Supreme Court dismisses appeal against appellate court's partial rejection of injunctions in debt collection dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a debt collection dispute. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate evidence concerning the validity of bank drafts and the good faith of the counterparty. The court rejected these claims, finding the appellate court's reasoning sufficient and the factual findings within its discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c), 559(1)(g), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's reasoning is sound and factual findings are based on valid evidence, even if contested by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 925 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 925/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Π. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χάνο.
Της αναιρεσίβλητης: ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ... & ΣΙΑ Ε.Ε., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ντοβίνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης 195/2009 και 240/2009 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 28/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 637-646 ΚΠολΔ αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε την από 29-6- 2011 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ'αριθμ. 70/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ως προς τις σωρευόμενες, στα από 24-4-2009 και 18-5-2009 δικόγραφα, ανακοπές κατά των υπ' αριθμ. 139/2009 και 228/2009 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και δέχθηκε αυτήν (έφεση) εν μέρει, ως προς τις σωρευόμενες στα άνω δικόγραφα, ανακοπές κατά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως, βάσει των από 1-4-2009 και 30-4-2009 επιταγών προς πληρωμή, που συντάχθηκαν κάτω από αντίγραφα του Α' απογράφου εκτελεστού των άνω διαταγών πληρωμής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί των ανακοπών κατά της εκτελέσεως δέχτηκε εν μέρει αυτές και ακύρωσε τις επιταγές προς πληρωμή εν μέρει, κατά τα κονδύλια των 550,00 και 200,00 ευρώ, αντιστοίχως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1427/2017).
Περαιτέρω, η μαρτυρία που δίδεται με τη δήλωση ή βεβαίωση τρίτων του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν ούτε οι διατυπώσεις του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. 8' ΚΠολΔ, που κατά παραπομπή εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 643 παρ. 2 ΚΠολΔ και στη διαδικασία εκδίκασης διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, ούτε οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο.
Βέβαια, κατά τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. Α' του ΚΠολΔ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", τα οποία άλλωστε αποτελούν και επιτρεπτώς λαμβανόμενα υπόψη δικαστικά τεκμήρια, αφού στην κρινομένη υπόθεση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως.
Η ως άνω όμως ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε "επίτηδες" κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) επί της ουσίας σχετική κρίση του δικαστηρίου, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη εκείνη, κατά την οποία προσκομίζεται (Ολ.
ΑΠ 8/1997). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 7-9- 2016 υπεύθυνη δήλωση του Κ. Κ., συνταχθείσα, κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των ανακοπών του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, απέκρουσε τη συνεκτίμηση της ως άνω υπευθύνου δηλώσεως, ως μη επιτρεπτού αποδεικτικού μέσου και δη ως μαρτυρία τρίτου, που έγινε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην ένδικη δίκη, κρίση αναιρετικά ανέλεγκτη.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, υπό την προϋπόθεση όμως ότι είναι υποστατά και γνήσια, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Τα μη νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη, τέτοια δε είναι και εκείνα που προσκομίσθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν προσκομίσθηκαν μέσα στην προθεσμία "της προσθήκης και αντίκρουσης" προς απόκρουση οψίμου κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔικ ισχυρισμού που προέβαλε ο αντίδικος με τις προτάσεις (ΑΠ 163/2014).
Για να είναι ορισμένος δε ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται το περιεχόμενο (ΑΠ 204/2017). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 650/2017).
Ο αναιρεσείων με τους πρώτο (κατά το τρίτο σκέλος) και δεύτερο (κατά το δεύτερο σκέλος) λόγους αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη α) την νομοτύπως ληφθείσα υπ' αριθμ. .../6-10-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ευβοίας Τ.
