Legislator Case Law & Legislation
925/2021 AI generated

925/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 925/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.03.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29.11.2013 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4268/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 208/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/5/2017 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

925/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367§ 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την ΠΚ 367§2 αποτελεί αντένσταση κατά της, από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, ένστασης (ΑΠ 354/2012).

Keywords

AI generated
construction policy development charges building subsidy construction cost overruns infrastructure development plan sectoral plan for transmission lines
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 925 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 925/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Α. Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. συζύγου Μ. Ν., το γένος Ε. Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δεμερτζή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαϊλάζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.03.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29.11.2013 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4268/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 208/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/5/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ, υπ’ αριθμ. 208/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, συνεκδικάζοντας αντίθετες Εφέσεις των διαδίκων κατά της 4268/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και συνεκδίκασε την από 16.03.2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την από 29.11.2013 ανταγωγή της αναιρεσείουσας, δεχόμενο εν μέρει αυτές ως ουσιαστικά βάσιμες, υποχρέωσε την μεν αναιρεσείουσα εναγομένη να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα το ποσό των 18.000 ευρώ, το δε αναιρεσίβλητο αντεναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στην αντενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας τους, από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου τους με όργανο τον τύπο και να παραλείπει καθένας τούτων κάθε προσβολή της προσωπικότητας του άλλου στο μέλλον. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Η διάταξη αυτή αποβλέπει στην απαγόρευση της επανειλλημένης χρήσης του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της ίδιας απόφασης. Προϋποθέσεις της εφαρμογής της είναι (α) να έχει ασκηθεί προηγούμενη έφεση, (β) να πλήττεται με αυτή, όπως και με την προηγούμενη, η ίδια απόφαση και (γ) να ασκείται από τον ίδιο διάδικο.

Η απαγόρευση όμως του ανωτέρω άρθρου δεν ισχύει και επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, όταν ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης, προτού συζητηθεί η βασιμότητα της μεταγενέστερης έφεσής του, καθόσον, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 295, 299 ΚΠολΔ, η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η έφεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει, ότι ο εκκαλών μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης, χωρίς τη συναίνεση του εφεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.

Η παραίτηση γίνεται ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, δυναμένη να γίνει και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη, (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της), κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 20/1999, ΑΠ 1779/2008).

Συνακόλουθα τούτων, η μη εφαρμογή της άνω διατάξεως του άρθρου 514 ΚΠολΔικ δικαιολογείται και όταν η παραίτηση από το δικόγραφο προγενέστερης έφεσης περιέχεται στο δικόγραφο της νέας έφεσης, που κοινοποιείται στον εφεσίβλητο μέχρι τη συζήτηση της νέας αυτής έφεσης, εφόσον βεβαίως δεν έχει ήδη συζητηθεί η προγενέστερη έφεση.

Και τούτο διότι η μεν επελθούσα παραίτηση ενεργεί αναδρομικά (295 παρ. 1 ΚΠολΔικ), πληρούται δε και στην περίπτωση αυτή ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 514 ΚΠολΔ, που συνίσταται στην απαγόρευση επανειλλημένης έρευνας παραπόνων κατά της ιδίας αποφάσεως από τον ίδιο διάδικο (πρβλ. Ολ. ΑΠ 25,27/2005, ΑΠ 454/2009, ΑΠ 1381/2008).

Εξάλλου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη γενόμενη δεκτή από 17.09.2015 δεύτερη έφεση του αναιρεσιβλήτου εναντίον της και κατά της 4268/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο δικόγραφο της οποία υπήρχε μεν δήλωση παραίτησης αυτού από το δικόγραφο της ήδη ασκηθείσας από 20.01.2015 προηγούμενης έφεσής του κατά της ίδιας απόφασης, πλήν όμως, ο τρόπος αυτός παραίτησης δεν θεραπεύει το απαράδεκτο του άρθρου 514 ΚΠολΔ, καθόσον η παραίτηση από την πρώτη έφεση είναι μεταγενέστερη της κατάθεσης της δεύτερης έφεσης, αφού περιελήφθη στο δικόγραφο της τελευταίας (δεύτερης έφεσης) και κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στις 28.09.2015, που κρίνεται το παραδεκτό της, δεν είχε ολοκληρωθεί η παραίτηση με την επίδοσή της, η οποία έγινε προδήλως σε χρόνο μεταγενέστερο, οπότε κατά το χρόνο της κατάθεσης η έφεση αυτή ήταν η δεύτερη και ήταν απαράδεκτη.

Ωστόσο, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής προκύπτει ότι κατά της 4268/2014 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει την από 20.01.2015 έφεσή του με κατάθεση του του δικογράφου της στη γραμματεία του Δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, στις 18.03.2015 και ορισμό χρόνου συζήτησής της την 03.12.2015, ενώ στη συνέχεια άσκησε κατά της ίδιας απόφασης την ένδικη από 28-9-2015 έφεσή του, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 28.09.2015 και χρόνο συζήτησής της ομοίως την 03.12.2015, διαλαμβάνοντας στο δικόγραφό της δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της προγενέστερης από 20.01.2015 έφεσής του, η οποία μέχρι τότε δεν είχε συζητηθεί.

Η νέα αυτή έφεση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 30.09.2015, δηλαδή πριν τη συζήτησή της και επομένως, είναι παραδεκτή, αφού εχώρησε νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της προγενέστερης έφεσης, η οποία πλέον θεωρείται εξαρχής ως μη ασκηθείσα. Ενόψει των εκτεθέντων, εφόσον η απαγόρευση του άρθρου 514 ΚΠολΔ δεν ισχύει και επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, όταν ο εκκαλών παραιτήθηκε νομίμως, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το δικόγραφο της πρώτης, προτού συζητηθεί η βασιμότητα της μεταγενέστερης έφεσής του, ο εξεταζόμενος έκτος λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

[III] Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).

Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο (α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, (β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, (γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και (δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, το άρθρο 14 του Συντάγματος, ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι: «Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει, προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους», στη δε παράγραφο 2 ότι: «Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται». Έτσι, ο τύπος αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία όμως του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14§1 του Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος. Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου (ΑΠ 1565/2012, ΑΠ 1897/2006).

Επίσης, στο άρθρο 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που έχει κυρωθεί και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (κυρ. ν.δ. 53/1974) ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων». Το δικαίωμα, όμως, αυτό υπόκειται σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι: «Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ: «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται», κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ « [...]το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις».

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτουν πλην άλλων και τα εξής: Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου και συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής ή κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είτε είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 1252/2003, ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1904/2008, ΑΠ 1565/2012).

Έτσι, με τα παραπάνω άρθρα προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της τελευταίας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: (α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, (β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και (γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361 - 363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361 - 363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία, δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (ΠΚ 361), ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (ΠΚ 362) και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης (ΠΚ 363).

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, ακόμη και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 361 του ΠΚ.

Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. (ΑΠ 1587/2017).

Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ, ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι «δεν αποτελούν άδικη πράξη: (α) οι δυσμενείς κρίσεις [...], καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις» και στη δεύτερη παράγραφο ότι «η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης».

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται και στην περίπτωση, που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 14) και από την επικυρωμένη με το ΝΔ 53/1974 ΕΣΔΑ (άρθρο 10) ελευθερία του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που άμεσα συνδέονται με τη λειτουργία του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων, γεγονότων ή σχολίων σχετικά με τη συμπεριφορά προσώπων, ιδίως δε εκείνων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο ή έστω και άλλους καθώς και κάθε πρόσωπο κατά την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων του. (ΑΠ 772/2004, ΑΠ 354/2012).

Έτσι, είναι επιτρεπτές κρίσεις, εκδηλώσεις, δημοσιεύματα, σχόλια για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού συνοδευόμενα ακόμη και από οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται (ΑΠ 751/2011, ΑΠ 531/2014). Όμως, δικαιολογημένο ενδιαφέρον δεν υπάρχει στην ανακοίνωση ψευδών πληροφοριών, γιατί η ελευθερία τύπου δεν υπάρχει μόνο χάριν του δημοσιογράφου και του τύπου αλλά και χάριν του αναγνωστικού κοινού, που έχει δικαίωμα επακριβούς πληροφόρησης.

Επίσης, δικαιολογημένο ενδιαφέρον δεν υπάρχει, όταν η εκδήλωση είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και όχι μόνο δεν ισοσταθμίζεται, αλλά και κατ’ αντικειμενική αξιολόγηση, υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, λαμβανομένων υπ’ όψη και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. (ΑΠ 256/2008). Ωστόσο και στην περίπτωση συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού (ΑΠ 354/2012, ΑΠ 351/2014, ΑΠ 751/2011).

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, κατά την πιο πάνω έννοια, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει ειδικά στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Αυτή δε η ανατροπή της άρσεως του αδίκου, συνεπάγεται, βέβαια, περιορισμό της ελευθερίας του τύπου, αλλά ο περιορισμός αυτός συγκαταλέγεται σε εκείνους, που προβλέπονται, άμεσα μεν στην ΕΣΔΑ (άρθρ. 10), έμμεσα δε πλην σαφώς στο Σύνταγμα (αρθρ. 14) ως επιτρεπτοί, δικαιολογείται δε μόνο εφόσον προκύπτει από τις αποδείξεις η ύπαρξη ειδικού σκοπού του δράστη για εξύβριση του θύματος, υπό την προεκτεθείσα έννοια ( ΑΠ 1852/2011).

Τέλος, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 367 ΠΚ, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζονται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367§2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367§ 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την ΠΚ 367§2 αποτελεί αντένσταση κατά της, από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, ένστασης (ΑΠ 354/2012).

Η κρίση για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται καθεμιά από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ, απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ η κρίση για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και για ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, είναι έννοια νομική και ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 256/2008).

[IV] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα:

«| Ο ενάγων – αντεναγόμενος εξελέγη στις εκλογές του Οκτωβρίου του έτους 2010 Δήμαρχος στο Δήμο ..., ενώ η εναγόμενη – αντέναγουσα, Δημοτική Σύμβουλος στο δημοτικό συμβούλιο του ιδίου Δήμου με διαφορετική παράταξη, καθώς συμμετείχε στην αυτή εκλογική διαδικασία ως επικεφαλής συνδυασμού της αντιπολίτευσης, ο οποίος αναδείχθηκε τρίτος σε ψήφους των δημοτών και, συνεπώς, αποτελούσε την ελάσσονα μειοψηφία στο ανωτέρω δημοτικό συμβούλιο, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους έντονη πολιτική αντιπαλότητα, στο πλαίσιο της οποίας αντιπαρατίθεντο με ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων πλειστάκις δημόσια, ακόμη και σε οξείς τόνους, επί των ζητημάτων του Δήμου, συχνά και με τη σύνταξη και δημοσίευση σχετικών άρθρων τους στον τοπικό τύπο, αλλά και με την ανάρτηση σχολίων και ανακοινώσεών τους σε ιστοσελίδες του διαδικτύου.

Αποδείχθηκε επίσης ότι κατά το έτος 2005 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ’ αριθμ. .../16.12.2005 απόφασή της ενέκρινε τη συγχρηματοδότηση, κατά ποσοστό 75%, από το Ταμείο Συνοχής του έργου «κατασκευή δευτερεύοντος δικτύου αποχέτευσης ακαθάρτων υδάτων της πόλης της ...», το οποίο περιελάμβανε την εκπόνηση όλων των απαιτούμενων μελετών, την προμήθεια και εγκατάσταση του προβλεπόμενου εξοπλισμού για την κατασκευή δικτύου αποχέτευσης με το σύστημα της αναρρόφησης τμημάτων των ανατολικού και δυτικού τομέα της πόλης, συμπεριλαμβανομένων των καταθλιπτικών αγωγών, την κατασκευή και τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό των απαιτούμενων αντλιοστασίων, την εκπόνηση μελέτης εφαρμογής του έργου σύμφωνα με την τεχνική μελέτη προσφοράς του αναδόχου, και την κατασκευή δικτύου αποχέτευσης με το βαρυτικό σύστημα στα υπόλοιπα τμήματα του ανατολικού και δυτικού τομέα της πόλης.

Ειδικότερα το εν λόγω έργο περιελάμβανε την κατασκευή του δευτερεύοντος δικτύου αποχέτευσης ακαθάρτων υδάτων της πόλης της ..., συνολικού μήκους 41 χιλιομέτρων, εκ των οποίων τμήμα μήκους 27,29 χιλιομέτρων με το βαρυτικό σύστημα, και τμήμα μήκους 13,85 χιλιομέτρων με το σύστημα αναρρόφησης, καθώς και την κατασκευή 1.283 φρεατίων.

Με την υπ’ αριθμ. …/2007 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του ανωτέρω Δήμου κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του ανοικτού διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου του έργου, που διενεργήθηκε με μεικτό σύστημα υποβολής προσφορών ως εξής: (α) Μελέτη, κατασκευή ως προς το τμήμα του έργου, που αφορούσε στο δίκτυο αποχέτευσης με το σύστημα αναρρόφησης και (β) επί μέρους ποσοστών έκπτωσης, που αφορούσε στην κατασκευή τμήματος του δικτύου αποχέτευσης με το βαρυτικό σύστημα, στην εργοληπτική επιχείρηση με την επωνυμία «...

Α.Ε.», η οποία προσέφερε έκπτωση 1%, έναντι συμβατικής δαπάνης 24.092.145 ευρώ, του Φ.Π.Α. συμπεριλαμβανομένου. Εκ του προαναφερθέντος συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος, ποσό 12.288.750 ευρώ (ήτοι ποσοστό 75%), θα καταβαλλόταν από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συγχρηματοδοτούσε το έργο κατά τα προεκτεθέντα.

Η οικεία σύμβαση μεταξύ του Δήμου και της αναδόχου ανώνυμης εταιρίας υπογράφηκε στις 27.02.2008 μετά την ολοκλήρωση του προσυμβατικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ακολούθως με την υπ’ αριθμ. …/21.3.2008 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ανωτέρω Δήμου εγκρίθηκε η σύσταση της κατασκευαστικής κοινοπραξίας «...

Α.Ε. - … ΑΤΕΕ», με ποσοστό συμμετοχής 70% και 30% αντίστοιχα, για την εκτέλεση του έργου, ενώ με την υπ’ αριθμ. …./20.5.2011 όμοια απόφαση εγκρίθηκε η υποκατάσταση του μέλους της κοινοπραξίας αυτής «... Α.Ε.» από την εταιρία με την επωνυμία «… ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.». Η συνολική προθεσμία εκτέλεσης του έργου ορίσθηκε σε 20 μήνες, ήτοι μέχρι τις 27.10.2009, η οποία στη συνέχεια με αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του ανωτέρω Δήμου παρατάθηκε μέχρι τις 31.03.2010, τις 31.11.2010, τις 26.06.2012, τις 26.09.2012 και τέλος μέχρι τις 30.09.2013.

Οι ανωτέρω παρατάσεις αποφασίσθηκαν λόγω καθυστέρησης, που σημειώθηκε στην πρόοδο της εκτέλεσης του έργου, η οποία (εκτέλεση) άρχισε εντός του έτους 2008, ως απόρροια σημαντικής καθυστέρησης στη χρηματοδότησή του. Μάλιστα κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009 η ανάδοχος εταιρία προέβη σε διακοπή των σχετικών εργασιών λόγω καθυστέρησης στην καταβολή της εργαλαβικής αμοιβής της, διακοπή, η οποία ήρθη απ’ αυτήν το μήνα Ιούλιο του έτους 2011, αφού επιτεύχθηκε η χρηματοδότηση του έργου από εθνικούς πόρους και συγκεκριμένα από την ένταξή του στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, μέσω του οποίου κατά το μήνα Μάϊο του ιδίου έτους καταβλήθηκε το ποσό των 2.000.000 ευρώ.

