,12 ευρώ, β) ότι είχε εκδώσει αποδείξεις πώλησης εμπορευμάτων συνολικής αξίας 541.841,90 ευρώ, γ) ότι είχε ετήσιες δαπάνες συνολικού ποσού 34.930,51 ευρώ και ότι ως εκ τούτου εσόδευσε καθαρά ετήσια κέρδη το ποσό των 42.045,27 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν και τα φορολογητέα κέρδη της, Γ) κατά τη χρήση του έτους 2009 (οικονομικού έτους 2010) α) ότι πραγματοποίησε αγορές 467.656,16 ευρώ και ότι αφού συνυπολόγιζε αρμοδίως την αξία της (πλασματικής) απογραφής των εμπορευμάτων της κατά την έναρξη και λήξη της χρήσης, τελικώς το κόστος αγοράς των συνολικά πωληθέντων από την επιχείρηση της ανερχόταν στο ποσό των 467.304,43 ευρώ, β) ότι είχε εκδώσει αποδείξεις πώλησης εμπορευμάτων συνολικής αξίας 550.355,52 ευρώ, γ) ότι είχε ετήσιες δαπάνες συνολικού ποσού 61.509,17 ευρώ και ότι ως εκ τούτου εσόδευσε καθαρά ετήσια κέρδη το ποσό των 21.541,92 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν και τα φορολογητέα κέρδη της, Δ) κατά τη χρήση του έτους 2010 (οικονομικού έτους 2011) α) ότι πραγματοποίησε αγορές 409.603,46 ευρώ και ότι αφού συνυπολόγιζε αρμοδίως την αξία της (πλασματικής) απογραφής των εμπορευμάτων της κατά την έναρξη και λήξη της χρήσης, τελικώς το κόστος αγοράς των συνολικά πωληθέντων από την επιχείρηση της ανερχόταν στο ποσό των 415.408,73 ευρώ, β) ότι είχε εκδώσει αποδείξεις πώλησης εμπορευμάτων συνολικής αξίας 516.828,65 ευρώ, γ) ότι είχε ετήσιες δαπάνες συνολικού ποσού 48.837,88 ευρώ και ότι ως εκ τούτου εσόδευσε καθαρά ετήσια κέρδη το ποσό των 53.312,04 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν και τα φορολογητέα κέρδη της και Ε) κατά τη χρήση του έτους 2011 (οικονομικού έτους 2012) α) ότι πραγματοποίησε· αγορές 284.495,12 ευρώ και ότι αφού συνυπολόγιζε αρμοδίως την αξία της (πλασματικής) απογραφής των εμπορευμάτων της κατά την έναρξη και λήξη της χρήσης, τελικώς το κόστος αγοράς των συνολικά πωληθέντων από την επιχείρηση της ανερχόταν στο ποσό των 297.005,96 ευρώ, β) ότι είχε εκδώσει αποδείξεις πώλησης εμπορευμάτων συνολικής αξίας 315.538,41 ευρώ, γ) ότι είχε ετήσιες δαπάνες συνολικού ποσού 22.921,26 ευρώ και ότι ως εκ τούτου δεν εσόδευσε καθαρά ετήσια κέρδη, αλλά ήταν χρεωμένη με 4.388,81 ευρώ.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τα ανωτέρω έντυπα Ε3, που προσκόμισε η ενάγουσα, τα οποία σημειωτέον δεν φέρουν ημερομηνία και δεν συνοδεύονται από τις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις της ενάγουσας, δεν είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων που κατέθεσε στην εφορία κατά την υποβολή των αρχικών φορολογικών της δηλώσεων κατά τα αντίστοιχα οικονομικά έτη, αλλά, κατά δήλωση της ίδιας, αυτά περιέχουν τα φορολογικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στα τηρούμενα από αυτήν Βιβλία Β κατηγορίας, που τηρεί στο φαρμακείο της και που, κατά δήλωση της ιδίας, δηλώθηκαν από την ίδια στην εφορία κατά τα αντίστοιχα ανωτέρω οικονομικά έτη, με την υποβολή των αρχικών της φορολογικών της δηλώσεων, χωρίς όμως ποτέ να ελεγ(χ)θεί ως προς την ακρίβεια αυτών από την αρμόδια φορολογική αρχή Βόλου, που όπως αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ήταν ανακριβή, καθόσον οι εκδοθείσες αποδείξεις για τα πωλούμενα προϊόντα καθώς και οι δαπάνες του φαρμακείου δεν δηλώνονταν στο ακέραιο, αλλά υπολείπονταν των πραγματικών.