Σ.-Π., που αυτός (αναιρεσείων) νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε (μετά τη συζήτηση της εφέσεώς του και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας του άρθρου 237 παρ. 3 ΚΠολΔ) δια της προσθήκης των προτάσεων του με την περαιτέρω επίκληση της δι' αυτής αποδείξεως της βασιμότητας του ερειδομένου στη διάταξη του άρθρου 22 ν.5960/1933 λόγου της ανακοπής του και β) ότι δεν έλαβε υπόψη τον κατάλογο των επιταγών που είχε εκδώσει ο Κ.
Κ. σε συνδυασμό με όλα τα τιμολόγια που είχε εκδώσει ο αναιρεσίβλητος προς τον Κ. Κ. (και το συνέταιρο του Κ.), που ο αναιρεσείων είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει (σχ. 41 και 42 στις υποβληθείσες προτάσεις στο Εφετείο), δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις που η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει (σχ. 26 α-ιη στις υποβληθείσες προτάσεις στο Εφετείο) και σχετική εκτύπωση της τραπέζης Πειραιώς (σχ. 48 στις υποβληθείσες προτάσεις στο Εφετείο), από την οποία αποδεικνυόταν ότι όλες οι επιταγές πληρώθηκαν κανονικά και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη χάλκευε τις αποδείξεις κατά το δοκούν.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, όσον μεν αφορά την πρώτη αιτίαση, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση του αναφερομένου στην προσθήκη-αντίκρουση περιεχομένου της προκύπτει ότι η υπ'αριθμ. .../6-10-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ευβοίας Τ. Σ.-Π. δεν προσκομίστηκε προς απόκρουση ισχυρισμών οι οποίοι προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς αντίκρουση, αλλά προς απόδειξη ισχυρισμού, που προέβαλε με λόγο εφέσεως, όσον δε αφορά τη δεύτερη, λόγω αοριστίας, αφού δεν γίνεται συγκεκριμενοποίηση των εγγράφων που κατά τον αναιρεσείοντα δεν λήφθηκαν υπόψη και του περιεχομένου τους, αλλά και διότι, με την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμελείας ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 400 αριθμός 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πριν την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, και 403 παρ 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα ,που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, ήτοι αυτά που προσδοκούν ωφέλεια ή βλάβη από τη συγκεκριμένη δίκη, χωρίς να έχει σημασία αν το συμφέρον τους είναι υλικό ή ηθικό, αλλά πάντως άμεσο και βέβαιο, μη εξαρτημένο από μελλοντικά γεγονότα, ο λόγος δε αυτός εξαίρεσης του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου εκείνου του διαδίκου, που προσάγει το μάρτυρα προς εξέταση, η οποία (ένσταση) προτείνεται πριν ορκισθεί ο μάρτυρας και το συμφέρον αυτό πρέπει να το καθορίζει εκείνος που επικαλείται το λόγο εξαίρεσης.
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου επί της ένστασης εξαίρεσης από την παρ. 3 του άρθρου 400 του ΚΠολΔ για τη συνδρομή συμφέροντος του προτεινόμενου μάρτυρα αφορά πραγματικά γεγονότα και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα, ο ενιστάμενος μπορεί στην κατ' έφεση δίκη να προτείνει νόμιμα την ίδια ένσταση, σε περίπτωση δε που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την ένσταση, δημιουργείται ο από τον αριθ. 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 1078/2017, ΑΠ 992/2012,ΑΠ 847/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 643 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, όπως ίσχυαν και εφαρμόζονται στην κρινομένη υπόθεση πριν καταργηθούν, έμμεσα, με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, από 1-1- 2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 ίδιου νόμου), το δικαστήριο, όταν δικάζει κατά την άνω ειδική διαδικασία, λαμβάνει υπ' όψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.
Έτσι, είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανυπόγραφα, αχαρτοσήμαντα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεξάρτητα από ποιον από τους διαδίκους προσκομίζονται χωρίς να ιδρύονται συνεπεία τούτου ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 651/2011).
Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι κατ' άρθρο 400 αριθ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 731/2011).