Περί τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011 είχε καταβληθεί στην ανωτέρω κοινοπραξία το συνολικό ποσό των 20.127.209,99 ευρώ για εκτελεσθείσες και πιστοποιηθείσες εργασίες, εκ των οποίων ποσό 14.626.000 ευρώ προήλθε από το ανωτέρω Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ποσό 2.000.000 δραχμών από τον ίδιο το Δήμο διά του προγράμματος με την ονομασία …, και το ποσό των 3.472.933,05 ευρώ από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του οποίου το σύνολο της συμμετοχής στη δαπάνη εκτέλεσης της έργου ανερχόταν στο 75% του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του, κατά τα προεκτεθέντα, και συγκεκριμένα στο ποσό των 12.288.750 ευρώ, ήτοι υπολειπόταν ακόμη να καταβληθεί ποσό 8.560.816,95 ευρώ.

Απαιτείτο, επομένως, για την αποπεράτωση του έργου επιπλέον πίστωση ποσού 6.130.990,01 ευρώ, το οποίο τελικά εξασφαλίσθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, και συγκεκριμένα από το Ταμείο Δημοσίων Επενδύσεων, από το οποίο καταβλήθηκε ποσό 1.975.380 ευρώ περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2011 και το υπόλοιπο ποσό στο τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του επομένου έτους, κατόπιν έντονων πιέσεων του ενάγοντος - αντεναγομένου, υπό τη ιδιότητα του Δημάρχου ..., διά της αποστολής σχετικών εγγράφων του, με αποδέκτες τον Υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και τον Περιφερειάρχη Αττικής (βλ.

σχετ. τα υπ’ αριθμ. πρωτ. …/26.10.2011 και …/10.1.2012 έγγραφα αντίστοιχα), από τους οποίους, επισημαίνοντας τη μεγάλη σπουδαιότητα του έργου για την πόλη της ..., καθώς οπωσδήποτε θα αναβαθμισθεί το περιβάλλον και θα λυθεί το χρόνιο πρόβλημα έλλειψης κεντρικού δικτύου αποχέτευσης ακαθάρτων υδάτων, καθώς και τον κίνδυνο απώλειας του υπόλοιπου ποσού της εγκριθείσας συμμετοχής του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης του έργου, ώστε να είναι λειτουργικό, μέχρι τα τέλη του μηνός Ιουνίου του έτους 2012, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το Δημόσιο και με το ποσό αυτό της οφειλόμενης κοινοτικής ενίσχυσης, αφού το είχε ήδη καταβάλει μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, ζητούσε να συνδράμουν ώστε να επιτευχθεί χρηματοδότηση του έργου κατά το υπολειπόμενο ποσό των 6.130.990,01 ευρώ από το ανωτέρω Πρόγραμμα, όπερ και πράγματι εγένετο και κατέστη έτσι δυνατό το έργο, έστω και με καθυστέρηση, να αποπερατωθεί.

Σημειωτέον ότι το υπόλοιπο ποσό της συμμετοχής του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη δαπάνη κατασκευής του έργου εξακολουθούσε να οφείλεται και εντός του έτους 2012, καθόσον απαιτείτο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκταμίευσή του, το έργο να είναι ολοκληρωμένο και λειτουργικό, και ως τέτοιο θα εθεωρείτο από τα αρμόδια όργανα, εφόσον θα είχε πραγματοποιηθεί ικανός αριθμός συνδέσεων ιδιωτών με το νέο δίκτυο αποχέτευσης, που θα υπερέβαιναν τις 1.200, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, δε θα δικαιολογείτο η αποπληρωμή του οφειλόμενου μέρους της κοινοτικής συνδρομής.

Ενόψει τούτου, ο ενάγων – αντεναγόμενος, ως Δήμαρχος ..., όντας απόλυτα πεπεισμένος ότι το Ταμείο Συνοχής θα απέδιδε τελικά το ανωτέρω ποσό της συμμετοχής του στη δαπάνη εκτέλεσης του έργου, που εξακολουθούσε να οφείλει, κατόπιν της σταδιακής θέσης σε λειτουργία του κατασκευασθέντος δικτύου αποχέτευσης ακαθάρτων υδάτων της πόλης της ...

και της υλοποίησης ικανού αριθμού συνδέσεων δημοτών, όπερ είχε τεθεί ως αναγκαία προϋπόθεση για την αποπληρωμή του και του είχε γνωστοποιηθεί σχετικά από τα αρμόδια όργανα, σκέφθηκε ότι θα μπορούσε να επεκταθεί το δίκτυο αυτό σε περιοχές της πόλης, οι οποίες δεν είχαν περιληφθεί στην ανωτέρω σύμβαση, διά της κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με την ανάδοχο εταιρία, προσδοκώντας ότι η δαπάνη κατασκευής του έργου αυτού θα καλυπτόταν ολοσχερώς από την επικείμενη και αναμενόμενη εκταμίευση του προαναφερθέντος ποσού της κοινοτικής ενίσχυσης προς το Ελληνικό Δημόσιο διά του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο είχε ήδη χρηματοδοτήσει από τους δικούς του προϋπολογισμούς των ετών 2011 και 2012 την ολοκλήρωση της αρχικής σύμβασης, λόγω καθυστέρησης στην καταβολή των υπολοίπων χρημάτων από το Ταμείο Συνοχής, η οποία (εκταμίευση) ευελπιστούσε ότι θα πραγματοποιείτο οπωσδήποτε στο άμεσο μέλλον, εφόσον ουσιαστικά θα επρόκειτο για το ίδιο έργο, καθώς και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν θα αντιτίθετο στην καταβολή για το σκοπό αυτό των χρημάτων, που με τη σειρά του θα είχε προηγουμένως εισπράξει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με μηδενική επιβάρυνση των δημοτών, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα και θα επωφελούντο από την επέκταση του δικτύου, πλην του κόστους των επιμέρους συνδέσεων των αγωγών με τα κτίσματα.

Σε υλοποίηση του ανωτέρω σχεδίου του ο ενάγων – αντεναγόμενος απέστειλε το υπ’ αριθμ. πρωτ. …/25.7.2012 έγγραφο του προς τους βουλευτές της περιφερείας του Δήμου ... (Β’ Πειραιά), γνωστοποιώντας τους την πρόθεση του Δήμου κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης για την επέκταση του δικτύου αποχέτευσης και στις υπόλοιπες περιοχές του κέντρου του νησιού, που δεν εξυπηρετούντο από το κατασκευασθέν με την πρώτη σύμβαση δίκτυο, και εκφράζοντάς τους την εδραία πεποίθησή του ότι το εν λόγω έργο θα ήταν δυνατό να χρηματοδοτηθεί στο σύνολό του από το ποσό, που το Ταμείο Συνοχής εξακολουθούσε να οφείλει στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και δεν είχε ακόμη εκταμιευθεί αναφορικά με την πρώτη σύμβαση, ζητώντας τη συνδρομή τους, ώστε η πόλη να αποκτήσει ένα ολοκληρωμένο αποχετευτικό δίκτυο, προς όφελος των δημοτών, και με μηδενική επιβάρυνσή τους με τη δαπάνη κατασκευής, αλλά και για την προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής.

Στη συνέχεια στις 13.2.2012 προσκάλεσε στο γραφείο του σε σύσκεψη τους επικεφαλής των συνδυασμών στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου ..., μεταξύ των οποίων και την εναγόμενη - αντενάγουσα, στους οποίους ανέπτυξε το σχέδιό του περί κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης για την εκτέλεση του νέου έργου επέκτασης του δικτύου αποχέτευσης και σε περιοχές της πόλης, που δεν είχαν περιληφθεί στην πρώτη σύμβαση, διά της απευθείας ανάθεσης αυτού στην ανάδοχο εταιρία της πρώτης σύμβασης, της οποίας το προσωπικό και τα μηχανήματα εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην πόλη και απασχολούντο στο αρχικό έργο, που δεν είχε ακόμη κατά το χρονικό αυτό σημείο αποπερατωθεί και παραδοθεί, με αποτέλεσμα την εκτέλεση του νέου έργου της επέκτασης του δικτύου σε συντομότερο χρόνο, ζητώντας τη συναίνεσή τους.

Η εναγόμενη – αντενάγουσα συμφώνησε κατ’ αρχήν στην πρόταση αυτή του αντιδίκου της, πλην όμως όχι «εν λευκώ», αλά υπό τον όρο ότι η έκπτωση που θα έδινε ο εργολάβος θα ήταν η συνήθης για τέτοια έργα, ευκτέον δε και ακόμη μεγαλύτερη, ώστε να αποφευχθεί η επιβάρυνση των δημοτών. Επακολούθησε από την πλευρά του Δήμου η σύνταξη του σχεδίου της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης, η οποία περιελάμβανε ως αντικείμενο αυτής τις κάτωθι αναφερόμενες επιμέρους ομάδες εργασιών (α) κατασκευή δικτύου αγωγών σε μήκος 5.625 μέτρων με το βαρυτικό σύστημα, συνολικού ποσού 2.044.065,76 ευρώ, (β) αποκατάσταση οδοστρώματος στις οδούς, από τις οποίες θα διέρχονταν οι αγωγοί του δικτύου, ποσού 993.062,84 ευρώ, (γ) υδραυλικές εργασίες για το αποχετευτικό δίκτυο αναρρόφησης (vacuum) ανατολικού τμήματος, ποσού 61.693,16 ευρώ, (δ) κατασκευή υποσταθμού μέσης τάσης για την τροφοδότηση του ανατολικού αντλιοστασίου, ποσού 316.800 ευρώ, (ε) οικοδομικές εργασίες αντλιοστασίων συνολικού ποσού 502.669,32 ευρώ, και, επιπλέον αρχαιολογικές εργασίες, ποσού 200.000 ευρώ, η δε συνολική δαπάνη της σύμβασης αυτής προϋπολογίσθηκε στο ποσό των 7.626.000 ευρώ.

Στις 27.06.2012 ορίσθηκε έκτακτη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου του ανωτέρω Δήμου, προκειμένου να εγκριθεί η σύναψη της εν λόγω σύμβασης. Πλην όμως η εναγόμενη – αντενάγουσα κατά τη διάρκεια της ανωτέρω συνεδρίασης, μόλις πληροφορήθηκε το ακριβές περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, αρνήθηκε να συμφωνήσει στην κατάρτισή της, καθώς είχε την άποψη ότι το αντικείμενο της διευρύνθηκε υπερβολικά, σε σχέση με όσα τους είχε μεταφέρει ο αντίδικος της κατά την ενημέρωση των επικεφαλής των πολιτικών παρατάξεων του Δήμου στη σύσκεψη του μηνός Φεβρουαρίου, με αποτέλεσμα, αφενός μεν την εκτόξευση στα ύψη της σχετικής δαπάνης, σε συνδυασμό με την προσφορά χαμηλού, κατά την εκτίμησή της, ποσοστού έκπτωσης του εργολάβου (14%), σε σχέση με ανάλογες περιπτώσεις σε άλλους δήμους της χώρας για τέτοιου είδους έργα, αφετέρου δε τη σημαντική επιβάρυνση των δημοτών με το κόστος της κατασκευής, καθώς και ότι η πλειοψηφία των εργασιών, που περιλαμβάνονταν σ'αυτήν, αποτελούσαν συμβατική υποχρέωση της αναδόχου της αρχικής σύμβασης, η οποία, επομένως, δεν εδικαιούτο επιπρόσθετης αμοιβής και, συνεπώς, θα ωφελείτο αδικαιολόγητα και άνευ νομίμου αιτίας, με αντίστοιχη, ισόποση, ζημία των συμφερόντων του Δήμου.

Η ανωτέρω σύμβαση εγκρίθηκε τελικά με πλειοψηφία 19 δημοτικών συμβούλων επί συνόλου 33, και, ακολούθως, το σχέδιο αυτής διαβιβάσθηκε προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου να υποβληθεί στον υποχρεωτικό, ειδικό, προληπτικό έλεγχο νομιμότητας, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.2 του ν. 3669/2008.

Το Ε’ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την υπ’ αριθμ.343/2012 Πράξη του, αφενός μεν όσον αφορά στις εκ των οικοδομικών εργασιών αντλιοστασίων και συγκεκριμένα στις εργασίες κατασκευής φρεατοπασσάλων, ποσού 26.300 ευρώ, και χρήσης αντλητικών συστημάτων ηλεκτροκίνητων, ποσού 155.300 ευρώ, που είχαν ήδη εκτελεστεί, απείχε του ελέγχου, καθώς έκρινε ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 56 του ν. 3669/2008, αφετέρου δε όσον αφορά σε όλες τις υπόλοιπες εργασίες, που περιλαμβάνονταν στη σύμβαση, αποφάνθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή του ανωτέρω σχεδίου, καθόσον διεπίστωσε ουσιώδεις νομικές πλημμέλειες.

Ειδικότερα, ως προς τις εργασίες κατασκευής νέων αγωγών λυμάτων δικτύου αποχέτευσης, μήκους 5.600 μ., συνολικού ποσού 2.044.065,76 ευρώ, έκρινε ότι δε φέρουν συμπληρωματικό χαρακτήρα προς το αρχικό έργο, αλλά συνιστούν ανεπίτρεπτη επέκταση του τεχνικού αντικειμένου του, ενώ σε κάθε περίπτωση ότι δε συντρέχουν απρόβλεπτες περιστάσεις, που να επέβαλαν την εκτέλεσή τους, ενώ και ως προς τις εργασίες αποκατάστασης των οδοστρωμάτων, συνολικού ποσού 993.062,84 ευρώ, επίσης έκρινε ότι δε μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής σύμβασης.

Συγκεκριμένα για τη μεν αποκατάσταση του οδοστρώματος εκείνων των οδών, στις οποίες προβλέπεται η κατασκευή νέων αγωγών αποχέτευσης, λόγω του παρακολουθηματικού - παρεπόμενου χαρακτήρα των σχετικών εργασιών, για τη δε αποκατάσταση του οδοστρώματος στις λοιπές οδούς, έγινε δεκτό ότι δε συντρέχουν απρόβλεπτες περιστάσεις, που ανέκυψαν αιφνιδίως κατά την εκτέλεση του έργου, αλλά ότι η αναγκαιότητα συντήρησης όλου του πλάτους τους οφείλεται σε πλημμελή εκπόνηση της αρχικής μελέτης και σε αστοχίες και παραλείψεις της, αφού ήταν γνωστή στην αναθέτουσα αρχή η έκταση της κατασκευής του δικτύου αποχέτευσης.

Κρίθηκε, δηλαδή, ότι οι εν λόγω εργασίες αναφέρονται σε καταστάσεις, που μπορούσαν να έχουν εκτιμηθεί και έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη κατά την εκπόνηση της μελέτης του αρχικού έργου. Επιπροσθέτως, το Κλιμάκιο επισήμανε ότι στο άρθρο 4 του τιμολογίου της μελέτης προβλέπεται συμβατικά η πλήρης και έντεχνη αποκατάσταση του ασφαλτικού οδοστρώματος εκατέρωθεν της τομής τμήματος του δρόμου, σε συνολικό πλάτος έως 5 μέτρα, και έκρινε ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε από την αναθέτουσα αρχή ότι δεν κατέστη εφικτό οι επίμαχες εργασίες να διαχωριστούν τεχνικά από το αντικείμενο της αρχικής εργολαβίας.

Περαιτέρω, όσον αφορά στις υδραυλικές εργασίες για το αποχευτικό δίκτυο αναρρόφησης ανατολικού τμήματος, ποσού 61.693,16 ευρώ, έγινε δεκτό ότι δε μπορούν ν'αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής σύμβασης, διότι δεν προέκυπταν από τα στοιχεία του φακέλλου οι απρόβλεπτες περιστάσεις, που κατέστησαν αναγκαία την εκτέλεσή τους, ενώ η αυτή κρίση διατυπώθηκε και για τις εργασίες κατασκευής υποσταθμού μέσης τάσης, ποσού 316.800 ευρώ.