Έτσι λοιπόν η ενάγουσα φορολογήθηκε για τις χρήσεις των ανωτέρω ετών 2006, 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, βάσει των ανωτέρω καθαρών κερδών του φαρμακείου της, που υπολογίστηκαν δυνάμει των ανωτέρω ανακριβών δηλώσεων, οι οποίες συντάχθηκαν και υποβλήθηκαν, εν γνώσει της ανακρίβειας τους από αυτήν, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Βόλου. Και ενώ λοιπόν οι σχέσεις των διαδίκων έβαιναν άριστες και η εναγομένη καθημερινά απέδιδε το σύνολο των εισπράξεων του ταμείου του φαρμακείου στην ενάγουσα, που όπως προέλεχθη δεν αντιστοιχούσε στο "Ζ" της ταμειακής μηχανής, ήτοι στο ποσό των εκδοθέντων αποδείξεων, αλλά ήταν πολύ μεγαλύτερο, καθώς περιελάμβανε επιπλέον και τις εισπράξεις από πωλήσεις εμπορευμάτων, για τις οποίες δεν είχαν εκδοθεί αποδείξεις, ξάφνου η ενάγουσα δήλωσε το Πάσχα του έτους 2011 στην εναγομένη ότι θα έκανε περικοπές στο μηνιαίο μισθό της τελευταίας και δη ότι θα την πλήρωνε με μειωμένο ωράριο, όπως ακριβώς τη δήλωνε και στο ΙΚΑ, πλην όμως ότι η εναγομένη θα έπρεπε να συνεχίζει να απασχολείται στην πραγματικότητα με πλήρες ωράριο στο φαρμακείο.
Τότε, όπως ήταν φυσικό, η εναγομένη αντέλεξε και της απάντησε ότι θα προσέρχεται και θα εργάζεται μόνο τις ώρες, που θα αντιστοιχούν στο μειωμένο ωράριο και στον μειωμένο πλέον μισθό της. Έκτοτε λοιπόν οι σχέσεις των διαδίκων ψυχρά(ν)θηκαν και η εναγομένη, παράλληλα με την εργασία της κατά το μειωμένο ωράριο στο φαρμακείο της ενάγουσας, άρχισε να αναζητεί αλλού εργασία με πλήρες ωράριο.
Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, με ψυχραμένες και τυπικές τις σχέσεις των διαδίκων, η ενάγουσα αποφάσισε μαζί με το σύζυγό της, τον Σεπτέμβριο του έτους 2011, να ενεργοποιήσουν τις κάμερες καταγραφής εικόνας, που ήταν εγκατεστημένες στο φαρμακείο, αλλά μέχρι τότε δεν είχαν τεθεί σε λειτουργία, και να παρακολουθήσουν τις κινήσεις των υπαλλήλων του φαρμακείου, στρέφοντας το οπτικό τους πεδίο προς το ταμείο και όχι προς το εσωτερικό του καταστήματος, που μέχρι τότε ήταν στραμμένες.
Από την παρακολούθηση της ηλεκτρονικής καταγραφής της κάμερας, για χρονικό διάστημα τριών ημερών, διαπιστώθηκε από την ενάγουσα και το σύζυγό της, ότι η εναγομένη αφαίρεσε κατά τη διάρκεια των τριών αυτών ημερών, κατά τη λειτουργία του φαρμακείου, διάφορα χρηματικά ποσά από το ταμείο, άλλοτε σε χαρτονομίσματα και άλλοτε σε κέρματα, τα οποία, πέραν ενός χαρτονομίσματος ποσού των 20 ευρώ και λίγων κερμάτων, ουδόλως εξειδικεύτηκαν περαιτέρω από την ενάγουσα.
Κατόπιν δε των προαναφερομένων διαπιστώσεων, η ενάγουσα προέβη καταρχήν στην από 15.9.2011 εξώδικη δήλωση και καταγγελία, που επιδόθηκε στην εναγομένη αυθημερόν, με την οποία προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, επισημαίνοντάς της ως λόγο απόλυσής ότι έχει διαπράξει αυτή σε βάρος της το κακούργημα της κλοπής, κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα.
Ταυτόχρονα η ενάγουσα προέβη αυθημερόν (15.9.2011) και στην υποβολή της από 13.9.2011 έγκλησης σε βάρος της εναγομένης, που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου για το αδίκημα της κακουργηματικής κλοπής, ισχυριζόμενη ότι η εναγομένη της είχε αφαιρέσει κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 23.8.2011, από το ταμείο του φαρμακείου της το συνολικό ποσό των 162.001,41 ευρώ.
Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού της αυτού, επικαλέσθηκε την εκ μέρους της ηλεκτρονική παρακολούθηση της εναγομένης με κάμερες, που έλαβε χώρα στις αρχές Σεπτεμβρίου 2011 και περαιτέρω, προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω ποσό, ισχυρίστηκε η ενάγουσα στην ανωτέρω έγκλησή της, όπως άλλωστε διαλαμβάνει και με την κρινόμενη αγωγή της, χωρίς όμως ουδόλως να διαλάβει και να αιτείται μ' αυτήν τα ποσά που διαπίστωσε ότι της αφαίρεσε η εναγομένη κατά το τριήμερο της ηλεκτρονικής της παρακολούθησης εντός του μηνός Σεπτεμβρίου 2011, ότι η εναγομένη κατά την εκτέλεση των υπαλληλικών καθηκόντων της στο φαρμακείο και δη κατά την πώληση των εμπορευμάτων προς τους εκάστοτε πελάτες, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 23.8.2011, εξέδιδε εν αγνοία της (ενάγουσας) πλήθος αποδείξεων πώλησης από την ταμειακή μηχανή με μικρότερο από το πραγματικό καταβληθέν τίμημα από τον εκάστοτε πελάτη και ότι ακολούθως τη διαφορά αυτή μεταξύ του πραγματικού καταβληθέντος τιμήματος και αυτού που αναγραφόταν στην απόδειξη, την αφαιρούσε από το ταμείο και την ιδιοποιείτο παράνομα.