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου λαμβάνονται υπόψη ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έδωσαν εξαιρετέοι μάρτυρες (ΑΠ 1312/2002). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.
α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι έλαβε υπόψη της την υπ'αριθμ. ...-4-2010 ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο μάρτυρας της αναιρεσιβλήτου Κ. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, παρότι αυτός εξαρτούσε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, αφού ως λήπτης των επιδίκων τραπεζικών επιταγών και εις ολόκληρον υπόχρεος με αυτόν (αναιρεσείοντα) σε περίπτωση απορρίψεως των ανακοπών του η καθ'ης προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς της θα στραφεί εναντίον του (αναιρεσείοντος) και αντιστοίχως θα απαλλαγεί ο μάρτυς που έδωσε την ένορκη βεβαίωση και τις αντιρρήσεις του για την εκτίμηση της ενόρκου βεβαιώσεως είχε προτείνει.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού, κατά την εφαρμοσθείσα και ενώπιον του Εφετείου ως άνω ειδική διαδικασία, επιτρεπτώς ελήφθη υπόψη, ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, την οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσίβλητη, όπως από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεών της προκύπτει.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν".
Κατά την έννοια των πιο άνω διατάξεων, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν, οπότε υφίσταται δικαίωμα προτάσεως συμψηφισμού των δύο αντίθετων απαιτήσεων. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.
Με την πρόταση αυτού, που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, αποσβήνονται αναδρομικώς, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν. Έτσι, η ανταπαίτηση του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθού η ανακοπή, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις συμψηφισμού αυτής, μπορεί να προταθεί και με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αυτής ως εκτελεστού τίτλου, καθόσον συνιστά ένσταση που αναφέρεται στην αμφισβήτηση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε αυτή, δηλαδή αποσβεστική ένσταση, εξαιτίας της οποίας δεν ίσχυσε ή οφειλή κατά το χρόνο που εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής (ΑΠ 1234/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 245/2016). Τέλος, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ.
ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφο της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις (λόγους) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (Ολ.
ΑΠ 10/1997). Ειδικότερα, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 50/2004, ΑΠ 1098/2008). Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής ή της αναιρέσεως , κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ.
β' ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται αν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.
Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 1943/2009, ΑΠ 1313/2007, ΑΠ 339/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με τις ανακοπές του, ζήτησε την ακύρωση των ενδίκων διαταγών πληρωμής, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, ότι η καθ'ης οι ανακοπές κατά το χρόνο κτήσεως των επιδίκων επιταγών (3-10-2008) γνώριζε ότι εκδόθηκαν για μη εκτελεσθείσα σύμβαση πωλήσεως, αφού ο ίδιος (αναιρεσείων) ήδη από την 30-9-2008 δήλωσε στους πωλητές Κ.Κ.
και Β.Κ., ότι δεν επιθυμεί πλέον τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου και συνεπώς την ανυπαρξία οφειλής του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος από την υποκειμένη σύμβαση πωλήσεως και ότι αυτή ενήργησε προς βλάβη αυτού αναιρεσείοντος. 'Όμως αυτός ούτε με την ανακοπή του, ούτε με πρόσθετο λόγο αυτής επικαλέστηκε αποσβεστικούς λόγους, που να στοιχειοθετούν ανυπαρξία της οφειλής του.
Για πρώτη δε φορά, με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, προέβαλε ένσταση συμψηφισμού της απαιτήσεως της καθ'ης η ανακοπή από τις επίδικες επιταγές με ανταπαίτησή του ύψους 84.000 ευρώ, η οποία εκχωρήθηκε στον ίδιο από τους ανωτέρω Κ.Κ. και Β.Κ., δυνάμει του από 1-7-2011 εγγράφου συμφωνητικού εκχωρήσεως και της από 4-7-2011 αναγγελίας, που επιδόθηκε στην καθής την 5-7-2011 (σε χρόνους μεταγενεστέρους εκείνων των διαταγών πληρωμής), η οποία αντιστοιχεί σε απαίτηση σε βάρος της αναιρεσιβλήτου από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως οικοδομικών υλικών από την τελευταία προς τους ανωτέρω (Κ.Κ.