Όσον αφορά στις οικοδομικές εργασίες αντλιοστασίων (μη εκτελεσμένες εργασίες κατασκευής φρεατοπασσάλων) κρίθηκε ότι δεν έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα προς τις αρχικά προβλεπόμενες εργασίες, αλλά ότι αφορούν και αυτές σε ανεπίτρεπτη εκ των υστέρων μεταβολή του αρχικού σχεδιασμού του έργου, σε κάθε δε περίπτωση δεν οφείλονται σε απρόβλεπτες περιστάσεις, και, επομένως, ως προς αυτές, δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη νόμιμη ένταξή τους σε συμπληρωματική σύμβαση, δοθέντος ότι δεν τελούν σε σχέση συμπληρωματικότητας προς το αρχικό έργο.

Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι δεν προβλέπεται από το άρθρο 17 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (Ε.Σ.Υ.) η καταβολή στην ανάδοχο εταιρία ιδιαίτερης αποζημίωσης για την άντληση υδάτων, η οποία ανάγεται στον κύκλο υποχρεώσεών της. Τέλος, όσον αφορά στο κονδύλιο των αρχαιολογικών εργασιών, το Κλιμάκιο έκρινε ότι, αφενός μεν έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις ελεγχόμενες συμπληρωματικές εργασίες, αφετέρου δε δε συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο νόμο προϋποθέσεις για τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, καθόσον δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο του φακέλλου ότι οι αρχαιολογικές εργασίες εν γένει κατέστησαν αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων κατά την τεχνική εκτέλεση του έργου, ήτοι λόγω πραγματικών γεγονότων, που δεν ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης της αρχικής σύμβασης, τα οποία επηρεάζουν την τεχνική αρτιότητα του έργου και αντικειμενικά δεν μπορούσαν να προβλεφθούν στον αρχικό προϋπολογισμό του.

Κρίθηκε, επομένως, από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι δε συνέτρεχαν για το σύνολο των εργασιών της συγκεκριμένης σύμβασης, το σχέδιο της οποίας διαβιβάσθηκε σ'αυτό από το Δήμο ... προς έλεγχο νομιμότητας, οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 25 του π.δ.60/2007 και 57 του ν.3669/2008 προϋποθέσεις για την απευθείας ανάθεση συμπληρωματικών εργασιών στον ανάδοχο ήδη εκτελούμενου δημόσιου έργου μέσω κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης, καθώς η απευθείας ανάθεση αποτελεί εξαιρετική διαδικασία και για το λόγο αυτό εφαρμόζεται μόνον στις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, ως παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας και του ελεύθερου ανταγωνισμού και ότι, εξαιτίας τούτου, κωλύεται η υπογραφή• του σχεδίου της ανωτέρω σύμβασης.

Σημειωτέον ότι ο Δήμος ... άσκησε κατά της προαναφερθείσας Πράξης αίτηση ανάκλησης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 2811/7.9.2012 απόφαση του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και αίτηση αναθεώρησης κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η οποία επίσης απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία με την υπ’ αριθμ. 3174/14.11.2012 απόφαση του Μείζονος Τμήματος (σε επταμελή σύνθεση) του ιδίου, κατά τη συζήτηση των οποίων (αιτήσεων ανάκλησης και αναθεώρησης) παρενέβησαν κατά του Δήμου και κατέθεσαν έγγραφα υπομνήματα, τόσο η εναγόμενη – αντενάγουσα, όσο και έτερος δημοτικός σύμβουλος ο Α.

Μ., ζητώντας την απόρριψή τους. Μάλιστα με την από 06.11.2012 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιώς Νήσων και Ανατολικής Αττικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής ακυρώθηκε η σιωπηρή απόρριψη από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής της από 20.07.2012 και με αριθμό κατάθεσης 34324/30682/20.7.2012 προσφυγής της εναγομένης – αντενάγουσας, έγινε δεκτή η εν λόγω προσφυγή και ακυρώθηκε η υπ’ αριθμ. 177/2012 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., με την οποία εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία η κατάρτιση συμπληρωματικής σύμβασης με την ανάδοχο εταιρία του αρχικού έργου, καθόσον, όπως έγινε δεκτό, η ανωτέρω απόφαση δε λήφθηκε νόμιμα, διότι με αυτήν παραβιάσθηκαν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3669/2008, που αφορούν στη σύναψη συμπληρωματικών συμβάσεων.

Κατόπιν των ανωτέρω γεγονότων, που είχαν ως συνέπεια την οριστική ματαίωση της κατάρτισης της συμπληρωματικής σύμβασης μεταξύ του Δήμου ... και της αναδόχου εταιρίας του αρχικού έργου, η μεταξύ των διαδίκων πολιτική αντιπαλότητα οξύνθηκε και εκδηλώθηκε ειδικότερα επί του θέματος αυτού με αντιπαράθεσή τους διά ανακοινώσεων και δημοσιευμάτων αμφοτέρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, που χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερα έντονο ύφος κατά την παράθεση των επιχειρημάτων εκάστου.

Συγκεκριμένα ο ενάγων – αντεναγόμενος ανήρτησε ενυπόγραφο κείμενό του στις 29.12.2012 στον ηλεκτρονικό τύπο, και δη στην ιστοσελίδα του διαδικτύου με την ονομασία «... – press», το οποίο στη συνέχεια δημοσιεύθηκε και στον έντυπο τύπο (στη σελίδα 8 του υπ’ αριθμ. 128 φύλλου του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2013 της τοπικής εφημερίδας με την ονομασία «… ...») και τιτλοφορείται «Ένοχος ένοχον ου ποιεί, κ.

Ν.», και στο οποίο αναφέρει επί λέξει για την αντίδικό του – μεταξύ άλλων – τα κάτωθι: «Αντιλαμβάνομαι και κατανοώ απόλυτα τις «Ερινύες», που ταλαιπωρούν και φοβίζουν την κ. Ν. για το πολιτικό έγκλημα που διέπραξε, με το να κυνηγήσει λυσσαλέα δικαστικά (μαζί με τον κ. Μ.), το Δήμο ..., προκειμένου να μην εγκριθεί η Συμπληρωματική Σύμβαση του έργου για την επέκταση της κατασκευής της αποχέτευσης στο κέντρο του νησιού.

Μια ενέργεια ακατανόητη, που έχει όμως ως οικονομικά θύματα τους δημότες, αφού πλέον είναι απόλυτα βέβαιο ότι το «μάρμαρο» θα το πληρώσουν αυτοί και όχι το «ταμείο» του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο οφείλει μέχρι σήμερα στο έργο περίπου 9 εκ. ευρώ. Δυστυχώς για άλλη μία φορά η κ. Ν. συνεχίζει να μη λέει αλήθειες, για άλλη μία φορά η εμπάθεια, η μικροψυχία και η πολιτική ανεντιμότητα κυριάρχησαν στο κείμενό της, αφού αποκρύπτει σημαντικά γεγονότα με στόχο να θολώσει τα νερά».

Στη συνέχεια ο ενάγων – αντεναγόμενος αναφέρεται στην προαναφερθείσα συνάντησή του της 13ης.12.2012 στο γραφείο του με τους επικεφαλής των δημοτικών παρατάξεων, προκειμένου να τους ενημερώσει, αλλά και να εκθέσουν άπαντες τις απόψεις τους, επί της επιλογής του τρόπου επέκτασης του δικτύου της αποχέτευσης στο κέντρο του νησιού, στην οποία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο κείμενό του, συμφωνήθηκε (α) η σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης με στόχο και σοβαρό ενδεχόμενο τη χρηματοδότηση αυτής στο σύνολο της δαπάνης της από το ποσό της οφειλής του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύψους 9 εκατομμυρίων ευρώ περίπου, από την προηγούμενη σύμβαση, ώστε το έργο να εκτελεσθεί δωρεάν για τους χρήστες, (β) η διεκδίκηση ποσοστού έκπτωσης από τον εργολάβο περίπου 15% και άνω (στο σημείο αυτό επισημαίνει ότι τελικά επιτεύχθηκε έκπτωση ποσοστού 14%, δηλαδή 14 φορές μεγαλύτερη από την έκπτωση της αρχικής σύμβασης του 2002, που ανήλθε σε ποσοστό μόλις 1%) και (γ) την υλοποίηση του έργου της επέκτασης σε συντομότερο χρόνο, καταλήγοντας ότι με αυτά τα δεδομένα και πολιτικά συμφωνηθέντα ο Δήμος προχώρησε στη σύνταξη της συμπληρωματικής σύμβασης.

Ακολούθως αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «Όμως λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο γιατί στην πορεία ενδεχομένως κάποιος ή κάποιοι πολιτικά να «τράβηξαν το αυτί» στην κ. Ν. και «ω του θαύματος» υπαναχώρησε από τα δημοσίως συμφωνηθέντα και όχι μόνο καταψήφισε το θέμα στη συνεδρίαση του Δ.Σ., αλλά και το πολέμησε λυσσαλέα [...]».

Στη συνέχεια του κειμένου του διερωτάται εάν υπάρχει κάποιος, που δεν αντιλαμβάνεται ότι οι μόνοι χαμένοι από την επιλογή της αντιδίκου του και του επίσης δημοτικού συμβούλου Μ. είναι οι δημότες, αφού για την επέκταση του δικτύου θα πρέπει να συναφθεί νέα σύμβαση, διαφορετική από την αρχική, όπερ συνεπάγεται την απώλεια των χρημάτων της κοινοτικής συνδρομής, τα οποία και δε δικαιούται πλέον ο Δήμος να διεκδικήσει.

Και συνεχίζει εκθέτοντας επί λέξει τα κάτωθι: «Υπάρχει κάποιος που δεν αντιλαμβάνεται ότι η μικροψυχία και η πολιτική αντιπαλότητα είναι αυτά που χαρακτηρίζουν την πρακτική τους [...]» (αναφερόμενος στην εναγόμενη – αντενάγουσα και στον έτερο δημοτικό σύμβουλο Μ.), καθώς και τα κάτωθι αναφερόμενος στην αντίδικό του:

«πότε θυμηθήκατε την προάσπιση των συμφερόντων των δημοτών, τότε που δημόσια συμφωνήσατε ή όταν στη συνέχεια ενδεχομένως κάποιος ή κάποιοι σας «έδειξαν τον ορθό δρόμο», που μόνη σας δεν είχατε τη δυνατότητα να αντιληφθείτε, και γι'αυτό κατ'αυτούς κακώς είχατε συμφωνήσει;». Καταλήγει δε στο εν λόγω κείμενο του αναφέροντας επί λέξει τα κάτωθι:

«Κλείνοντας κ. Ν. θέλω να σας τονίσω ότι το νησί μας δε θέλει και δεν έχει ανάγκη έναν ή μία δήμαρχο άβουλο ον των άνωθεν ή άλλων εντολών, δε θέλει έναν ή μία δήμαρχο ετεροδιοικούμενη, θέλει ένα δήμαρχο αγωνιστή, διεκδικητή, ασυμβίβαστο, θέλει μία δημοτική αρχή με δράση, με σχέδιο, με δυνατότητες, ιδιαίτερα αυτές τις δύσκολες για το νησί μας στιγμές, και αυτά τα έχει [...]».

Με το ανωτέρω άρθρο του ο ενάγων – αντεναγόμενος ισχυρίσθηκε ουσιαστικά, όπως σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας συνάγεται από την επισκόπηση του κειμένου, ότι η αντίδικός του, ενώ αρχικά κατά τη σύσκεψη της 13ης.12.2012 στο γραφείο του με τους επικεφαλής όλων των παρατάξεων, που εκπροσωπούντο στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου, συγκατατέθηκε στη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης για την επέκταση του δικτύου της αποχέτευσης και σε περιοχές της πόλης της ..., που δεν περιλαμβάνοντο στην αρχική σύμβαση, με την ίδια ανάδοχο εταιρία, η οποία ακόμη εκτελούσε και δεν είχε παραδώσει το έργο, στη συνέχεια, η ίδια, ενδεχομένως συμμορφωθείσα σε πιέσεις, που της ασκήθηκαν, και υπακούοντας σε εντολές άνωθεν τρίτων προσώπων – πολιτικών παραγόντων, που δε συμφωνούσαν για τη συμπληρωματική σύμβαση, έχοντας αντίθετη άποψη περί του ορθού τρόπου χειρισμού του ζητήματος, την οποία αυτή δεν ήταν σε θέση από μόνη της να κατανοήσει, ώστε να απαιτείται η παρέμβασή τους στο σχηματισμό της βούλησής της, υπαναχώρησε από τη ρητά και δημόσια εκφρασθείσα θέση της και, όχι μόνο καταψήφισε το θέμα κατά τη συνεδρίαση, του δημοτικού συμβουλίου, που κατά πλειοψηφία ενέκρινε τη σύναψη της συμπληρωματικής σύμβασης, αλλά και, επιπροσθέτως, αντιδίκησε σφόδρα με το Δήμο – και ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παρεμβαίνοντας κατ' αυτού, με αποτέλεσμα, από δική της υπαιτιότητα, να μη συναφθεί τελικά η συμπληρωματική σύμβαση και οι δημότες της ...

να επιβαρυνθούν με τη δαπάνη του έργου της επέκτασης του δικτύου της αποχέτευσης, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, θα καλυπτόταν στο σύνολό της από το ποσό που το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθούσε να οφείλει ως συμμετοχή του στο κόστος της αρχικής σύμβασης, και στην πραγματικότητα να αποστερηθούν ενός έργου, που θα εκτελείτο προς προφανές όφελος τους και μάλιστα εντελώς δωρεάν, αφού πλέον απαιτείται η κατάρτιση νέας σύμβασης, εντελώς ανεξάρτητης από την αρχική, και το υπολειπόμενο ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης έχει απολεσθεί οριστικά, διότι δε δικαιούται ο Δήμος να το διεκδικήσει, καθώς πρόκειται για άλλο έργο, δηλαδή της αποδίδει σκόπιμη και συνειδητή ενέργεια αντίθετη των συμφερόντων των δημοτών, και μάλιστα βλαπτική.

Είναι προφανές ότι αυτό είναι το αληθές και κυριολεκτικό νόημα των φράσεων «ενδεχομένως, κάποιος ή κάποιοι πολιτικά να τράβηξαν το αυτί στην κ. Ν.», και (αναφερόμενος στην ίδια) «ενδεχομένως κάποιος ή κάποιοι σας έδειξαν τον ορθό δρόμο που μόνη σας δεν είχατε τη δυνατότητα να αντιληφθείτε και γι'αυτό κατ'αυτούς κακώς είχατε συμφωνήσει», τις οποίες χρησιμοποίησε στο άρθρο του ο ενάγων - ανταναγόμενος, προκειμένου να καταδείξει την εκ των υστέρων μεταβολή της πολιτικής θέσης της αντιδίκου του επί του ζητήματος της συμπληρωματικής σύμβασης για την επέκταση του δικτύου αποχέτευσης στην πόλη της ..., παρά την αρχική συμφωνία της, και οι οποίες είναι απολύτως σαφείς και ανεπίδεκτες διαφορετικής ερμηνείας ως προς την αντικειμενική απόδοση του ακριβούς περιεχομένου της σκέψης του συντάκτη του συγκεκριμένου άρθρου.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί όμως είναι ψευδείς, καθώς η εναγόμενη αντενάγουσα δε συμφώνησε «εν λευκώ» στη σύναψη από το Δήμο οποιασδήποτε συμπληρωματικής σύμβασης με την ανάδοχο του αρχικού έργου, όπως, άλλωστε, θα ήτο και εύλογο να πράξει, εφόσον το ακριβές περιεχόμενο αυτής δεν το είχε ακόμη πληροφορηθεί, αφού κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν είχε συνταχθεί το συμβατικό κείμενο, (ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι είχε προηγηθεί ενημέρωση της ιδίας και των λοιπών επικεφαλής των συνδυασμών της αντιπολίτευσης του δημοτικού συμβουλίου περί του ενδεχόμενου κάλυψης της δαπάνης εκτέλεσης της σύμβασης αυτής, και δη στο σύνολό της, από το οφειλόμενο υπόλοιπο της συμμετοχής του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο κόστος του αρχικού έργου, όπερ επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι στην υπ’ αριθμ.