Δηλαδή, για παράδειγμα, ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι η εναγομένη πωλούσε ένα προϊόν αξίας 20 ευρώ και εισέπραττε από τον πελάτη το τίμημα των 20 ευρώ, πλην όμως εξέδιδε και παρέδιδε στον πελάτη απόδειξη αξίας 2 ευρώ, οπότε έβαζε στο ταμείο μόνον το ποσό των 2 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 18 ευρώ, το κρατούσε και το ιδιοποιείτο παράνομα η ίδια.
Ότι δήθεν βάσει λογιστικού ελέγχου που έκανε η λογίστριά της για τις χρήσεις των ετών 2006, 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 διαπίστωσε ότι το φαρμακείο της: α) παρουσίαζε, με βάση τα λογιστικά της βιβλία, για τη χρήση του έτους 2006 καθαρά κέρδη 3.566,88 ευρώ, τα οποία και της αποδόθηκαν από την εναγομένη, ενώ τα πραγματικά καθαρά κέρδη που υπολογίστηκαν από τη λογίστριά της και έπρεπε να της αποδοθούν από την εναγομένη ανέρχονταν στο ποσό των 45.988,37 ευρώ, άρα προέκυπτε διαφορά ποσού 42.421,49 ευρώ β) παρουσίαζε, με βάση τα λογιστικά της βιβλία, για τη χρήση του έτους 2007 καθαρά κέρδη 30.118,53 ευρώ, τα οποία και της αποδόθηκαν από την εναγομένη, ενώ τα πραγματικά καθαρά κέρδη που υπολογίστηκαν από τη λογίστριά της και έπρεπε να της αποδοθούν από την εναγομένη ανέρχονταν στο ποσό των 53.675,18 ευρώ, άρα προέκυπτε διαφορά ποσού 23.556,65 ευρώ, γ) παρουσίαζε, με βάση τα λογιστικά της βιβλία, για τη χρήση του έτους 2008 καθαρά κέρδη 42.045,27 ευρώ, τα οποία και της αποδόθηκαν από την εναγομένη, ενώ τα πραγματικά καθαρά κέρδη που υπολογίστηκαν από τη λογίστριά της και έπρεπε να της αποδοθούν από την εναγομένη ανέρχονταν στο ποσό των 53.748,84 ευρώ, άρα προέκυπτε διαφορά ποσού 11.703,57 ευρώ, δ) παρουσίαζε, με βάση τα λογιστικά της βιβλία, για τη χρήση του έτους 2009 καθαρά κέρδη 21.541,92 ευρώ, τα οποία και της αποδόθηκαν από την εναγομένη, ενώ τα πραγματικά καθαρά κέρδη που υπολογίστηκαν από τη λογίστριά της και έπρεπε να της αποδοθούν από την εναγομένη ανέρχονταν στο ποσό των 59.736,44 ευρώ, άρα προέκυπτε διαφορά ποσού 38.194,52 ευρώ, ε) παρουσίαζε, με βάση τα λογιστικά της βιβλία, για τη χρήση του έτους 2010 καθαρά κέρδη 53.312,04 ευρώ, τα οποία και της αποδόθηκαν από την εναγομένη, ενώ τα πραγματικά καθαρά κέρδη που υπολογίστηκαν από τη λογίστριά της και έπρεπε να της αποδοθούν από την εναγομένη ανέρχονταν στο ποσό των 55.102,83 ευρώ, άρα προέκυπτε διαφορά ποσού 1.790,79 ευρώ και στ) παρουσίαζε, με βάση τα λογιστικά της βιβλία, για τη χρήση του έτους 2011 ζημίες 4.388,81 ευρώ, ενώ τα πραγματικά καθαρά κέρδη που υπολογίστηκαν από τη λογίστριά της και έπρεπε να της αποδοθούν από την εναγομένη ανέρχονταν στο ποσό των 39.945,58 ευρώ, άρα προέκυπτε διαφορά ποσού 44.334,39 ευρώ.
Ισχυρίζεται δε καταλήγοντας ότι, με βάση τους υπολογισμούς της, κατά τις ανωτέρω χρήσεις, μολονότι τα λογιστικά της βιβλία με βάση τις παράτυπες (υπολειπόμενες ως προς το πραγματικό τίμημα) εκδοθείσες από την εναγομένη αποδείξεις εμφάνιζαν καθαρά φορολογητέα κέρδη των αντίστοιχων ετών συνολικού ποσού 146.195,83 ευρώ, τα οποία της αποδόθηκαν από την εναγομένη, εντούτοις τα πραγματικά καθαρά φορολογητέα κέρδη που υπολογίστηκαν από τη λογίστριά της και έπρεπε να της αποδοθούν από την εναγομένη, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 308.197,24 ευρώ, άρα προκύπτει διαφορά ποσού 162.001,41 ευρώ, το οποίο ισχυρίζεται ότι αφαίρεσε από την κατοχή της ιδίας η εναγομένη, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.