και Β.Κ.), για την καταβολή του τιμήματος των οποίων αυτοί εξέδωσαν έντεκα τραπεζικές επιταγές συνολικού ύψους 147.000 ευρώ, πλην όμως, πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς οικοδομικά υλικά συνολικής αξίας 63.000 ευρώ και ως εκ τούτου διατηρούν απαίτηση σε βάρος της καθ'ης η ανακοπή ύψους 84.000 ευρώ. Όμως, εφόσον δεν ασκήθηκε σχετικός λόγος ανακοπής, σαφής και ορισμένος, κατά τα ανωτέρω, ο περιεχόμενος σε λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ως άνω ισχυρισμός του ήταν απαράδεκτος.
Το Εφετείο, όσον αφορά την ένσταση συμψηφισμού, ορθώς απεφάνθη κατ' αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ήταν επιτρεπτή η πρόταση από τον αναιρεσείοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζομένου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, δηλαδή με λόγο ανακοπή ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, και δη με το δικόγραφο της εφέσεως, κατά της αποφάσεως που απέρριψε τις ανακοπές.
Συνεπώς, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, δηλαδή, ο προτεινόμενος το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως μη αποδεικνυόμενος με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία και, επικουρικώς, λόγω αοριστίας, εξαιτίας μη αναφοράς στο σχετικό λόγο εφέσεως, αναλυτικά, κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος των αγορασθέντων από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος εμπορευμάτων από την αναιρεσίβλητη, για το τίμημα των οποίων εκδόθηκαν από τους πρώτους (αγοραστές) οι επίμαχες έντεκα τραπεζικές επιταγές, του χρόνου αγοράς αυτών (εμπορευμάτων), συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων στις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως οικοδομικών υλικών ότι με την έκδοση και την παράδοση των εν λόγω επιταγών λαμβάνει χώρα απόσβεση της παλαιάς υποχρεώσεως των οφειλετών αγοραστών και της αντιστοίχου απαιτήσεως της δανείστριας πωλήτριας, ώστε να επέλθει απόσβεση της απαιτήσεως της τελευταίας δια της παραδόσεως των επιταγών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του), με τον οποίο προβάλλεται, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (αντί του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου), παράβαση από το Εφετείο του άρθρου 442 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η ένσταση συμψηφισμού ήταν απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού δεν είχε προβληθεί με λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο (ανακοπής), αλλά με λόγο εφέσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτου.
Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νομίμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της εν γνώσει της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβιβάσεως σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερομένων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογραφήσεως σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.
Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ενστάσεώς του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσεως αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 788/2019, ΑΠ 958/2019, ΑΠ 334/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.
Αντιθέτως, όταν τα διδάγματα αυτά άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ' αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 42/2014, 444/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε "ζήτημα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπον πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως "ζητήματα" δε νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κ.λ.π., ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1627/2012).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: " Κατόπιν ... αίτησης της καθ' ης ανακοπή (ήδη αναιρεσιβλήτου) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 139/2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) και ο μη διάδικος Κ.
Κ., διατάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 20.000,00 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και δικαστικών εξόδων. Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει μιας μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, υπ' αριθ. ... με πληρώτρια την Τράπεζα ..., ποσού 20.000,00 ευρώ, η οποία εκδόθηκε στη ….από τον ανακόπτοντα σε διαταγή του Κ.
Κ., με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 28.02.2009 και μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση από τον εις διαταγήν λήπτη στην καθ' ης η ανακοπή, η οποία με τη σειρά της την μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην ... την 03.10.2008, η οποία και την εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή την 06.03.2009, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης επαρκών διαθεσίμων υπολοίπων στον λογαριασμό του εκδότη, ενώ το γεγονός της μη πληρωμής βεβαιώθηκε νομίμως με τη σχετική από 06.03.2009 σημείωση της πληρώτριας Τράπεζας επί του σώματος της επιταγής.