…/28.6.2012 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία η σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, ουδέν περί επικείμενης καταβολής οφειλόμενης κοινοτικής ενίσχυσης αναφέρεται στην εισήγηση που προηγήθηκε της λήψης της απόφασης για τη χρηματοδότηση της σύμβασης, αντίθεται γίνεται ρητή μνεία ότι το κόστος της θα καλυφθεί από εθνικούς και δημοτικούς πόρους), αλλά υπό όρους, και δη υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση θα πληρούσε τις προβλεπόμενες στο νόμο προϋποθέσεις για την κατάρτισή της ως συμπληρωματικής της αρχικής, που αποτελεί εξαιρετική διαδικασία, αφού πρόκειται περί απευθείας ανάθεσης στην ανάδοχο του αρχικού έργου, και οπωσδήποτε θα ήταν οικονομικά συμφέρουσα για τους δημότες της πόλης της ..., διά της εξασφάλισης της παροχής της μεγαλύτερης δυνατής έκπτωσης από την εργολάβο εταιρία, με αναγκαίο επακόλουθο τη αντίστοιχη μικρότερη επιβάρυνση των δημοτών, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Ούτε όμως αποδείχθηκε αληθές ότι η ανωτέρω μετέβαλε στη συνέχεια την αρχικώς διατυπωθείσα πολιτική της θέση στο θέμα της συμπληρωματικής σύμβασης, καθώς ενδεχομένως υπήρξε αποδέκτης παραινέσεων και προτροπών από τρίτους, και δη από πολιτικά πρόσωπα, που της υπέδειξαν με αυστηρό ύφος τον κατ'αυτούς ορθό τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος και τη στάση, που όφειλε να τηρήσει, τον οποίο η ίδια αδυνατούσε από μόνη της να αντιληφθεί, και στις οποίες (υποδείξεις) υπάκουσε και συμμορφώθηκε, ούτε άλλωστε και ο ίδιος ο αντίδικος της προσκομίζει κάτι σχετικό προς επίρρωση της βασιμότητας του ισχυρισμού του αυτού, αντίθετα αποδείχθηκε ότι πρόκειται περί υπεύθυνης και καταξιωμένης πολιτικού, κατ'επανάληψη εκλεγείσας στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου ..., με ίδιες θέσεις και απόψεις επί των ζητημάτων του δήμου, με ανεπτυγμένη αντιληπτική και κριτική ικανότητα, και με ελεύθερη βούληση, η οποία διαφώνησε και καταψήφισε την σύναψη της συμπληρωματικής σύμβασης, όχι κατόπιν μεθοδεύσεων, παρεμβάσεων και επηρεασμού από τρίτους, αλλά έχοντας σχηματίσει την άποψη, μόλις πληροφορήθηκε το ακριβές περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου (όπερ επιβεβαιώθηκε ακολούθως με τις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο, κατά τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας, που διενήργησε, αποφάνθηκε ότι κωλεύται η υπογραφή του σχεδίου της λόγω ουσιωδών νομικών πλημμελειών), καθώς και ότι δεν ήταν συμφέρουσα για τους δημότες, αλλά αντίθετα βλαπτική για τα συμφέροντά τους, και ωφέλιμη μόνο για τα συμφέροντα της αναδόχου εργολήπτριας εταιρίας κατά τα προεκτεθέντα.

Ούτε βέβαια αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω διέπραξε «πολιτικό έγκλημα» με την αλλαγή της θέσης της στο ζήτημα της σύναψης της συμπληρωματικής σύμβασης και την εν συνεχεία αντιδικία της με το Δήμο ... στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με αποτέλεσμα την πρόκληση οικονομικής ζημίας στο Δήμο και κυρίως στους δημότες του, οι οποίοι αποστερήθηκαν του οφέλους ενός έργου, και δη αυτού της επέκτασης του δικτύου της αποχέτευσης και σε περιοχές της πόλης της ..., που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση, με μηδενική επιβάρυνσή τους, αφού απωλέσθηκε οριστικά το ποσό της οφειλόμενης για το αρχικό έργο κοινοτικής συνδρομής, όπως της αποδίδεται από τον αντίδικό της με το συγκεκριμένο δημοσίευμα, καθώς η σύμβαση αυτή πράγματι ουδέποτε καταρτίσθηκε, όχι όμως από υπαιτιότητά της, αλλά διότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο οποίο διαβιβάσθηκε από τον ίδιο το Δήμο για τον υποχρεωτικό, προληπτικό, έλεγχο νομιμότητας, διεπίστωσε ότι το σύνολο των εργασιών της δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου, ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής σύμβασης, κρίση που είναι προφανές ότι θα διατυπωνόταν σε κάθε περίπτωση, και χωρίς τις δικές της παρεμβάσεις στη διαδικασία, οι οποίες άλλωστε και δεν ελήφθησαν υπόψη, καθώς απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, και, επομένως, ουδόλως ζημιώθηκαν οι δημότες εξαιτίας της.

Μάλιστα ο ανωτέρω ισχυρισμός όχι μόνο στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος, αλλά ούτε συνάδει με την κοινή πείρα και λογική, το δε ψευδές αυτού οπωσδήποτε γνώριζε ο συντάκτης του άρθρου ως Δήμαρχος ..., ή σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε και όφειλε να γνωρίζει, δηλαδή είχε ή θα μπορούσε να είχε πληροφορηθεί την πραγματική αιτία για την οποία δεν τελεσφόρησε η σύναψη της σύμβασης, η οποία βέβαια δεν ήταν η αλλαγή της πολιτικής θέσης και η εν γένει στάση της συγκεκριμένης δημοτικής συμβούλου ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πλην όμως τον διέλαβε στο άρθρο του προς δημιουργία δυσμενών εντυπώσεων σε βάρος της, ότι ενήργησε προς βλάβη των δημοτών.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του ενάγοντος - αντεναγομένου, που περιέχονται στο εν λόγω άρθρο του, το οποίο δημοσιεύθηκε σε τοπική εφημερίδα της ... και του οποίου έλαβαν γνώση, όχι μόνο οι αναγνώστες του εντύπου, αλλά, μέσω αυτών, και απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, όπως είναι αναμενόμενο σε μία κλειστή κοινωνία μίας μικρής πόλης, εκτός από ψευδείς, είναι οπωσδήποτε και δυσφημιστικοί, δηλαδή προσβλητικοί της τιμής και της υπόληψης της εναγομένης – αντενάγουσας, καθόσον οπωσδήποτε εμπεριέχουν αμφισβήτηση και υποτίμηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας της (όπερ δεν αναιρείται από τη χρήση της λέξης «ενδεχομένως» καθώς σε κάθε περίπτωση δημιουργούνται στους αποδέκτες του δημοσιεύματος δυσμενείς παραστάσεις για την ανωτέρω, έστω και με την αναφορά και αυτής της πιθανότητας).

Και τούτο διότι παρουσιάζεται σ'αυτό ως μία ετερόφωτη και ετεροκατευθυνόμενη πολιτικός, η οποία δε διαθέτει αυτόνομη σκέψη και κρίση, ελεύθερη βούληση και σταθερή πολιτική άποψη για τα θέματα του δήμου, αλλά μεταβάλλει τις θέσεις της πιθανώς υπακούοντας στα άνωθεν κελεύσματα πολιτικών παραγόντων, οι οποίοι της επιβάλλουν τις απόψεις τους αναφορικά με τη στάση που θα τηρήσει, με βάση τη δική τους αντίληψη περί του σωστού, αφού ως αδύναμη προσωπικότητα και χωρίς ίδιαν αντίληψη των πραγμάτων, δεν είναι σε θέση από μόνη της να διαμορφώσει την ορθή άποψη περί του πρακτέου επί των κρίσιμων ζητημάτων, τα οποία ανακύπτουν κάθε φορά, και επί των οποίων καλείται να αποφασίσει ως δημοτική σύμβουλος.

Μάλιστα ο ενάγων - αντεναγόμενος γνώριζε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του είναι ψευδείς, καθώς ουδόλως προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων να μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους, ή, έστω, ότι δικαιολογημένα υπελάμβανε ότι παραθέτει στο άρθρο του αληθή γεγονότα για την αντίδικο του, ή ότι διατηρεί αμφιβολίες για τη βασιμότητα των όσων αναφέρει, και τούτο παρά τη χρήση της λέξης "ενδεχομένως", που δεν αλλοιώνει το νόημα του κειμένου του, εφόσον σε κάθε περίπτωση δημιουργεί υποψία σε βάρος της.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω έλαβαν χώρα γεγονότα, εκ των οποίων να συνάγεται πλήρης δικανική πεποίθηση ότι ο ανωτέρω θα μπορούσε να έχει εύλογα σχηματίσει την πεποίθηση πως η αντίδικος του άλλαξε άποψη επί του θέματος της κατάρτισης της συμπληρωματικής σύμβασης του Δήμου ... διότι ενδεχομένως υπάκουσε σε εντολές πολιτικών παραγόντων, που της υπέδειξαν τη στάση που θα έπρεπε να τηρήσει, καθώς και ότι με τη συμπεριφορά της αυτή κατέστη υπαίτια για την πρόκληση ζημίας στους δημότες διά της οριστικής ματαίωσης μίας επωφελούς γι'αυτούς σύμβασης, ούτε ο ίδιος, άλλωστε, επικαλείται και προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, που να καταδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.

Μάλιστα όσο πεπεισμένος και εάν ήταν ο ανωτέρω περί της ορθότητας του δικού του τρόπου χειρισμού του ζητήματος της συμπληρωματικής σύμβασης και αντίστοιχα του εσφαλμένου της άποψης της πολιτικής του αντιπάλου δε δικαιολογείται να πιστεύει ως αληθή όσα προσβλητικά της τιμής και της υπόληψής της ισχυρίσθηκε με το συγκεκριμένο άρθρο του και προσφέρθηκαν, διότι δεν περιορίσθηκε μόνο στο να καταδείξει σε όσους θα ελάμβαναν γνώση του άρθρου του τη μεταγενέστερη μεταστροφή της αρχικά διατυπωθείσας θέσης της, όπως ευχερώς θα μπορούσε να πράξει, αλλά επεκτάθηκε, άνευ λόγου, και αιτιολόγησε, παντελώς αβάσιμα, τη μεταστροφή αυτή ως πιθανό αποτέλεσμα πιέσεων και παρεμβάσεων, τις οποίες αυτή δέχθηκε και στις οποίες συμμορφώθηκε, και, επιπροσθέτως, την κατηγόρησε, ως μη έδει, ως υπαίτια για την πρόκληση βλάβης στους δημότες λόγω της ματαίωσης κατάρτισης της σύμβασης, την οποία μάλιστα και παρουσίασε ως άμεση συνέπεια της αλλαγής της άποψής της και της εν συνεχεία στάσης της ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Πέραν δε τούτου ο ενάγων - αντεναγόμενος αποδίδει στην εναγόμενη – αντενάγουσα ότι εμφορείται από πολιτική εμπάθεια και ότι η στάση της στο θέμα της συμπληρωματικής σύμβασης υπαγορεύθηκε από μικροψυχία και πολιτική αντιπαλότητα, θορυβημένη λόγω της επιτυχίας του ιδίου να εξασφαλίσει, κατόπιν επίμονης διεκδίκησης, τη χρηματοδότηση της αρχικής σύμβασης και να ολοκληρωθεί τελικά το έργο του δικτύου της αποχέτευσης, ήτοι εκφέρει αρνητικές αξιολογικές κρίσεις, προσβλητικές της τιμής και της υπόληψής της.

Μάλιστα και η φράση του άρθρου «Κλείνοντας κ. Ν. θέλω να σας τονίσω ότι το νησί μας δε θέλει και δεν έχει ανάγκη έναν ή μία δήμαρχο άβουλο ον των άνωθεν ή άλλων εντολών, δε θέλει έναν ή μία δήμαρχο ετεροδιοικούμενη [...]» είναι προφανές ότι αναφέρεται στην εναγόμενη – αντενάγουσα, αν και η τελευταία δεν κατονομάζεται, πλην όμως αφήνεται χωρίς αμφιβολία να εννοηθεί, όπως ευχερώς συνάγεται από τα συμφραζόμενα και από όλο το κείμενο του δημοσιεύματος, στην οποία προσάπτονται οι ανωτέρω μειωτικοί και καταφρονητικοί χαρακτηρισμοί, ως κατακλείδα των γεγονότων, που προεκτέθηκαν και σχετίζονται με τη μεταστροφή της πολιτικής της θέσης στο θέμα της συμπληρωματικής σύμβασης, και δεν πρόκειται περί απλής παράθεσης των στοιχείων εκείνων του χαρακτήρα, που δεν πρέπει να έχει ο οποιοσδήποτε δήμαρχος, σε αντιπαραβολή με τα προτερήματα, που πρέπει να διαθέτει και να τον διακρίνουν και εκτίθενται στη συνέχεια.

Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω αρνητικές αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμοί, που αποδίδονται ουσιαστικά στην ανωτέρω και εμπεριέχουν διαμφισβήτηση της αξίας της, συνιστούν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου γεγονότα, υπό την έννοια των άρθρων 362-363 του ΠΚ, καθόσον δεν είναι αόριστοι και δεκτικοί διαφόρων ερμηνειών, αλλά συνέχονται, συνδέονται και σχετίζονται με τα συκοφαντικά για το πρόσωπό της γεγονότα, που προαναφέρθηκαν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν αυτά ποσοτικά και ποιοτικά, δηλαδή αναφέρονται πέραν πάσης αμφιβολίας σε περιστατικά, που επίσης παρατίθενται στο άρθρο και μπορούν να αποδειχθούν κατά τρόπο αντικειμενικό, είναι δε επιπροσθέτως και ψευδή, διότι, όπως αποδείχθηκε, η εναγόμενη – αντενάγουσα ενήργησε με γνώμονα τη νομιμότητα και το συμφέρον των δημοτών, καθώς και την περί αυτών αντίληψή της, και διαθέτει κρίση, αντίληψη των πραγμάτων και ελεύθερη βούληση, ώστε να λαμβάνει μόνη της τις αποφάσεις της, χωρίς να υπακούει σε εντολές πολιτικών παραγόντων, που την κατευθύνουν, υποδεικνύοντάς της το κατ’ αυτούς ορθό, ο δε συντάκτης του άρθρου γνώριζε το ψευδές των ισχυρισμών του αυτών.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω ισχυρίσθηκε τα προαναφερθέντα γνωρίζοντας ότι ήταν κατάλληλα και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της αντιδίκου του και με πρόθεση να τα διαδώσει ενώπιον τρίτων, εφόσον τα περιέλαβε σε άρθρο του, που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο και δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα. Εξαιτίας των ανωτέρω ισχυρισμών του ενάγοντος – αντεναγομένου η εναγόμενη – αντενάγουσα προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια στην προσωπικότητά της, υπό τις ειδικότερες εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής της, καθώς δημιουργήθηκαν αρνητικές παραστάσεις σε όσους έλαβαν γνώση του δημοσιεύματος αναφορικά με την αντίληψη και την εντύπωσή τους γι’ αυτήν, και δη ως προς την ηθική και κοινωνική της αξία ως προσώπου και πολιτικού, του παρανόμου της προσβολής της προσωπικότητάς της ειδικότερα συνισταμένου εν προκειμένω στην τέλεση εκ μέρους του της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, της οποίας, με βάση όσα προεκτέθηκαν, πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση.