Για τον υπολογισμό δε των διαφορών, που η ίδια ισχυρίζεται ότι υπάρχει μεταξύ των κερδών που πράγματι της απέδωσε η εναγομένη κατ' έτος και των δήθεν αληθινών κερδών, που όφειλε η τελευταία να της αποδώσει, προβαίνει, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα έντυπα Ε3, σε εξωλογιστικό προσδιορισμό αυτών, επί τη βάσει των ως άνω δηλωθέντων (ανακριβών) φορολογικών στοιχείων από την ίδια στην εφορία, δυνάμει του άρθρου 15 του ν. 3296/2004, όπως δηλαδή συμβαίνει σε περίπτωση που ο ίδιος φορολογούμενος ζητεί από την εφορία τον υπολογισμό τους κατ' αυτόν τον τρόπο, προκειμένου να επέλθει περαίωση της χρήσης που τον ενδιαφέρει, χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο, όταν φοβάται ότι από γενόμενο έλεγχο θα προκύψουν μεγαλύτερα κέρδη του.
Έτσι λοιπόν στα πιο πάνω έντυπα Ε3, όπως αναλύθηκαν κατά το περιεχόμενό τους ανωτέρω, η λογίστρια της ενάγουσας, αφού καταχώρησε για να παρουσιάσει στο δικαστήριο, τα εισοδήματα που ισχυρίζεται ότι δήλωσε η ενάγουσα κατά τα επίδικα έτη στις αρμόδιες φορολογικές αρχές Βόλου και τα καθαρά φορολογητέα κέρδη που προέκυψαν από αυτά, εν συνεχεία καταχώρησε τα εξωλογιστικά καθαρά κέρδη, που θα προέκυπταν, υπολογιζόμενα βάσει του άρθρου 15 του ν. 3296/2004 για περαίωση της κάθε μίας χρήσης των ετών 2006, 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, χωρίς έλεγχο.
Δηλαδή εν προκειμένω, δεν πρόκειται για ανακλητικές ή τροποποιητικές δηλώσεις, που πράγματι υπέβαλε η ενάγουσα στην εφορία με βάση τον εξωλογιστικό προσδιορισμό για να περαιώσει τις εν λόγω χρήσεις, χωρίς να υποβληθεί σε φορολογικό έλεγχο, αλλά απλώς για την παρουσίαση εκ μέρους της λογίστριάς της, των καθαρών φορολογητέων κερδών της ενάγουσας των χρήσεων 2006, 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 υπολογισμένων για πρώτη φορά εξωλογιστικά, βάσει του άρθρου 15 του ν. 3296/2004, καθόσον αυτή δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύεται από κάποιο στοιχείο ότι πράγματι υπέβαλε στην εφορία τις ανωτέρω δηλώσεις με το ανωτέρω τροποποιητικό περιεχόμενο.
Ο εξωλογιστικός αυτός προσδιορισμός διενεργήθηκε με βάση τα φορολογικά δεδομένα - στοιχεία (αγορών, δαπανών και ακαθάριστων εσόδων) που η ίδια η ενάγουσα, κατά δήλωσή της, καταχώρησε στα ανωτέρω έντυπα, χωρίς βεβαίως αυτά να έχουν ελεγχθεί από την εφορία και που, όπως αποδείχθηκε ήδη κατά τα ανωτέρω, δηλώθηκαν ανακριβώς από την ίδια την ενάγουσα, εν γνώσει της ανακρίβεια τους, προκειμένου να αποκρύψει τα πραγματικά πολύ μεγαλύτερα εισοδήματά της.
Δηλαδή, με τον ως άνω υπολογισμό, η ενάγουσα, υποδυόμενη εν προκειμένω τον ρόλο της φορολογικής αρχής, σπεύδει ως σαν να ήταν φορολογικός ελεγκτής, να υπολογίσει για πρώτη φορά εξωλογιστικώς τα καθαρά φορολογητέα κέρδη της, όπως αυτά θα υπολογίζονταν σε περίπτωση φορολογικού της ελέγχου, με βάση τις υποβληθείσες από την ίδια ανακριβείς φορολογικές δηλώσεις των επίδικων ετών, και μ' αυτόν τον τρόπο να μετακυλήσει και να καταλογίσει στην εναγομένη, τις προσωπικές της ευθύνες από τις ανακριβείς μέχρι τότε από την ίδια υποβληθείσες στην εφορία φορολογικές της δηλώσεις.
Σημειωτέον εν προκειμένω, ότι είναι τοις πάσι γνωστό, ότι ο εξωλογιστικός υπολογισμός των καθαρών κερδών είναι τεκμαρτός και ουδόλως αποδίδει την πραγματική φορολογική εικόνα μιας επιχείρησης, αλλά ακολουθείται από την εφορία, μετά από αίτηση του φορολογούμενου, προκειμένου ο τελευταίος να αποφύγει τον έλεγχο και να περαιώσει τη εκάστοτε φορολογική χρήση, άπαξ και δια παντός, χωρίς δυνατότητα επανελέγχου της (χρήσης) από την εφορία.
Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί, βάσει της διαφοράς που παρατηρείται μεταξύ των φορολογητέων κερδών της ενάγουσας, όπως προέκυψαν αυτά από τα λογιστικά της βιβλία, έναντι αυτών που προέκυψαν με εξωλογιστικό προσδιορισμό, να στοιχειοθετηθεί εν προκειμένω αδικοπραξία εκ μέρους της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας και δη να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη ευθύνεται για τις εν λόγω διαφορές, καθόσον καμία απολύτως ευθύνη δεν αποδείχθηκε ότι την βαρύνει για την ανακρίβεια των ανωτέρω φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας.
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η υποβολή των ανακριβών δηλώσεων μεθοδεύτηκε αποκλειστικώς από την ενάγουσα, αφενός με την μη έκδοση αποδείξεων πώλησης για πολλά από τα πωλούμενα από το φαρμακείο της εμπορεύματα, αφετέρου με την απόκρυψη δαπανών και ότι ακολούθως οι εν λόγω ανακριβείς δηλώσεις συντάχθηκαν, ως αναφέρεται ανωτέρω, με ευθύνη της ενάγουσας, προκειμένου αυτή να αποκρύψει τα αληθινά της εισοδήματα και να τελέσει φοροδιαφυγή.
Άλλωστε τη διαφορά που επιχειρεί να παρουσιάσει η ενάγουσα ότι υφίσταται μεταξύ των φορολογητέων κερδών της, που αυτή (ανακριβώς) δήλωσε στην εφορία, έναντι αυτών που προέκυψαν με εξωλογιστικό προσδιορισμό, την εισέπραξε ήδη η ενάγουσα από την εναγομένη, αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κάθε ημέρα κατά το κλείσιμο του ταμείου του φαρμακείου, ελάμβανε από την εναγομένη όλες τις εισπράξεις του ταμείου, στις οποίες περιλαμβάνονταν, τόσο το τίμημα των εμπορευμάτων που πωλούνταν με έκδοση αποδείξεων, όσο και το τίμημα των εμπορευμάτων που πωλούνταν χωρίς την έκδοση αποδείξεων.
Εξάλλου από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αφαίρεσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 23.8.2011, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από το ταμείο της τελευταίας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν δύναται να αναιρεθεί από το γεγονός ότι η εναγομένη κατελήφθη να κλέβει διάφορα απροσδιόριστα χρηματικά ποσά από το ταμείο, κατά το τριήμερο της ηλεκτρονικής μέσω κάμερας παρακολούθησής, στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2011.
Και τούτο διότι από το ανωτέρω αποδεδειγμένο γεγονός, ουδόλως δύναται να συναχθεί, χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ότι η εναγομένη έκλεβε συστηματικά και δη για μία ολόκληρη σχεδόν εξαετία από το ταμείο της ενάγουσας διάφορα χρηματικά ποσά, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η ενάγουσα και δη υπολογιζόμενα με εξωλογιστικό προσδιορισμό των καθαρών της φορολογητέων κερδών και ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 162.001,41 ευρώ που αιτείται με την αγωγή της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η χρήση του άνω εξωλογιστικού υπολογισμού γίνεται αυστηρά και μόνον για φορολογικούς σκοπούς και δη μόνον από την εφορία.
Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το μόνο που έκανε η εναγομένη, κατά το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν να παραλείπει την έκδοση αποδείξεων για πολλά από τα πωλούμενα εμπορεύματα του φαρμακείου, καθ' υπόδειξη όμως πάντα της ενάγουσας και όχι από μόνη της αυθαίρετα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία.
Αυτός δε είναι και ο λόγος, που ακόμη και αν κάποιος πελάτης είχε διαμαρτυρηθεί προς τούτο στην ενάγουσα, η εναγομένη ήταν καλυμμένη απέναντι στην τελευταία, δεδομένου ότι παρέλειπε την έκδοση αποδείξεων κατ' εντολή της. Άλλωστε δεν θα ήταν δυνατόν η εναγομένη να πωλεί εμπορεύματα χωρίς την έκδοση αποδείξεων ή με έκδοση μειωμένων ως προς το πραγματικό τίμημα αποδείξεων, δήθεν εν αγνοία της ενάγουσας, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται, και δη τόσο μεγάλης αξίας εμπορευμάτων, καθόσον στο εν λόγω φαρμακείο, που έχει εμβαδό 35 τ.μ., με αποθήκη εμβαδού 10 τ.μ., θα γινόταν άμεσα αντιληπτό από την ενάγουσα, ότι οι εκδοθείσες καθημερινά αποδείξεις πώλησης υπολείπονται κατά πολύ των πραγματικά πωληθέντων εμπορευμάτων.