Ακολούθως η καθ' ης η ανακοπή κατέβαλε το ποσό της επιταγής στην ... και ανέλαβε το σώμα αυτής. Η υπ' αριθμ. 139/2009 διαταγή πληρωμής με την από 01.04.2009 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, επιδόθηκε για πρώτη φορά στον ανακόπτοντα την 02.04.2009 ...
στη συνέχεια δε δυνάμει της υπ' αριθ. ....04.2009 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ...η καθ' ης η ανακοπή προέβη στην κατάσχεση του ακινήτου (καταστήματος) του ανακόπτοντος που λεπτομερώς περιγράφεται στην έκθεση αυτή και βρίσκεται στη Χαλκίδα... αξίας 330.000,00 ευρώ και με τιμή πρώτης προσφοράς 220.000,00 ευρώ, συνταχθείσας και της υπ'αριθ. ....04.2009 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου για διενέργεια πλειστηριασμού.
Εξάλλου, κατόπιν ... αίτησης της καθ' ης ανακοπή εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 228/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων και ο μη διάδικος Κ. Κ., διατάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 15.000,00 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και δικαστικών εξόδων.
Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει μίας μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, υπ' αριθ. ... με πληρώτρια την Τράπεζα ..., ποσού 15.000,00 ευρώ, η οποία εκδόθηκε στη Χαλκίδα από τον ανακόπτοντα σε διαταγή του Κ. Κ., με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 15.03.2009 και μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση από τον εις διαταγήν λήπτη στην καθ' ης η ανακοπή, η οποία με τη σειρά της την μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην ...
την 03.10.2008, η οποία και την εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή την 16.03.2009, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης επαρκών διαθεσίμων υπολοίπων στον λογαριασμό του εκδότη, ενώ το γεγονός της μη πληρωμής βεβαιώθηκε νομίμως με τη σχετική από 18.03.2009 σημείωση της πληρώτριας Τράπεζας επί του σώματος της επιταγής.
Ακολούθως η καθ' ης η ανακοπή κατέβαλε το ποσό της επιταγής στην ... και ανέλαβε το σώμα αυτής. Η υπ' αριθμ. 228/2009 διαταγή πληρωμής με την από 30.04.2009 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, επιδόθηκε για πρώτη φορά στον ανακόπτοντα την 06.05.2009 ...Ο ανακόπτων άσκησε τις ένδικες ανακοπές εμπροθέσμως, ήτοι την 15η εργάσιμη ημέρα από την επομένη της επίδοσης την 02.04.2009 και την 06.05.2009 αντίστοιχα, των υπ' αριθ. 139/2009 και 228/2009 διαταγών πληρωμής, αφού η από 24.04.2009 (κατατέθηκε) στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 27.04.2009...
και επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της καθ' ης η ανακοπή που υπέγραψε αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής αυθημερόν...ενώ η από 18.05.2009 ανακοπή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 19.05.2009 ... και επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της καθ' ης η ανακοπή που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής την 21.05.2009 ...
αποδείχθηκε ότι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, ο Κ. Κ. και ο Β. Κ., οι οποίοι ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου... και είχαν αναλάβει την ανέγερση σε αυτό κατοικιών, με σκοπό τη μεταβίβασή τους σε τρίτους αγοραστές, συμφώνησαν με τον ανακόπτοντα να του μεταβιβάσουν λόγω πώλησης μία εκ των ανωτέρω κατοικιών.