Εξ αυτού του λόγου ο κατ'ένσταση επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός του ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του, καθόσον, διά της δημοσιοποίησης του συγκεκριμένου άρθρου του, ενήργησε, σε κάθε περίπτωση, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση των δημοτών επί του κρισίμου και ζωτικής σημασίας για το περιβάλλον και την υγεία τους ζητήματος της συμπληρωματικής σύμβασης για την επέκταση του δικτύου αποχέτευσης, χωρίς ειδικό σκοπό εξύβρισης της αντιδίκου του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 γ' του ΠΚ, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι η ανωτέρω διάταξη δε τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, καθώς τα διαλαμβανόμενα στο δημοσίευμα περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 α' του ιδίου Κώδικα.

Συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς της η ανωτέρω υπέστη ηθική βλάβη (μη περιουσιακή ζημία), καθώς δοκίμασε στενοχώρια από τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς του άρθρου, για την οποία δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, προς ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφισή της, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ύψος της οποίας, μετά τη στάθμιση του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της δημοσιότητας την οποία αυτή έλαβε, και ιδίως του ότι το επίδικο δημοσίευμα αναρτήθηκε σε ιστοσελίδα του διαδικτύου και δημοσιεύθηκε σε μηνιαία τοπική εφημερίδα της ..., του βαθμού του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος, και της κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 8.000 ευρώ, που κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως δίκαιο και εύλογο.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι και η αντενάγουσα – εναγόμενη, όταν έλαβε γνώση του ανωτέρω άρθρου του αντιδίκου της, με την ανάρτησή του στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα του διαδικτύου, συνέταξε και η ίδια, σε απάντηση του άρθρου αυτού, κείμενο, αναλόγου ύφους και φρασεολογίας, το οποίο με τον τίτλο «ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ Κας Ν.

ΣΤΟ ΛΙΒΕΛΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ. κ.Τ.» δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας «… ...» και παραπλεύρως του άρθρου του ενάγοντος – αντεναγομένου και στο οποίο (δικό της κείμενο) αναφέρει – μεταξύ άλλων – γι’ αυτόν και την εν λόγω συμπληρωματική σύμβαση του Δήμου ... επί λέξει τα κάτωθι: «Τον καταδιώκουν φαίνεται οι Ερινύες του οικονομικού εγκλήματος που αποπειράθηκε να διαπράξει σε βάρος του Δήμου και των συνδημοτών μας κατά συρροή».

Στη συνέχεια η ανωτέρω, αναφερόμενη στους Δικαστές, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκθέτει τα κάτωθι: « [...] εν σώματι πέταξαν «στα σκουπίδια» ολόκληρη τη συμπληρωματική του σύμβαση, και έτσι τη γλύτωσαν οι συνδημότες μας, που θα καλούνταν να πληρώσουν «χρυσή» την επέκταση του δικτύου, μόνο και μόνο γιατί έπρεπε να φουσκώσουν οι τσέπες των εργολάβων", καθώς και ότι το ανωτέρω Δικαστήριο «του οποίου μέλημα είναι η προστασία του δημοσίου χρήματος από δόλιες και αδιαφανείς οικονομικές δραστηριότητες της εξουσίας, δεν έκανε αποδεκτή ούτε μία από τις 7 εργασίες της Σύμβασης, γιατί όλες «μύριζαν».».

Ακολούθως, αναφέρεται και η ίδια στο άρθρο της στην ανωτέρω σύσκεψη του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2012 στο γραφείο του αντιδίκου της για το θέμα της συμπληρωματικής σύμβασης, επισημαίνοντας ότι ουδεμία μνεία περί οφειλής του Ταμείου Συνοχής από την αρχική σύμβαση υπήρξε, στην αρχικά υπό τους όρους, που έχουν ήδη εκτεθεί, παροχή της συμφωνίας της για την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, καθώς και στην αλλαγή της θέσης της στη συνέχεια μόλις έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου της συμπληρωματικής σύμβασης, διότι, κατά την εκτίμησή της, δεν είναι συμφέρουσα για τους δημότες, αλλά αντίθετα άνευ νομίμου αιτίας επωφελής για την εργολάβο, εφόσον αδικαιολόγητα προστέθηκαν σ'αυτήν και άλλες εργασίες, πλην της κατασκευής δικτύου αγωγών σε οδούς της πόλης, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση, όπως είχαν ενημερωθεί στη σύσκεψη ότι θα αποτελούσε αντικείμενο της συμπληρωματικής σύμβασης και μόνο, με αποτέλεσμα την εκτόξευση της δαπάνης εκτέλεσης του έργου στο ποσό των 7,6 εκ.

ευρώ, σε συνδυασμό με την παροχή από τον εργολάβο μικρού ποσοστού έκπτωσης (9,3% κατά μέσο όρο), σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό, που επιτεύχθηκε σε τέτοια έργα σε άλλες περιοχές, και την υπερκοστολόγηση εργασιών, σε σύγκριση με την αντίστοιχη τιμή των ιδίων εργασιών της αρχικής σύμβασης. Και συνεχίζει στο άρθρο της αναφέροντας επί λέξει τα κάτωθι για τον αντίδικό της:

« [...] χρησιμοποίησε την εργασία της επέκτασης του δικτύου ως όχημα για να σπρώξει και τις άλλες 6 μέσω της αμαρτωλής Συμπληρωματικής, φουσκώνοντας όμως έτσι τις τσέπες των εργολάβων κατά 5 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να τα δικαιούνται, όπως αποφάνθηκε οριστικά και αμετάκλητα το Ανώτατο Δικαστήριο». Ακολουθεί κείμενο, που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, και καταλήγει το εν λόγω άρθρο ως εξής:

«Σίγουρα όμως το νησί δεν χρειάζεται ένα Δήμαρχο που να ρέπει στην παρανομία, που στερείται νομικού πολιτισμού [...], που προασπίζει τα συμφέροντα των εργολάβων, που είναι υπέρ των νταμαριών και των ιχθυοτροφείων, που δε διεκδικεί τα οφειλόμενα και δεν εισπράττει ούτε ένα ευρώ από τους λατόμους, που κάνει συμφωνίες με εργολάβους κάτω από το τραπέζι, που δεν προασπίζεται τα συμφέροντα του Δήμου και των δημοτών, [...]έναν Δήμαρχο υποχείριο των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων».

Με το ανωτέρω άρθρο της η εναγόμενη – αντενάγουσα ισχυρίσθηκε ουσιαστικά για τον αντίδικό της, με αφορμή τη σύναψη της ανωτέρω συμπληρωματικής σύμβασης για την επέκταση του δικτύου αποχέτευσης της πόλης της ..., ότι είναι ανέντιμος πολιτικός, με ροπή στην παρανομία, ο οποίος εν κρυπτώ συνάπτει ύποπτες συμφωνίες με εργολάβους, προασπίζοντας τα δικά τους συμφέροντα, και όχι του Δήμου και των δημοτών, δε διεκδικεί τις οφειλές του Δήμου από λατομεία και ιχθυοτροφεία, και, εν κατακλείδι, άγεται και φέρεται από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην τελευταία παράγραφο του κειμένου.

Και ναι μεν στη φράση αυτή δεν κατονομάζεται ο ενάγων – αντεναγόμενος, όταν παρατίθενται όλα όσα δεν πράττει ένας έντιμος και ικανός Δήμαρχος, πλην όμως αφήνεται να εννοηθεί ότι πρόκειται περί αυτού, καθώς από τα συμφραζόμενα και το νόημα ολοκλήρου του κειμένου, δηλαδή από το συνδυασμό της παραγράφου αυτής με τις προηγούμενες του άρθρου, εξυπακούεται ότι η συντάκτης του αναφέρεται, εμμέσως πλην σαφώς, στον ανωτέρω ειδικά και συγκεκριμένα, και όχι γενικά, αόριστα και αφηρημένα στον εκάστοτε εκλεγέντα δήμαρχο της νήσου της ... .

Περαιτέρω, ως προς τη συμπληρωματική σύμβαση η εναγόμενη – αντενάγουσα αποδίδει στον αντίδικό της με το ανωτέρω άρθρο της ότι, επιχειρώντας αυτός να επιτύχει την κατάρτισή της, στο αντικείμενο της οποίας συμπεριέλαβε, άνευ λόγου και αιτίας, και 6 ακόμη εργασίες, πλην της επέκτασης του δικτύου της αποχέτευσης σε οδούς της πόλης της ..., που δεν αναφέροντο στη μελέτη του αρχικού έργου, στην οποία (επέκταση) και μόνο είχε ενημερώσει τους επικεφαλής των παρατάξεων του δημοτικού συμβουλίου κατά τη σύσκεψη στο γραφείο του ότι θα αφορούσε η συμπληρωματική σύμβαση, αποπειράθηκε να διαπράξει αξιόποινες πράξεις, και δη οικονομικό έγκλημα κατά συρροή, προς όφελος της εργολάβου εταιρίας, στην οποία, με την αδικαιολόγητη διόγκωση του συμβατικού αντικειμένου, επεδίωξε να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ποσού 5.000.000 ευρώ, που δεν εδικαιούτο η τελευταία να λάβει, όπως αποφάνθηκε αμετάκλητα το Ελεγκτικό Συνέδριο, με αντίστοιχη ζημία του Δήμου και ιδίως των δημοτών, οι οποίοι θα επιβαρύνονταν τελικά με το σύνολο της υπερβολικής δαπάνης του έργου, εφόσον το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ουδέποτε επρόκειτο να το χρηματοδοτήσει, όπως εκ των υστέρων αυτός ισχυρίσθηκε ότι θα συνέβαινε εάν η σύναψη της συμπληρωματικής σύμβασης τελεσφορούσε.

Πλην όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που αφορούν στη συμπληρωματική σύμβαση, δεν είναι αληθείς, καθώς από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν, δεν προέκυψε σε βαθμό σχηματισμού δικανικής περί τούτου πεποίθησης, ότι ο ενάγων – αντεναγόμενος, υπό τη ιδιότητα του Δημάρχου ..., προωθούσε τη σύναψη μίας τέτοιας σύμβασης μεταξύ του Δήμου και της αναδόχου εταιρίας της αρχικής σύμβασης, με σκοπό να ωφελήσει αθέμιτα την τελευταία, άνευ νομίμου αιτίας, με κέρδη, ποσού 5.000.000 ευρώ, επί ζημία του Δήμου και των δημοτών του.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός, όπως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω, έχοντας ήδη διεκδικήσει και επιτύχει τη χρηματοδότηση της αρχικής σύμβασης από εθνικούς πόρους, της οποίας οι εργασίες είχαν διακοπεί επί μακρόν, αφού η ανάδοχος δεν ελάμβανε την εργολαβική αμοιβή της, και όντας πεπεισμένος ότι, σε περίπτωση κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης για την επέκταση του δικτύου των αγωγών της αποχέτευσης και σε περιοχές της πόλης της ..., που δεν περιλαμβάνοντο στο αντικείμενο της αρχικής σύμβασης, και εφόσον θα επρόκειτο ουσιαστικά για το ίδιο έργο, θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά εκταμίευση του οφειλομένου και μη εισέτι καταβληθέντος ποσού της συμμετοχής του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη δαπάνη της αρχικής σύμβασης, γεγονός, που στα έγγραφα, τα οποία του είχαν αποσταλεί από τα αρμόδια όργανα, δεν είχε αποκλεισθεί, αλλά συνδεθεί με την ολοκλήρωση του αρχικού έργου, διά της υλοποίησης ικανού αριθμού συνδέσεων ιδιωτών με το νέο δίκτυο (βλ.σχετ.

τα προσκομιζόμενα υπ’ αριθμ. πρωτ. .../15.4.2011 έγγραφο της Ειδικής Γραμματείας ΕΣΠΑ του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, υπ’ αριθμ. πρωτ. …/12.3.2012 έγγραφο της Ενδιάμεσης Διαχειριστικής Αρχής της Περιφέρειας Αττικής και υπ’ αριθμ.πρωτ. .../19.12.2012 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Επενδύσεων – ΕΣΠΑ του ιδίου Υπουργείου, το οποίο έχει επίσης περιληφθεί, στο άρθρο), ανέλαβε την πρωτοβουλία για την κατάρτιση μίας τέτοιας συμπληρωματικής σύμβασης, ευελπιστώντας ότι το κόστος αυτής θα μπορούσε να καλυφθεί στο σύνολό του από το ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης για το κυρίως έργο, που εξακολουθούσε να οφείλεται, χωρίς επιβάρυνση των δημοτών, οι οποίοι και οπωσδήποτε θα επωφελούντο από το νέο δίκτυο, ζητώντας μάλιστα και τη συνδρομή των τοπικών βουλευτών, στους οποίους εξέθεσε εγγράφως το σχέδιό του, για την ευόδωσή του, προ της σύγκλησης της σύσκεψης στο γραφείο του με τους επικεφαλής των παρατάξεων του δημοτικού συμβουλίου, κατά τα προεκτεθέντα, γεγονός, που επιρρωνύει την παραδοχή περί σχηματισμού σ'αυτόν εδραίας πεποίθησης ότι το ανωτέρω πολιτικό σχέδιο, που συνέλαβε, θα μπορούσε να υλοποιηθεί και το έργο της επέκτασης του δικτύου να εκτελεσθεί δωρεάν για τους δημότες από το υπολειπόμενο ποσό της συνδρομής του Ταμείου Συνοχής, χωρίς να έχουν προηγηθεί ύποπτες και εν κρυπτώ συναλλαγές του με την ανάδοχο.

Εξάλλου στην εδραία πεποίθησή του ότι τα χρήματα αυτά της κοινοτικής ενίσχυσης θα μπορούσαν τελικά να εκταμιευθούν και το έργο της επέκτασης του δικτύου να εκτελεσθεί δωρεάν, μόνον εάν καταρτιζόταν η συμπληρωματική αυτή σύμβαση, διότι θα επρόκειτο ουσιαστικά γα το ίδιο έργο (το κυρίως έργο), το οποίο είχε εγκριθεί να χρηματοδοτήσουν, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή καταρτιζόταν νέα σύμβαση για την ανωτέρω επέκταση, ανεξάρτητη της προηγούμενης, θα χάνονταν οριστικά και ο Δήμος ...

δεν θα είχε δικαίωμα να τα διεκδικήσει, οφείλεται και η μετέπειτα άσκηση από το Δήμο όλων των ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκειμένου να ανατραπεί η υπ’ αριθμ. 343/2012 Πράξη του Ε’ Κλιμακίου, που δεν ενέκρινε την υπογραφή του υποβληθέντος σ'αυτό σχεδίου της συμπληρωματικής σύμβασης, ώστε να αποφευχθεί η απώλεια του συγκεκριμένου κονδυλίου.

Σημειωτέον δε ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην προαναφερθείσα Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο οποίο διαβιβάσθηκε η συμπληρωματική σύμβαση για τον προβλεπόμενο στο νόμο ειδικό, προληπτικό έλεγχο νομιμότητας, πράγματι αναφέρεται ότι δύο κατηγορίες εργασιών, από τις περιλαμβανόμενες στην εν λόγω σύμβαση (και όχι όλες, πλην της κατασκευής του δικτύου των αγωγών, όπως ισχυρίσθηκε η εναγόμενη - αντενάγουσα στο άρθρο της), και δη αυτή της αποκατάστασης του οδοστρώματος και της άντλησης των υδάτων, προϋπολογισθέντος κόστους 993.062,84 ευρώ και 61.693,16 αντίστοιχα, αποτελούν συμβατική υποχρέωση της αναδόχου της αρχικής σύμβασης, όπως προεκτέθηκε, η οποία, επομένως, ως προς αυτές δεν εδικαιούτο και πάλι αμοιβής, και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω εργασίες περιλήφθηκαν στη συμπληρωματική σύμβαση δολίως και σκοπίμως από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο, ως Δήμαρχο ..., κατόπιν μυστικών και αθέμιτων συμφωνιών με την ανάδοχο, με πρόθεση να ωφεληθεί παράνομα η τελευταία και να ζημιωθεί ο Δήμος και οι δημότες του, διά της αδικαιολόγητης διόγκωσης του συμβατικού αντικειμένου και της άνευ νόμιμης, αιτίας επαύξησης της εργολαβικής αμοιβής.