Επίσης, δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι η ενάγουσα, τεχνηέντως μέμφεται την εναγομένη, όχι για "μη έκδοση αποδείξεων", αλλά για έκδοση αποδείξεων με μειωμένο το πραγματικό τους τίμημα. Το ίδιο ακριβώς μάλιστα ισχυρίσθηκε αναληθώς και ο σύζυγος της ενάγουσας, εξεταζόμενος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Τούτο δε πράττουν τόσο η ενάγουσα όσο και ο σύζυγός της, ψευδώς και σκοπίμως, προκειμένου να συμπλεύσουν με τον έτερο αβάσιμο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι αυτή δήθεν ουδέποτε έδωσε εντολή στην εναγομένη να παραλείπει την έκδοση αποδείξεων. Εξάλλου, δεν θα ήταν εφικτό η εναγομένη, για έξι περίπου ολόκληρα χρόνια (από 1.1.2006 έως την 23.8.2011), να εξέδιδε και να παρέδιδε στους πελάτες του φαρμακείου υπολειπόμενες της πραγματικής αξίας των πωληθέντων εμπορευμάτων αποδείξεις και αυτό να μην είχε υποπέσει στην αντίληψη της ενάγουσας, μετά από διαμαρτυρίες, που ως ήταν φυσικό, αν πράγματι συνέβαινε, θα είχαν υποβάλει οι τελευταίοι στην ενάγουσα.
Εξάλλου, από την παρακολούθηση της ηλεκτρονικής καταγραφής της βιντεοκάμερας στο εσωτερικό του φαρμακείου, που διενήργησε επισταμένως ο σύζυγος της ενάγουσας κατά το τριήμερο του Σεπτεμβρίου 2011, δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτό από αυτόν, αν το ποσό της εκάστοτε εκδοθείσας απόδειξης ήταν μειωμένο ή όχι, όπως αναληθώς κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, αφού, κατά τους ισχυρισμούς αυτού του ιδίου (ενώπιον των ανωτέρω δικαστηρίων), η εναγομένη εξέδιδε και έθετε αμέσως την απόδειξη εντός της σακούλας των εμπορευμάτων.
Το μόνο που μπορούσε αυτός να αντιληφθεί και πράγματι αντιλήφθηκε, αλλά επιβεβαιώθηκε και από την έτερη υπάλληλο του φαρμακείου Ά. Τ., που κατέθεσε ενόρκως εξεταζόμενη τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου ποινικού δικαστηρίου και δήλωσε ότι παρακολούθησε το βίντεο, ήταν ότι η εναγομένη, κατά το τριήμερο της ηλεκτρονικής παρακολούθησης των καμερών, εντός του Σεπτεμβρίου 2011, αφαιρούσε από το ταμείο, διάφορα απροσδιόριστα χρηματικά ποσά, χωρίς να γίνει αντιληπτή από την τελευταία.
Μάλιστα η ως άνω υπάλληλος, ουδόλως ανέφερε ότι διαπίστωσε οποτεδήποτε την έκδοση εκ μέρους της εναγομένης, ανακριβών και δη υπολ(ε)ιπόμενων της πραγματικής αξίας των πωλούμενων εμπορευμάτων αποδείξεων, όλα αυτά τα χρόνια που εργάζονταν ταυτόχρονα με την εναγομένη, γεγονός που αν συνέβαινε και δη με την συχνότητα που δήθεν επικαλείται η ενάγουσα ότι συνέβαινε, θα είχε γίνει αντιληπτό από την προαναφερόμενη υπάλληλο.
Επιπρόσθετα ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι μετά την απόλυση της εναγομένης από το φαρμακείο της αυξήθηκαν δήθεν αισθητά τα εισοδήματά της, καθόσον ουδέν φορολογικό στοιχείο των επόμενων ετών προσκομίσθηκε από την ενάγουσα. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, κατά το μέρος που με αυτόν παραπονείται η εκκαλούσα - εναγομένη ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημά της για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον από μόνος του δεν οδηγεί, ακόμη και αν κριθεί βάσιμος, στην εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.
Τούτο δε διότι η άρνηση ή η παράλειψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, τόσο στην περίπτωση της παραγράφου 1, όσο και στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ., ακόμη και αν κριθεί εσφαλμένη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν έχει ως άμεση συνέπεια την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.
Στην περίπτωση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, έχει τη δυνατότητα, όπως άλλωστε και χωρίς λόγο έφεσης, να διατάξει αυτήν (πραγματογνωμοσύνη), αναβάλλοντας την επί της ουσίας της έφεσης κρίση του, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, ενέργεια στην οποία προβαίνει μόνο, όταν κατά τον έλεγχο των συναφών λόγων της εφέσεως για κακή, εν γένει, εκτίμηση των αποδείξεων, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που διέταξε, κατά τα προαναφερόμενα, οδηγείται σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως αβάσιμη...Περαιτέρω, ενόψει, όλων των προαναφερομένων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε ζημία από αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και δη από κλοπή μέρους των εισπράξεων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 23.8.2011, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της στο ένδικο φαρμακείο της ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η εναγομένη απέδιδε στην ενάγουσα κατά το κλείσιμο του ταμείου, το σύνολο των εισπράξεων του φαρμακείου, που όπως προαναφέρθηκε ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναγραφόταν στο "Ζ" της ταμειακής μηχανής. Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εναγομένη, κηρύχθηκε ένοχη αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 201/2014 απόφαση του δευτεροβάθμιου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής κλοπής συνολικού ποσού 162.001,41 ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, την οποία φέρεται ότι τέλεσε, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως και 23.8.2011, σε βάρος της ενάγουσας, καθώς, το γεγονός αυτό ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκειμένη δίκη, προεχόντως, διότι, κατ' άρθρο 321 ΚΠολΔ, στην πολιτική δίκη δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση ποινικού δικαστηρίου...