Για το λόγο αυτό καταρτίσθηκε μεταξύ τους το προσκομιζόμενο από 26.09.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο Κ. Κ. και ο Β. Κ. ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν λόγω πώλησης στον αντισυμβαλλόμενο τους - ανακόπτοντα μία διώροφη μονοκατοικία με υπόγειο της ως άνω οικοδομής...αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 230.000,00 ευρώ, ορίσθηκε δε το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας να καταρτισθεί μέχρι την 31.10.2009.
Ως προκαταβολή έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, ο ανακόπτων εξέδωσε έξι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές σε διαταγή του Κ. Κ., συνολικού ποσού 100.000,00 ευρώ, με πληρώτρια την Τράπεζα ..., μεταξύ των οποίων και οι επίδικες υπ' αριθ. ... και ... επιταγές. Σημειωτέον ότι το από 26.09.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, ως προσύμφωνο πώλησης ακινήτου που δεν υποβλήθηκε στον απαιτούμενο για την κύρια σύμβαση τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, είναι μεν άκυρο και δεν δημιουργεί υποχρέωση για κατάρτιση οριστικής σύμβασης, πλην όμως μπορεί να δημιουργήσει ευθύνη των συμβαλλομένων από τις διαπραγματεύσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 197 του ΑΚ, και επιπλέον δεν επηρεάζει το κύρος της οριστικής σύμβασης, εφόσον αυτή υποβληθεί στον απαιτούμενο τύπο...
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ουδέποτε καταρτίστηκε το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου από υπαιτιότητα του ανακόπτοντος, αγοραστή και εκδότη των επίδικων επιταγών, ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ήδη από το μήνα Ιούλιο του έτους 2008, λόγω κλοπής εμπορευμάτων από την επιχείρηση ...
που ο ίδιος διατηρούσε στην Χαλκίδα. Αποδείχθηκε επιπλέον ότι ο εις διαταγήν λήπτης των επιταγών Κ. Κ. και ο συνέταιρος του Β. Κ., είχαν συναλλαγές με την καθ' ης η ανακοπή ήδη από τις αρχές του έτους 2008...η καθ' ης η ανακοπή που διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών στη... τους πωλούσε διάφορα οικοδομικά υλικά που αυτοί χρησιμοποιούσαν για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής...
οι δε αγοραστές μεταβίβαζαν σε αυτήν με οπισθογράφηση διάφορες τραπεζικές επιταγές πελατών τους, όπως οι ίδιοι δήλωναν. Στα πλαίσια αυτών των συναλλαγών μεταβίβασε ο Κ. Κ. στην καθ' ης η ανακοπή τις επίδικες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές την 03.10.2008, σε μερική εξόφληση των οφειλόμενων τιμημάτων από τις συναφθείσες μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης οικοδομικών υλικών...
την 03.10.2008 ο Κ. Κ. προσήλθε στην επιχείρηση της καθ' ης η ανακοπή, και αφού ενημέρωσε το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Ε. Σ. ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί σε διαταγή του ιδίου ως πωλητή από τον αγοραστή ενός ακινήτου της ως άνω τιμήματος πώλησης του ακινήτου, και αφού του επέδειξε φωτοαντίγραφο του... από 26.09.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, στη συνέχεια τον διαβεβαίωσε ότι ο εκδότης των επιταγών είναι φερέγγυο πρόσωπο...ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ' ης η ανακοπή επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την πληρώτρια Τράπεζα ...
που ομοίως τον διαβεβαίωσε ότι ο ανακόπτων - εκδότης των επιταγών είναι αξιόχρεος, και κατόπιν τούτων, δέχθηκε να του μεταβιβασθούν οι επιταγές με οπισθογράφηση και να αναλάβει τα σώματα αυτών...από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο των ανακοπών του, ο οποίος είναι παραδεκτός και νόμιμος, στηριζόμενος στην προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 596011933 "περί επιταγής", ότι δηλαδή η καθ' ης η ανακοπή, κατά τον χρόνο κτήσης των επίδικων επιταγών την 03.10.2008, γνώριζε την έκδοσή τους για μη εκτελεσθείσα σύμβαση πώλησης, αφού ο ανακόπτων - αγοραστής ήδη από την 30.09.2008 δήλωσε στους πωλητές Κ.