Ούτε όμως επιχείρημα περί του αντιθέτου μπορεί να συναχθεί από το ποσοστό, της έκπτωσης, που προσέφερε η ανάδοχος για τη συμπληρωματική σύμβαση, που ανέρχεται σε ποσοστό 14%, καθώς πρόκειται για 14 φορές μεγαλύτερο ποσοστό από το αντίστοιχο της αρχικής σύμβασης με την ίδια εργολάβο εταιρία (1%), ούτε, άλλωστε, προέκυψε, διά της προσκόμισης σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, ότι για ανάλογα έργα σε άλλες περιοχές την ίδια χρονική περίοδο είχε δοθεί από τον εργολάβο μεγαλύτερο ποσοστό έκπτωσης.

Πλην όμως παρά το αντικειμενικά ψευδές των ανωτέρω διαλαμβανόμενων στο άρθρο ισχυρισμών, αναφορικά με τη συμπληρωματική σύμβαση του Δήμου ..., η εναγόμενη - αντενάγουσα υπελάμβανε βάσιμα ότι είναι αληθείς, έχοντας δικαιολογημένα σχηματίσει την πεποίθηση ότι ο αντίδικός της, ως Δήμαρχος ..., προωθώντας τη σύναψη της συγκεκριμένης συμπληρωματικής σύμβασης επεδίωξε να ωφελήσει άνευ νομίμου αιτίας την εργολάβο εταιρία με κέρδη που δεν εδικαιούτο, επί ζημία του Δήμου και των δημοτών, πληροφορηθείσα, αφενός μεν την έκδοση της υπ’ αριθμ. 343/2012 πράξης του Ε' κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία, στο πλαίσιο του υποχρεωτικού προληπτικού ελέγχου νομιμότητας της σύμβασης αυτής, έγινε δεκτό ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της διότι για καμία των εργασιών, που αποτελούσαν αντικείμενο της, δεν πληρούντο οι νόμιμες προϋποθέσεις ώστε να περιληφθούν σε συμπληρωματική σύμβαση, με την επάλληλη επισήμανση ότι συγκεκριμένες εργασίες αποτελούσαν συμβατική υποχρέωση της αναδόχου της αρχικής σύμβασης, η οποία, επομένως, και όφειλε να τις εκτελέσει χωρίς επιπρόσθετη αμοιβή, αφετέρου δε την επακολουθήσασα επίμονη, πλην όμως ανεπιτυχή, προσπάθεια του Δήμου να ανατρέψει την προαναφερθείσα Πράξη, εξαντλώντας όλα τα ένδικα βοηθήματα ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκειμένου να εγκριθεί το σχέδιο της σύμβασης αυτής, λαμβανομένου υπόψη του ότι στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά πρόκειται περί απευθείας ανάθεση στην ανάδοχο του κυρίως έργου, όπερ αποτελεί μία εξαιρετική διαδικασία, καθώς συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της ισότητας, της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως έχει ήδη εκτεθεί.

Επομένως, ήταν εύλογο να εκληφθεί απ’ αυτήν ως ύποπτη ή υποκρύπτουσα αθέμιτη συναλλαγή μεταξύ Δημάρχου ... και εργολάβου εταιρίας, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της τελευταίας, η επίμονη προσπάθεια του αντιδίκου της να συναφθεί μία συμπληρωματική σύμβαση της εργολάβου με το Δήμο, για την οποία δεν θα ακολουθείτο η συνήθης διαδικασία του διαγωνισμού, με τη συμμετοχή πλειόνων ενδιαφερομένων, αλλά αυτή της απευθείας ανάθεσης και του έργου, στο οποίο αφορούσε η συμπληρωματική σύμβαση, στην ίδια ανάδοχο εταιρία του κυρίως έργου, που ήδη εκτελείτο και δεν είχε ακόμη παραδοθεί, προκειμένου να εκτελεσθούν εργασίες, που όπως κρίθηκε στη συνέχεια αμετάκλητα από το Ελεγκτικό Συνέδριο, δε μπορούσαν κατά νόμο να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής σύμβασης και, συνεπώς, η εκτέλεσή τους δεν έπρεπε ν' ανατεθεί απευθείας στην ήδη ανάδοχο, κατ’ αποκλεισμό των λοιπών.

Μάλιστα, λεκτέον ότι υποψίες περί της τέλεσης ποινικών αδικημάτων αναφορικά με τα θέματα της συγκεκριμένης συμπληρωματικής σύμβασης έχουν δημιουργηθεί και σε έτερο μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ..., και συγκεκριμένα στο δημοτικό σύμβουλο Α. Μ., ο οποίος έχει ήδη υποβάλει την από 27.11.2012 μηνυτήρια αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, χωρίς να κατονομάζει δράστη, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης του άρθρου της εναγομένης – αντενάγουσας, επί της οποίας (μηνυτήριας αναφοράς) έχει διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση για τη διακρίβωση τέλεσης αξιοποίνων πράξεων.

Σημειωτέον ότι η εναγόμενη – αντενάγουσα έχει σχηματίσει τελείως διαφορετική άποψη αναφορικά με τα χρήματα της συμμετοχής του Ταμείου Συνοχής, τα οποία δεν είχαν καταβληθεί στο σύνολό τους για την αρχική σύμβαση, καθόσον, κατά την ίδια, ουδέποτε επρόκειτο να εκταμιευθούν, αφού πεποίθησή της είναι ότι το ανωτέρω Ταμείο δε χρηματοδοτεί συμπληρωματικές συμβάσεις, με αποτέλεσμα, ενόψει τούτου, να έχει πεισθεί απόλυτα ότι το σύνολο της δαπάνης της συμπληρωματικής σύμβασης, θα επιβάρυνε τελικά τους δημότες, στηρίζοντας την άποψή της αυτή και στο υπ’ αριθμ.

πρωτ. …/6.7.2012 έγγραφο της Ενδιάμεσης Διαχειριστικής Αρχής της Περιφέρειας Αττικής, που επίσης δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας κάτω από το υστερόγραφο του άρθρου της, και σύμφωνα με το οποίο ο προϋπολογισμός του έργου έχει εξαντληθεί, όπερ, κατ’ αυτήν, επιρρωνύει τον ισχυρισμό της ότι δεν οφείλονται χρήματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης – αντενάγουσας, που περιλήφθηκαν στο άρθρο της και αφορούν στη συμπληρωματική σύμβαση, δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του ΠΚ, ήτοι της συκοφαντικής δυσφήμησης. Τα ανωτέρω, όμως, είναι οπωσδήποτε προβλητικά της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, καθόσον εμπεριέχουν αμφιβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας, και δημιουργούν δυσμενείς παραστάσεις γι'αυτόν σε όσους έλαβαν γνώση του άρθρου, αναφορικά με την εντιμότητα και την ακεραιότητά του κατά την άσκηση των καθηκόντων του στο χειρισμό του ζητήματος της συμπληρωματικής σύμβασης, αφού παρουσιάζεται ως ανέντιμος δήμαρχος, που επεδίωξε να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην ανάδοχο του κυρίως έργου εταιρία, βλάπτοτας το Δήμο ...

και τους δημότες του, τα συμφέροντα των οποίων υποχρεούται να προασπίζει, και, επομένως, χαρακτηρίζεται ουσιαστικά ως ύποπτος τέλεσης αξιοποίνων πράξεων σε βάρος της περιουσίας του Δήμου και των δημοτών. Πέραν δε τούτου αναληθή είναι και τα διαλαμβανόμενα στην τελευταία παράγραφο του άρθρου, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, αν και σε πρώτη ανάγνωση φέρονται να αφορούν σε κάθε δήμαρχο της ..., ως στοιχεία, που δεν πρέπει να τον διακρίνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, στην πραγματικότητα, συνδυαζόμενα με το προηγηθέν κείμενο του δημοσιεύματος, αναφέρονται σαφώς στον ενάγοντα - αντεναγόμενο, παρότι αυτός δεν κατονομάζεται ρητά ως αποδέκτης των ισχυρισμών της αντιδίκου του, πλην όμως υποδηλώνεται, σε απόλυτη αντιστοιχία με όσα εκτίθεται στην κατακλείδα και του δικού του άρθρου, με ανάλογο μάλιστα ύφος και τρόπο γραφής, και συγκεκριμένα ότι αυτός «ρέπει στην παρανομία [...] προασπίζει τα συμφέροντα των εργολάβων [...] είναι υπέρ των νταμαριών και των ιχθυοτροφείων [...] δε διεκδικεί τα οφειλόμενα και δεν εισπράττει ούτε ένα ευρώ από τους λατόμους [...] κάνει συμφωνίες με εργολάβους κάτω από το τραπέζι [...] δεν προασπίζεται τα συμφέροντα του Δήμου και των δημοτών [...] είναι υποχείριο των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων».

Και τούτο διότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι αυτός, ως Δήμαρχος ..., τείνει σταθερά, ως στοιχείο του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του, στην τέλεση παρανόμων πράξεων, ότι άγεται και φέρεται από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, που ουσιαστικά υπαγορεύουν τις αποφάσεις του, ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα εργολάβων, κατόπιν αθέμιτων και εν κρυπτώ συμφωνιών του μαζί τους, σε βάρος των συμφερόντων του Δήμου και των δημοτών, και δε διεκδικεί σκοπίμως τα οφειλόμενα στο Δήμο από λατομεία και ιχθυοτροφεία, επί ζημία της περιουσίας του Δήμου, προς όφελος των επιχειρηματιών, ούτε, άλλωστε, και η ίδια η συντάκτρια του άρθρου προσεκόμισε στοιχεία προς επίρρωση της βασιμότητας των ισχυρισμών της.

Αντίθετα και ειδικά για την είσπραξη του τέλους ποσοστού 5% επί των ακαθάριστων εισπράξεων (όπως αυτές προκύπτουν από τις δηλώσεις Φ.Π.Α.) της επιχείρησης, που δραστηριοποιείται στο μοναδικό λατομείο του νησιού με την επωνυμία «... ΛΑΤΟΜΕΙΑ ... Α.Ε.» από σωρεία εγγράφων, που προσκομίζονται, αποδεικνύεται ότι από 01.11.2011 και στο εξής, που ο ενάγων – αντεναγόμενος ανέλαβε Δήμαρχος ..., έχουν επιδοθεί στην ανωτέρω εταιρία πλειστάκις ειδοποιήσεις και συνταχθεί χρηματικοί κατάλογοι για τις οφειλές της, η οποία για τα έτη 2010 και 2011 δεν κατέθετε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α., με βάση τις οποίες υπολογίζεται το ποσό του αποδοτέου τέλους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κ.Ε.Δ.Ε., ήδη δε μετά το επίμαχο άρθρο έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση των καταθέσεών της εις χείρας τραπεζών ως τρίτων για τις οφειλές της αυτές. Ούτε όμως αντίθετη κρίση περί μυστικών και αθέμιτων συμφωνιών μεταξύ του ανωτέρω και εργολάβων για τον προσπορισμό στους τελευταίους παρανόμου περιουσιακού οφέλους, μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η υπ’ αριθμ. 192/2012 απόφαση, όχι δική του προσωπικά, αλλά του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., με την οποία εγκρίθηκε πρωτόκολλο συνεργασίας μεταξύ του Δήμου και των εταιριών

«... Α.Ε.» και «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ Α.Ε.» για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος λατομείου στην περιοχή ..., και η οποία προσκομίζεται από την εναγόμενη – αντενάγουσα προς κατάδειξη του ισχυρισμού της περί παράτυπης απευθείας διοχέτευσης απ’ αυτόν χρημάτων του Δήμου σε εργολάβους, ακυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. .../30.10.2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, καθώς οι λόγοι της ακύρωσης, ανάγονται, όχι στην παρά το νόμο απευθείας ανάθεση του έργου στις ανωτέρω εταιρίες, αλλά σε γενική και αόριστη περιγραφή του συμβατικού αντικειμένου, καθώς και σε λήψη της ακυρωθείσας απόφασης, χωρίς να προηγηθεί η έγκριση της ειδικής μελέτης αποκατάστασης του περιβάλλοντος από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Ούτε βέβαια αποδεικνύεται το αντίθετο από το προσκομιζόμενο από την εναγόμενη – αντενάγουσα αντίγραφο από άρθρο της εφημερίδας «...» του φύλλου της 13ης.01.2013, σύμφωνα με το οποίο ο αντίδικος της ελέγχεται από το Σ.Δ.Ο.Ε. - μεταξύ άλλων δημάρχων, πρώην νομαρχών, περιφερειαρχών και συμβούλων της τοπικής αυτοδιοίκησης – λόγω ενδείξεων για φοροδιαφυγή και αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς ούτε το αληθές του γεγονότος αυτού προέκυψε, ούτε βέβαια, εάν όντως διενεργήθηκε έρευνα σε βάρος του, το αποτέλεσμα αυτής.

Τα εν λόγω ψευδή γεγονότα ισχυρίσθηκε η συντάκτρια του άρθρου εναγόμενη – αντενάγουσα, εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον ως προς αυτά, σε αντίθεση με όσα διαλαβάνονται στο δημοσίευμα περί της συμπληρωματικής σύμβασης, ως προς τα οποία έχει ήδη κριθεί ότι η ανωτέρω δε γνώριζε ότι είναι ψευδή, αντίθετα εύλογα πίστευε ότι είναι αληθή, δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων να μπορεί να συναχθεί δικανική κρίση περί σχηματισμού αντίστοιχης εδραίας πεποίθησής της για τη βασιμότητά τους.

Μάλιστα πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ οι ισχυρισμοί της, που αφορούν στο χειρισμό του αντιδίκου της στο θέμα της συμπληρωματικής σύμβασης παρατίθενται διεξοδικά και αναλυτικά στο άρθρο και αιτιολογείται η άποψή της περί του παρανόμου αυτής και περί των υποψιών της για αθέμιτες συμφωνίες του με την ανάδοχο εταιρία, με την αναφορά συγκεκριμένων γεγονότων, που δικαιολογούν τη θέση της, οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί της, με τους οποίους αποδίδονται σοβαρότατα παραπτώματα στον ανωτέρω ως δήμαρχο, που συνιστούν αξιόποινες πράξεις, περιορίζονται στην τελευταία παράγραφο του κειμένου, όπου αναφέρονται επιγραμματικά, με γενικόλογο και αόριστο τρόπο, χωρίς να συνοδεύονται από πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να τους ελέγξει κανείς συγκρίνοντάς τους με την αλήθεια, δηλαδή να τους υποβάλει σε αποδεικτική διαδικασία.

Δηλαδή με αφορμή την ανωτέρω συμπληρωματική σύμβαση η ανωτέρω, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα γεγονότα, ή, έστω εκ των υστέρων, να αποδεικνύει τη βασιμότητα των ισχυρισμών της, επεκτείνεται και σε άλλα ζητήματα, που δε σχετίζονται με το θέμα αυτό, και προβαίνει σε γενικεύσεις ως προς τον τρόπο, που ασκεί τα καθήκοντά του ο αντίδικός της, τον οποίο περιγράφει ως εν γένει αθέμιτο και παράνομο, προς δημιουργία δυσμενών σε βάρος του εντυπώσεων.