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι τα αιτήματα της εκκαλούσας - εναγομένης αφενός για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αφετέρου για προσκόμιση από την εφεσίβλητη - ενάγουσα : α) του βιβλίου εσόδων - εξόδων του φαρμακείου, β) των δύο ειδικών βιβλίων στα οποία καταχωρούνταν τα πωλούμενα εμπορεύματα χωρίς αποδείξεις, γ) το "Ζήτα" (καθημερινό κλείσιμο της μηχανής και δ) καταστάσεων προσωπικού του ΙΚΑ, που υποβάλλεται με την κρινόμενη έφεση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, λαμβανομένου υπόψη ότι το δικαστήριο, από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση, σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση για τα ασκούντα ουσιώδη έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, ενόψει του ότι οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση αποδεικτικά μέσα για τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης, για την κατανόηση των οποίων άλλωστε δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις, με συνέπεια να μη είναι υποχρεωτική η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η προσκόμιση των ανωτέρω εγγράφων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι επιμέρους αφαιρέσεις διαφόρων απροσδιόριστων χρηματικών ποσών, εκ μέρους της εναγομένης, από το ταμείο της ενάγουσας, που καθ' ομολογία της τελευταίας έλαβαν χώρα εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2011, ουδόλως σχετίζονται με τις αγωγικές απαιτήσεις αυτής, συνολικού ποσού 162.001,41 ευρώ, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 23.8.2011 και συνεπώς αυτές δεν αξιολογούνται περαιτέρω".
Ακολούθως, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 167.001,41 ευρώ και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει σε περίληψη μόνο τους αγωγικούς ισχυρισμούς της και παραπονείται για την απόρριψή τους, χωρίς στη συνέχεια να αναφέρει καθόλου τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ακολούθως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το αριθμό 1 το άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, χωρίς όμως να προβάλει οποιαδήποτε συγκεκριμένη αιτίαση, που να υποστηρίζει το λόγο αναίρεσης.
Επομένως ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, επίσης δε είναι απαράδεκτος και γιατί υπό την επίκλησή του η αναιρεσείουσα ουσιαστικά πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη δεν διέπραξε την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπραξία(κλοπή) σε βάρος της.
Σε κάθε περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη δεν διέπραξε την επικαλούμενη στην αγωγή παράνομη πράξη της κλοπής χρημάτων της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, δεν τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της αναιρεσείουσας, με συνέπεια να δικαιολογείται η απόρριψη της σε βάρος της αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Επίσης η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αφού παραθέτει σε αυτόν αποσπασματικά μικρό τμήμα των ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου κατ' επιλογή της, ακολούθως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης μη κατονομαζομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αλλά κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, με την αιτίαση ότι η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, που αποδυναμώνουν την κρίση της περί της μη υπαγωγής της συγκεκριμένης περίπτωσης στις διατάξεις αυτές, γιατί η ουσιαστική παραδοχή της ότι η ίδια αναιρεσείουσα κατά την εκτέλεση των υπαλληλικών καθηκόντων της εξέδιδε από την ταμειακή μηχανή πλήθος αποδείξεων πωλήσεως με μικρότερο τίμημα από το πραγματικό και εισέπραττε τη διαφορά είναι αντιφατική:
α) προς την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη της απέδιδε κατά το κλείσιμο του ταμείου το σύνολο των εισπράξεων, β) προς την παραδοχή ότι τις πωλήσεις και τις εισπράξεις τις έκανε η αναιρεσίβλητη, εκδίδοντας αποδείξεις πωλήσεως φαρμάκων με τίμημα μικρότερο από το πράγματι καταβληθέν και γ) προς την παραδοχή ότι η ίδια απουσίαζε καθημερινά αρκετές ώρες από το φαρμακείο.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει παραδοχή ότι η ίδια η αναιρεσείουσα εξέδιδε αποδείξεις με μικρότερο τίμημα από το πραγματικό, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αντίθετα δε περιλαμβάνει παραδοχές ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία εργάζετο στο φαρμακείο της αναρεσείουσας από το έτος 2006 έως τις 23-8-2011, που η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, κατ' εντολή της αναιρεσείουσας, η οποία ήθελε να αποκρύπτει από την αρμόδια ΔΟΥ μέρος των εισοδημάτων της από τη λειτουργία του φαρμακείου της, δεν εξέδιδε αποδείξεις για όλα τα προϊόντα που πωλούσε, κρατώντας ειδικό βιβλίο γι' αυτά και κατά το κλείσιμο του φαρμακείου, κάθε εργάσιμη ημέρα, απέδιδε στην αναιρεσείουσα, τόσο τις εισπράξεις, για τις οποίες είχε εκδώσει αποδείξεις, όσο και αυτές, για τις οποίες δεν είχε εκδώσει και συνεπώς δεν διέπραξε την επικαλούμενη στην αγωγή κλοπή χρημάτων συνολικού ποσού 162.001,41 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 23/8/2011 και συνεπώς δεν υπάρχει η επικαλούμενη στον λόγο αναίρεσης αντίφαση.