Είναι δε οι ισχυρισμοί της παραγράφου αυτής, εκτός από ψευδείς, και καταφανώς προσβλητικοί της τιμής και της υπόληψης του αντιδίκου της, καθόσον εμπεριέχουν έντονη διαμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας, αφού παρουσιάζεται ως ένας διεφθαρμένος και διαπλεκόμενος δήμαρχος, που ενεργεί παρά το νόμο, προς όφελος των συμφερόντων των οικονομικά ισχυρών, ζημιώνοντας το Δήμο και τους δημότες του, αποστερώντας του έσοδα.

Μάλιστα η ανωτέρω ισχυρίσθηκε τα προαναφερθέντα γεγονότα, γνωρίζοντας ότι είναι πρόσφορα και κατάλληλα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αντιδίκου της, και με πρόθεση διάδοσής τους ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού τρίτων, εφόσον τα συμπεριέλαβε σε άρθρο της σε τοπική εφημερίδα, που κυκλοφορεί στη Σαλαμίνα.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ανωτέρω διέλαβε επίσης στο άρθρο της για τον αντίδικό της και τις κάτωθι φράσεις: «φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης», « [...]επανέρχεται σαν το δολοφόνο, που ξαναγυρίζει στον τόπο του εγκλήματος [...] ίδιον της ελαφρότητας του χαρακτήρα του», «τι όφελος είχατε; Είστε συνένοχοι ή αδαείς;», «Μήπως έχετε πρόβλημα φρένων η λαδιών;

Καλό είναι να το κοιτάξετε γρήγορα το πρόβλημάς σας γιατί είναι σοβαρό», «εμφορείται από αλαζονεία και εγωκεντρισμό», καθώς και στο υστερόγραφο του άρθρου τη φράση «για μία ακόμη φορά γελοιοποιείται ο κ. Τ. με τα ασύστολα ψέματα χωρίς όριο». Οι ανωτέρω εκφράσεις, που συνιστούν αρνητικούς χαρακτηρισμούς και δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις για τον αντίδικό της, είναι οπωσδήποτε εξυβριστικές, ήτοι κατ'αντικειμενική κρίση προσβλητικές της τιμής και της υπόληψής του, και πρόσφορες προς τούτο, μειωτικές, υποτιμητικές, αλλά και δηλωτικές έλλειψης εκτίμησης προς αυτόν, καθώς εμπεριέχουν αμφισβήτηση σχετικά με τη συνολική του αξία, ηθική και κοινωνική (ακόμη και για να καταδειχθεί ο ισχυρισμός της συντάκτριας του άρθρου ότι ο ενάγων – αντεναγόμενος επιτίθεται στην ίδια διά του δικού του άρθρου στο θέμα της συμπληρωματικής σύμβασης, αν και έχει ήδη εκτεθεί επ'αυτού, και επιμένει να επανέρχεται στο συγκεκριμένο θέμα, παρότι τελεί εν αδίκω, χρησιμοποιούνται οι προαναφερθείσες παροιμίες με την κοινή, καθιερωμένη, μεταφορική τους έννοια, και όχι με την κυριολεκτική, των οποίων όμως ο τόνος στο κείμενο είναι σαφώς απαξιωτικός και περιφρονητικός), τινές εξ αυτών έχοντας διατυπωθεί με τη μορφή ρητορικών ερωτήσεων με ειρωνικό και καταφρονητικό ύφος.

Περιλήφθηκαν δε στο άρθρο οι εν λόγω εκφράσεις με πρόθεση της εναγομένης – αντενάγουσας να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος - αντεναγομένου και με γνώση της ότι με την ενέργειά της αυτή προσβλήθηκε ο ανωτέρω στην τιμή και την υπόληψή του.

Ο κατ’ ένσταση επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός της ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της, καθόσον, διά της δημοσιοποίησης του συγκεκριμένου άρθρου της, ενήργησε, σε κάθε περίπτωση, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ως δημοτική σύμβουλος, προς ενημέρωση των δημοτών και για την αποκατάσταση της αλήθειας επί του ζητήματος της συμπληρωματικής σύμβασης για την επέκταση του δικτύου αποχέτευσης, και επί των πολιτικών χειρισμών του αντιδίκου της, ως Δημάρχου ...

επ'αυτού, αλλά και προς απόκρουση της προσωπικής επίθεσης, που δέχθηκε από τον ανωτέρω με τους συκοφαντικούς για το πρόσωπό της ισχυρισμούς, που περιλήφθηκαν στο δικό του άρθρο, χωρίς ειδικό σκοπό εξύβρισής του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 γ' του ΠΚ, πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος αναφορικά με τους ισχυρισμούς της τελευταίας παραγράφου του άρθρου της, διότι η ανωτέρω διάταξη δε τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 α' του ιδίου Κώδικα, καθώς οι εν λόγω ισχυρισμοί περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως προεκτέθηκε.

Ούτε όμως και όσον αφορά στους απλώς δυσφημιστικούς για τον αντίδικό της ισχυρισμούς, που αφορούν στο θέμα της συμπληρωματικής σύμβασης, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 γ’ του ΠΚ και δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της δυσφήμησης, που αυτή τέλεσε με τη διάδοση των εν λόγω ισχυρισμών, καθώς από τον τρόπο και από τις εν γένει περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης αυτού, δηλαδή σκοπός, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψής του, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 στοιχείο β' του ιδίου Κώδικα.

Και τούτο διότι από όλο το κείμενο του δημοσιεύματος, το εν γένει ύφος, και τη φρασεολογία, που χρησιμοποιήθηκε, και ειδικότερα από τις εκφράσεις «τον καταδιώκουν οι ερυνύες του οικονομικού εγκλήματος, που αποπειράθηκε να διαπράξει [...]», «ατυχώς γι’ αυτόν και ευτυχώς για τους συνδημότες μας βρήκε μπροστά του 17 ακέραιους δικαστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εν σώματι πέταξαν στα σκουπίδια ολόκληρη τη συμπληρωματική του Σύμβαση [...]», «δεν έκανε αποδεκτή ούτε 1 από τις 7 εργασίες της σύμβασης γιατί όλες μύριζαν» (αναφερόμενη στο Ελεγκτικό Συνέδριο), « [...] χρησιμοποίησε την εργασία της επέκτασης του δικτύου ως όχημα για να σπρώξει και τις άλλες 6 μέσω της αμαρτωλής Συμπληρωματικής, φουσκώνοντας όμως έτσι τις τσέπες των εργολάβων κατά 5 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να τα δικαιούνται [...]», σε συνδυασμό με τις αρνητικές αξιολογικές κρίσεις και μειωτικούς για τον αντίδικο της χαρακτηρισμούς, που προαναφέρθηκαν, συνάγεται ότι ο τρόπος διατύπωσης και διάδοσης των ισχυρισμών της γι’ αυτόν στο εν λόγω άρθρο δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψης της, αλλά εν γνώσει της επιλέχθηκε (ο συγκεκριμένος τρόπος) για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του ανωτέρω.

Υπήρξε, επομένως, υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προάσπιση του αδιαμφισβήτητα δικαιολογημένου ενδιαφέροντός της να ενημερώσει την κοινή γνώμη επί των δικών της θέσεων στο ζήτημα της συμπληρωματικής σύμβασης του Δήμου ... και επί των όσων της αποδίδοντο προσωπικά με το άρθρο του αντιδίκου της, αφού το επιδιωκόμενο με το δημοσίευμα αποτέλεσμα μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, και δη με την απλή παράθεση των γεγονότων και των απόψεών της, που ασφαλώς γνώριζε ότι αρκούσε για την επίτευξη του σκοπού της, αντί των ανωτέρω αδόκιμων, άκομψων και απρεπών φράσεων και λέξεων, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, και αποσκοπούσαν μόνον στην αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ανωτέρω.

Εξάλλου και ο ισχυρισμός της εναγομένης – αντενάγουσας περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων – αντεναγόμενος με την ενέργειά του αυτή διέκοψε το μεταξύ τους δημόσιο πολιτικό διάλογο επί των πεπραγμένων του ως Δημάρχου ... στο ζήτημα της συμπληρωματικής σύμβασης, τον οποίο ο ίδιος άρχισε με τη δημοσίευση του δικού του άρθρου, που περιέχει συκοφαντικούς για το πρόσωπό της ισχυρισμούς, και μετέφερε την πολιτική τους αντιπαράθεση στις αίθουσες των δικαστηρίων μετατρέποντάς την σε αντιδικία, απορριπτέος τυγχάνει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, διά των συκοφαντικών και δυσφημιστικών ισχυρισμών, αλλά και των εξυβριστικών εκφράσεων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο της εναγομένης – αντενάγουσας, και προφανώς δε συνάδουν σε μία πολιτισμένη δημόσια πολιτική αντιπαράθεση, η οποία πρέπει να διακρίνεται από παράθεση επιχειρημάτων με ευπρέπεια, κοσμιότητα και σεβασμό στον αντίπαλο, χωρίς εκτροπή σε προσωπικές επιθέσεις, προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα του αντιδίκου της, με αποτέλεσμα η εκ μέρους του τελευταίου άσκηση της κρινόμενης αγωγής να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του προς παροχή έννομης προστασίας λόγω της ανωτέρω προσβολής, που υπέστη.

Περαιτέρω και ο επίσης κατ’ ένσταση επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης – αντενάγουσας περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της τυχόν προκληθείσας προσβολής στην προσωπικότητα του αντιδίκου της διά του άρθρου της, λόγω συνδρομής των στοιχείων της άμυνας του άρθρου 284 του ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο προέβη στη σύνταξη και δημοσίευση του ανωτέρω άρθρου, προκειμένου να υπερασπισθεί τον εαυτό της, με το ίδιο μέσο και στον ίδιο τόνο, από την άδικη και παρούσα επίθεση, που δέχθηκε στην προσωπικότητά της, από το δικό του άρθρο, που αναρτήθηκε προηγουμένως στο διαδίκτυο και δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της αυτής εφημερίδας, πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

Και τούτο διότι, στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη – αντενάγουσα με το άρθρο της υπερέβη προφανώς τα όρια της άμυνας, διά της υπέρβασης του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου προς απόκρουση της επίθεσης του αντιδίκου της, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί με ένα ηπιότερο κείμενο, από πλευράς έντασης, ύφους και τόνου, όπερ και εγνώριζε, καθόσον δεν περιορίσθηκε στην παράθεση των άποψεών της επί του ζητήματος της συμπληρωματικής σύμβασης του Δήμου ...

και στην αντίκρουση των επ’ αυτού θέσεων του ανωτέρω, καθώς και των κατηγοριών, που της προσήψε, αλλά εξετράπη και η ίδια σε σοβαρή προσβολή της προσωπικότητάς του, διαλαμβάνοντας γι’ αυτόν εξόχως συκοφαντικούς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, και ιδιαίτερα μειωτικές και απαξιωτικές εκφράσεις, και μάλιστα σε προσβολή δυσανάλογη, σε σχέση με την προσβολή της τιμής και της υπόληψής της, που και αυτή αναμφισβήτητα υπέστη από το δικό του δημοσίευμα, με το οποίο ουσιαστικά χαρακτηριζόταν ως ετεροκατευθυνόμενη πολιτικός, χωρίς αυτόνομη σκέψη και κρίση, και μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας ενώ η ίδια, στο άρθρο της, με αφορμή τους χειρισμούς του ως Δήμαρχος ...

στο θέμα της σύμβασης αυτής, τον παρουσίασε, ως έναν εν γένει ανέντιμο και διαπλεκόμενο με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα πολιτικό, ακόμη και ύποπτο τέλεσης σοβαρότατων αξιοιποίνων πράξεων, οικονομικής φύσης, σε βάρος του Δήμου. (Πλην όμως ο ενάγων – αντεναγόμενος, προσβάλλοντας παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της αντιδίκου του, διά της σύνταξης και δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο και σε τοπική εφημερίδα της ...

του άρθρου του, συνετέλεσε αιτιωδώς με δικό του πταίσμα στην πρόκληση της ζημίας του, και συγκεκριμένα στην προσβολή της δικής του προσωπικότητας, που προκλήθηκε με το απαντητικό άρθρο της ανωτέρω, καθώς της προκάλεσε την εύλογη επιθυμία να αντικρούσει στην κοινή γνώμη τα σε βάρος της διαληφθέντα με το δημοσίευμα του αντιδίκου της και τις δημιουργηθείσες αρνητικές για το πρόσωπο της εντυπώσεις, με το αυτό μέσο, και σε ανάλογο ύφος και ένταση.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η προβληθείσα ένσταση της εναγομένης – αντενάγουσας περί συνυπαιτιότητας του αντιδίκου της στην προσβολή της προσωπικότητάς του πρέπει να γίνει δεκτή και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας και να καθορισθεί το συντρέχον πταίσμα του ανωτέρω σε ποσοστό 30%. Εξαιτίας των ανωτέρω ισχυρισμών της εναγομένης – αντενάγουσας ο ενάγων – αντεναγόμενος προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια στην προσωπικότητά του, υπό τις ειδικότερες εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, καθώς δημιουργήθηκαν αρνητικές παραστάσεις σε όσους έλαβαν γνώση του δημοσιεύματος αναφορικά με την αντίληψη και την εντύπωσή τους γι' αυτόν, και δη ως προς την ηθική και κοινωνική του αξία ως προσώπου και πολιτικού, του παρανόμου της προσβολής της προσωπικότητάς του ειδικότερα συνισταμένου εν προκειμένω στην τέλεση εκ μέρους της των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης, της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης των άρθρων 362, 363 και 361 του ΠΚ αντίστοιχα, των οποίων, με βάση όσα προεκτέθηκαν, πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση.

Συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του ο ενάγων – αντεναγόμενος υπέστη ηθική βλάβη (μη περιουσιακή ζημία), καθώς δοκίμασε στενοχώρια από τους συκοφαντικούς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς του άρθρου, αλλά και από τις εξυβριστικές εκφράσεις, για την οποία δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, προς ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφισή του, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ύψος της οποίας, μετά τη στάθμιση του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της δημοσιότητας την οποία αυτή έλαβε, και ιδίως του ότι το επίδικο άρθρο δημοσιεύθηκε σε μηνιαία τοπική εφημερίδα της ..., του βαθμού του πταίσματος της αδικοπραγήσασας και του συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου, αλλά και της κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, και δη των ιδιοτήτων αμφοτέρων ως Δημάρχου και Δημοτικής Συμβούλου του Δήμου ..., και των εν γένει συνθηκών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 18.000 ευρώ, που κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως δίκαιο και εύλογο.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και την ανταγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμες, και επιδίκασε στον ενάγοντα και στην αντενάγουσα υψηλότερα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που έκαστος εξ αυτών υπέστη, λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, η οποία προκλήθηκε από το δημοσιευθέν άρθρο του αντιδίκου του, κατά τα προεκτεθέντα, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά παραδοχήν και κατ'ουσίαν του υποστηρίζοντος τα ανωτέρω σχετικού λόγου αμφοτέρων των εφέσεων των διαδίκων και του δικογράφου των προσθέτων λόγων της εναγομένης - αντενάγουσας.

Πρέπει, επομένως, ενόψει τούτου, να γίνουν δεκτά άπαντα τα ανωτέρω συνεκδικαζόμενα δικόγραφα και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας (αμφότερες οι εφέσεις των διαδίκων και το δικόγραφο προσθέτων λόγων της εναγομένης – αντενάγουσας), να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, ήτοι ως προς όλες τις διατάξεις της, και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικασθεί εξαρχής, να γίνουν εν μέρει δεκτές και ως κατ'ουσίαν βάσιμες η αγωγή και η ανταγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.000 ευρώ, και ο αντεναγόμενος να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που έκαστος εξ αυτών υπέστη, σε αμφότερες τις περιπτώσεις με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και της ανταγωγής αντίστοιχα, μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης.

Περαιτέρω, πρέπει να υποχρεωθούν αμφότεροι η εναγόμενη και ο αντεναγόμενος να παραλείπουν κάθε προσβολή της προσωπικότητας του αντιδίκου τους στο μέλλον, εφόσον αποδείχθηκε ότι, λόγω της μεταξύ τους έντονης πολιτικής αντιπαλότητας, πράγματι υφίσταται βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας εκάστου από τον άλλον, με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής, ποσού 1.000 ευρώ, και προσωπικής κράτησης, διαρκείας 1 μηνός, για κάθε παράβαση στο μέλλον της ανωτέρω διάταξης της παρούσας απόφασης|».

[V] Υπό τις ανωτέρω όμως παραδοχές στο σύνολό τους και όχι όσες αποσπασματικά, κατ’ επιλογή της αναιρεσείουσας, διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτησή της, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης υπόκειται κατά την άσκησή του σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως των δικαιωμάτων των τρίτων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων ή μη προταθέντων ενώπιόν του ισχυρισμών από την αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή σε βάρος της, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων ισχυρισμών της, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Παράλληλα, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και αντίστοιχα την απόρριψη των προβαλλόμενων περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις αναφερόμενες διατάξεις, όπως έχουν ήδη αναληφθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και δεν απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ούτε περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή της αναιρεσείουσας, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

[VI] Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, αφεθείσα αδίκαστη, νοείται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, καθώς και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, που προκαλεί την ενέργεια του Δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους «πράγματα» με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 2129/2007).

Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών, που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 1892/2009). Στη συγκεκριμένη υπόθεση με το δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το επίμαχο δημοσίευμά της εκείτο μέσα στα πλαίσια του δημοσίου διαλόγου μεταξύ δημοσίων προσώπων και για λόγους δημοσίου ενδιαφέροντος, αφού αποτελούσε συνέχεια προηγουμένων νομίμων διαξιφισμών δια του Τύπου, και ειδικότερα, (α) της ανακοίνωσης του αναιρεσιβλήτου που δημοσιεύτηκε στις «...» του Δεκεμβρίου 2012, με την οποία κατηγορεί «δύο δημοτικούς συμβούλους» («φωτογραφίζοντας» την ίδια και τον Α.

Μ.), ότι άσκησαν «προσφυγές» στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με αποτέλεσμα, δήθεν, να βλάψουν τον Δήμο ..., συκοφαντώντας τους ότι κατέθεσαν «προσφυγές», ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο περί απλών υπομνημάτων, με τα οποία η ίδια, όσον αφορά την πλευρά της, υπερασπιζόταν το αυτονόητο, δηλαδή την νομιμότητα, η οποία είναι μέρος του δημοσίου συμφέροντος, (β) της απάντησής της 14.01.2012, με τίτλο «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΔΗΜΟΤΩΝ», «Και τα ψέματα έχουν όριο, κε Τ.», με την οποία αποκατέστησε την αλήθεια, πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παραπάνω δημοσιεύματα, ούτε τον σχετικό ισχυρισμό της, οποίος ήταν ουσιώδης για την κρίση του, αφού αφορούσε στο επιτρεπτό της δημόσιας κριτικής δια του Τύπου, και για τον λόγο αυτό η απόφασή του είναι αναιρετέα κατ’ άρθρο 559 περ. 9 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα ανωτέρω είναι απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, αν ήθελε εκτιμηθεί ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, καθόσον, για την πληρότητά του, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία της παραδεκτής και νόμιμης πρότασής του ή επαναφοράς του στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 367/2009, ΑΠ 44/2003).

[VII] Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου της διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα ενώπιόν του με πρόσθετο λόγο έφεσης ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αφού δεν λαμβάνει υπόψη του και δεν εκτιμά τα περιστατικά που επικαλέστηκε και τα οποία, σε συνδυασμό με αυτό που εξέτασε (και έκρινε, μεμονωμένα, ανεπαρκές), συνιστούν οπωσδήποτε το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι ότι ο αναιρεσίβλητος (α) συμμετείχε εθελουσίως σε έναν δημόσιο διάλογο για τα πεπραγμένα τα δικά του, (σύναψη Συμπληρωματικής Σύμβασης, αλλεπάλληλες ενστάσεις και προσφυγές στο Ελεγκτικό Συνέδριο κ.τ.λ.), εξαίφνης, αποφασίζει να «διακόψει» τον διάλογο, τον οποίο ο ίδιος ξεκίνησε, καταθέτοντας αγωγή και καταχρηστικά, ζητώντας να σταματήσει ο διάλογος, θέλει, δηλαδή, με την άσκηση της αγωγής να τρομοκρατήσει μια δημοτική σύμβουλο, για να μην ασκήσει κριτική στα πεπραγμένα του, ως δημάρχου, (β) επιτέθηκε προσωπικώς, τόσο με συκοφαντικούς ισχυρισμούς, (όσον αφορά, ιδίως, την πολιτική συμπεριφοράς της), όσο και με μειωτικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς για το πρόσωπό της, (τη χαρακτηρίζει «ετεροδιοικούμενη», εκφράζεται μειωτικά για τις ικανότητές της), ενώ στη συνέχεια, όταν του απαντά σε στυλ απολύτως αναγκαίο και ανάλογο με την δική του επίθεση, ζητάει από τα δικαστήρια να διακόψουν τον διάλογο, μεταφέροντας τον τελευταίο στις δικαστικές αίθουσες, ερχόμενος με τον τρόπο αυτό, ενάντια στις ίδιες του τις πράξεις, (contra factum proprium), κάτι που συνιστά κλασική περίπτωση καταχρηστικής συμπεριφοράς, πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το δημόσιο διάλογο, στον οποίο αναφέρθηκε στην παραπάνω ένστασή της και ιδίως στην προηγηθείσα ανακοίνωση του αναιρεσιβλήτου, που δημοσιεύθηκε στις «...» του Δεκεμβρίου 2012, με την οποία ο τελευταίος κατηγορεί δύο δημοτικούς συμβούλους, (φωτογραφίζοντας την ίδια και τον Α.

Μ.), ότι άσκησαν προσφυγές στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με αποτέλεσμα, δήθεν, να βλάψουν τον Δήμο ..., συκοφαντώντας τους ότι κατέθεσαν προσφυγές, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο περί απλών υπομνημάτων, με τα οποία η ίδια, όσον αφορά την πλευρά της, υπερασπιζόταν την νομιμότητα, που είναι μέρος του δημόσιου συμφέροντος και στην απάντησή της, στις 14.01.2012, με τίτλο «ενημέρωση δημοτών» - "και τα ψέματα έχουν όριο, κε Τ.», αποκαθιστά την αλήθεια, συνέχεια δε τούτων αποτελούν τα δύο δημοσιεύματα που εξέτασε το Δικαστήριο και από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος σε βάθος χρόνου, με περισσότερες πράξεις, δημιούργησε κατάσταση εμπιστοσύνης, ότι ο διάλογος που διεξαγόταν για το επίμαχο θέμα (συμπληρωματική σύμβαση) θα έμενε στα όρια των διαξιφισμών δια του τύπου, και δεν γινόταν, αλλαγή πεδίου στα δικαστήρια, με συνέπεια η μετατροπή του πεδίου της αντιπαράθεσης στα δικαστήρια, προκειμένου να την πονέσει, κατά δήλωση του αντιδίκου της, να συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος προστασίας της προσωπικότητας, το οποίο κατ' ουσίαν προστατεύεται από τα άρθρα 57-59 και 932 ΑΚ.

Απορρίπτοντας, όμως, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ωσαύτως, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τον αναιρετικό έλεγχο, ερευνώντας όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, σχετικά με την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται.

Επομένως, οι διατυπούμενες στον εξεταζόμενο τρίτο λόγο της αίτησης αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 Σ., με τον οποίο ανεπιτρέπτως παράλληλα πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχονται ως αβάσιμες.

[VIII] Κατά το άρθρο 300 εδ.α'Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο καθορισμός της βαρύτητας, του πταίσματος και του ποσοστού μειώσεως ή η μη επιδίκαση αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα, μετά παραδοχή ότι στη ζημία του συντέλεσε και δικό του πταίσμα, υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς το ζήτημα τούτο αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 677/2011, ΑΠ 1404/2012, ΑΠ 354/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόρισε τα ποσοστά συνυπαιτιότητος της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου σε 70% και 30% αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός, επομένως ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου.

Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 838/2017).

Ωστόσο, όπως από το ανωτέρω άρθρο προκύπτει, σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται, (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο δε διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και συνακόλουθα το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο». Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας, (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, 10/2017, ΑΠ 1623/2017).

Υπό τα ανωτέρω όμως νομικά και πραγματικά δεδομένα, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών της, δεν περιέχει αιτιολογίες και ειδικότερα, δεν προκύπτει, πως καθόρισε το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποίησης του αναιρεσιβλήτου στο ύψος των 18.000 ευρώ, αφού προηγουμένως δεν προσδιόρισε το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, ώστε ακολούθως να το μειώσει κατά το ποσοστό 30% συνυπαιτιότητάς του που δέχτηκε, είναι απαράδεκτος.

Ωσαύτως, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του στο σύνολό τους, το Εφετείο, καθορίζοντας τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου ως ενάγοντα και της αναιρεσείουσας ως αντενάγουσας σε 18.000 και 8.000 ευρώ αντίστοιχα, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το ποσό που αντιστοίχως επιδίκασε σε καθένα τούτων, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί για τον αναιρεσίβλητο, ούτε υπολείπεται για την αναιρεσείουσα και μάλιστα καταφανώς, εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση τούτων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Παράλληλα, με τις ίδιες ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτές, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, που εφάρμοσε, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδικευμένη αιτιολόγηση καθενός από τα αναφερόμενα εκατέρωθεν κριτήρια καθορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που έλαβε υπόψη για τον υπολογισμό της.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, καθώς και των λοιπών που αναγράφονται στο αναιρετήριο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε αυτή και στον αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το προαναφερόμενο για καθένα τούτων ποσό, το οποίο όμως είναι, κατά την αναιρεσείουσα, δυσαναλόγως μικρό όσον αφορά την ίδια και δυσαναλόγως μεγάλο όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο, σε σχέση με αυτό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας.

[IX] Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, «το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της έφεσης», ενώ στο άρθρο 535 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι «αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσία». Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι αντικείμενο του δικογράφου της έφεσης, κατά την έννοια του άρθρου 118 αρ. 4 ΚΠολΔ, είναι η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και η παραδοχή ή απόρριψη του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης. Αν το εφετήριο περιέχει παραδεκτό και νόμιμο λόγο έφεσης, ο οποίος γίνεται δεκτός, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως θα εξαφανίσει την απόφαση, έστω και χωρίς ρητό αίτημα εξαφάνισης. Το αίτημα αυτό αρκεί να προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου χωρίς να απαιτείται πανηγυρική διατύπωση. Πάντως, το αίτημα για εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης δεν είναι πρωταρχικό, αλλά αποτελεί αυτεπάγγελτη υποχρέωση του δικαστηρίου, αν υπάρχει βάσιμος λόγος έφεσης και επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου αυτής, εάν στο δικόγραφό της δεν περιέχεται τέτοιο αίτημα, εφόσον γίνει δεκτός λόγος έφεσης (πρβλ. ΑΠ 1574/2007, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 837/2003).

Στην συγκεκριμένη υπόθεση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο της αίτησής της, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος ζητεί την ακύρωση αντί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Ενόψει, όμως, των εκτεθέντων, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, στο εφετήριο υπάρχει αίτημα για αποδοχή της ένδικης έφεσης, που σημαίνει ότι ο αναιρεσίβλητος ζητεί να γίνουν δεκτά τα παράπονα που προβάλλει για τα επικαλούμενα στο δικόγραφό της σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκειμένου να επιτύχει την κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να δικαστεί κατ' ουσία η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την έννοια αυτή ζητεί την ακύρωσή της.

[X] Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 947 § 1 του ΚΠολΔ, η οποία, κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το πρώτο στάδιο, βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του, για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσής του, οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο, γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή εκ μέρους του καθ’ ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.

Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της, κατά το πρώτο στάδιο, εκδοθείσας απόφασης, με την έννοια ότι δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή. Είναι δε διάφορο ζήτημα ο έλεγχος της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου, κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παράβασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την παράβαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη, ή ανοχή και επομένως αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, το άρθρο 106 ΚΠολΔ ορίζει ότι «το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι διάδικοι έχουν την εξουσία, αφενός να καθορίσουν ποσοτικά και ποιοτικά το αντικείμενο της δίκης και αφετέρου να προσδιορίσουν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θα στηριχθεί η δικαστική απόφαση.

Το δικαστήριο, συνεπώς, αφενός περιορίζεται στο αντικείμενο της δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από το διάδικο, αφετέρου στα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δικαιούται να χρησιμοποιήσει στην απόφασή του, στα οποία θα στηρίξει το διατακτικό του, και είναι αυτά που αποτέλεσαν το περιεχόμενο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Η αόριστη αναφορά της απόφασης, που δέχεται την αίτηση, σε υποχρέωση παράλειψης οποιασδήποτε πράξης, με την οποία προσβάλλεται η προσωπικότητα του αιτούντος, προφανώς αναφέρεται σε πράξη λογικώς συνδεδεμένη και αναγκαίως συνεχόμενη με την ή τις πράξεις, που έχουν περιγραφεί στο ιστορικό της αίτησης, ως προσβλητικές της προσωπικότητας του αιτούντος, έχουν καταστεί αντικείμενο απόδειξης και όρισαν το πλαίσιο της προστασίας, που ζήτησε ο αιτών, το οποίο το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να υπερβεί. (ΑΠ 804/2018).

Ενόψει των εκτεθέντων, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε, τόσο την αναιρεσείουσα ως εναγομένη, όσο και τον αναιρεσίβλητο ως αντεναγόμενο να παραλείπουν κάθε προσβολή της προσωπικότητας του αντιδίκου τους στο μέλλον, με απειλή των αναφερόμενων χρηματικών ποινών και προσωπικής κράτησης για κάθε μελλοντική παράβαση της ως άνω διάταξης, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57 ΑΚ, 5 παρ. 1, 14 Σ και 10 της ΕΣΔΑ, ούτε παραβίασε το άρθρο 106 ΚΠολΔ, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 9 ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στους όγδοο και ένατο λόγους της αίτησής της αντίστοιχα, αφού, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κατά το πρώτο στάδιο εκδοθείσας προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε η διάταξη αυτής που υποχρεώνει την αναιρεσείουσα ως εναγομένη να παραλείπει κάθε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα – αναιρεσιβλήτου στο μέλλον, έχει υπερβολικά ευρεία διατύπωση, αλλά ούτε με την ίδια διάταξη, κατά το μέρος που αφορά την αντίστοιχη υποχρέωση του τελευταίου ως αντεναγομένου έναντι της αντενάγουσας-αναιρεσείουσας, επιδικάζεται κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να εξοπλίζεται κάθε προσβολή του ενός διαδίκου από τον άλλο με το τεκμήριο της παραβίασης δικαστικής απόφασης και οι περί του αντιθέτου όγδοος και ένατος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

[Χ] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 326/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05.05.2017 αίτηση της Ι. συζ. Μ. Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 208/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υπογράφει η

Πρόεδρος του

Αρείου Πάγου ως

Προϊσταμένη του

καθόσον ο διευθύνων

τη συζήτηση και όλα τα

μέλη του Δικαστηρίου

που αναφέρονται στην

αρχή της παρούσης

έπαψαν να είναι

τοποθετημένα στο

Δικαστήριο τούτο

λόγω συνταξιοδότησης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