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις ανωτέρω υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είναι φαρμακοποιός, που διατηρεί από το 1988 φαρμακείο στην πόλη του Βόλου, από τον Φεβρουάριο του 2005 και μέχρι τις 23/8/2011, που κατήγγειλε τη σύμβαση, απασχολούσε την αναιρεσίβλητη στο φαρμακείο της ως υπάλληλο - πωλήτρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Και β) Ότι μετά από εντολή της αναιρεσείουσας, που απουσίαζε συχνά από το φαρμακείο, προς την αναιρεσίβλητη, η οποία εντολή δόθηκε σε αυτήν προκειμένου η αναιρεσείουσα να εμφανίζει μικρότερες εισπράξεις στο φαρμακείο και συνεπώς μικρότερα κέρδη και να καταβάλει έτσι στη ΔΟΥ μικρότερο φόρο, η αναιρεσείουσα δεν εξέδιδε αποδείξεις για όλα τα είδη που πωλούσε και τα χρήματα που εισέπραττε για τα είδη αυτά, μαζί με τα χρήματα που εισέπραττε από τα είδη που πωλούσε με απόδειξη, τα απέδιδε στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας στην αναιρεσείουσα, χωρίς να αφαιρέσει από το ταμείο του φαρμακείου για να το ιδιοποιηθεί παράνομα κανένα χρηματικό ποσό κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017) και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο(ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 816/2022).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, όπως αναφέρει, "έλαβε υπόψη αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, που δεν είχε προβληθεί, ούτε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό, ο οποίος τείνει στην κατάλυση του ενδίκου ουσιαστικού δικαιώματος (αποζημίωση από αδικοπραξία), και με βάση αυτόν απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή, διότι εδέχθη ότι, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν έκλεψε από εμέ χρήματα, καθόσον, κατά τις παραδοχές της, αυτή κατ' εντολή και υπόδειξή μου παρέλειψε την έκδοση αποδείξεων με το καταβληθέν τίμημα και κάθε ημέρα, κατά το κλείσιμο του ταμείου, μου απέδιδε το σύνολο των εισπράξεων, τόσο το τίμημα των εμπορευμάτων, που πωλούντο με έκδοση αποδείξεων, όσο και το τίμημα των εμπορευμάτων, που πωλούντο χωρίς την έκδοση αποδείξεων, το δε αποδιδόμενο τίμημα ήτο πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναγραφόταν στο "Ζ" της ταμειακής μηχανής".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποτελούν πραγματικό ισχυρισμό και δη ένσταση της αναιρεσίβλητης, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και συνεπώς η λήψη υπόψη τους από το Εφετείο κατά την εξέταση του λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και η ίδια με τις προτάσεις της ενώπιόν του επικαλέστηκε και ακολούθως προσκόμισε: 1) το περιεχόμενο της βιντεοσκόπησης από την ηλεκτρονική κάμερα παρακολούθησης, που είχε τοποθετήσει στο φαρμακείο της κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 23/8/2011, η οποία απεικονίζει την αναιρεσίβλητη υπάλληλό της να αφαιρεί παρανόμως χρήματα από το ταμείο του φαρμακείου για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και 2) την υπ' αρ. 201/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα ένοχη η αναιρεσίβλητη για την αξιόποινη πράξη της κλοπής, όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά, αφού οδηγήθηκε στην ουσιαστική κρίση ότι η αναιρεσίβλητη δεν διέπραξε κλοπή.
Ως προς το πρώτο έγγραφο ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή δεν επικαλέστηκε το περιεχόμενο βιντεοσκόπησης για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αντίθετα δε διηγηματικώς αναφέρει ότι τη βιντεοσκόπηση του ταμείου του φαρμακείου της την ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2011, εκτός δηλαδή του επιδίκου χρονικού διαστήματος, χωρίς όμως ούτε για το διάστημα αυτό να προσκομίσει με επίκλησή του στις προτάσεις το περιεχόμενο της βιντεοσκόπησης, το οποίο σε κάθε περίπτωση λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο με βάση κυρίως την κατάθεση του συζύγου της και της άλλης εργαζόμενης στο φαρμακείο Ά.
Τ.. Ως προς το δεύτερο έγγραφο, το οποίο πράγματι προσεκόμισε με επίκλησή του με τις προτάσεις της στο Εφετείο η αναιρεσείουσα και το οποίο προσκομίζει και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, αλλά και από την συγκεκριμένη αναφορά στο έγγραφο αυτό, την οποία κάνει το Εφετείο με την απόφασή του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, υπό την επίκληση δε της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, το οποίο δέχθηκε ότι, αντίθετα από τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό, η αναιρεσίβλητη δεν διέπραξε την επίδικη αδικοπραξία (κλοπή).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 12-12-2022 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 440/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