Κ. και Β. Κ. ότι δεν επιθυμεί πλέον τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου ... και συνεπώς την ανυπαρξία οφειλής του ανακόπτοντος - αγοραστή από την υποκείμενη σύμβαση πώλησης και ότι ενήργησε αυτή προς βλάβη του ανακόπτοντος, με σκοπό να του προκαλέσει ζημία με τη ματαίωση προβολής της προσωπικής ένστασης αχρεωστήτου και να επιτύχει έτσι την πληρωμή των επιταγών.
Αντιθέτως προέκυψε ότι η καθ' ης η ανακοπή είχε συνεργασία με τους πωλητές ήδη από τις αρχές του έτους 2008, προμηθεύοντας αυτούς με οικοδομικά υλικά δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, κατά δε το χρόνο κτήσης των επίμαχων επιταγών, ήτοι την 03.10.2008, δεν υπήρξε καμία ένδειξη στην καθ' ης η ανακοπή περί μη σύναψης της οριστικής σύμβασης πώλησης του ως άνω ακινήτου μεταξύ του ανακόπτοντος - αγοραστή - εκδότη των επιταγών και του εις διαταγήν λήπτη αυτών - πωλητή Κ.
Κ., δεδομένου ότι το από 26.09.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό - προσύμφωνο πώλησης ακινήτου που επιδείχθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της καθ' ης η ανακοπή είχε καταρτισθεί μόλις επτά ημέρες νωρίτερα, ενώ είχε συμφωνηθεί ημερομηνία σύναψης του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας δεκατρείς μήνες αργότερα, ήτοι την 31.10.2009.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της καλής πίστης της καθ' ης η ανακοπή κατά τον κρίσιμο χρόνο της κτήσης των επιταγών, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής επικοινώνησε τηλεφωνικώς την 03.10.2008 με την πληρώτρια Τράπεζα ... προκειμένου να λάβει πληροφορίες σχετικά με την φερεγγυότητα του ανακόπτοντος - εκδότη των επιταγών.
Ενισχύεται επίσης από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρος της καθ' ης η ανακοπή ... που εργάζεται στην επιχείρησή της και ήταν παρών κατά τη συνάντηση του Κ. Κ. με το νόμιμο εκπρόσωπο της καθ' ης η ανακοπή, κατά την οποία επιδείχθηκε σε αυτόν το από 26.09.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό και ακολούθως οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν τα σώματα των επίδικων επιταγών, αλλά και από την ...
ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας του μάρτυρος της καθ' ης η ανακοπή ... ο οποίος επίσης βρισκόταν στην επιχείρησή της την 03.10.2008 και ήταν παρών κατά την εν λόγω συνάντηση. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν δύναται να αναιρεθεί από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρος του ανακόπτοντος ...
ο οποίος δεν είχε ιδία αντίληψη των γεγονότων, αφού, όπως ο ίδιος καταθέτει, δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση της 03.10.2008 που έλαβε χώρα στην επιχείρηση της καθ' ης η ανακοπή, αλλά απλώς μετέφερε τα όσα του είχε πει ο ίδιος ο ανακόπτων, με τον οποίο διατηρεί φιλικές σχέσεις. Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι κατά τον χρόνο κτήσης των επίμαχων επιταγών, ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ' ης η ανακοπή δεν γνώριζε την ανυπαρξία οφειλής του ανακόπτοντος - εκδότη των επιταγών από την υποκείμενη σύμβαση πώλησης, αφού δεν του γνωστοποιήθηκε προηγουμένως κάτι σχετικό.
Άλλωστε, η μοναδική πηγή, από την οποία θα μπορούσε να πληροφορηθεί την ανυπαρξία οφειλής του εκδότη των επιταγών, θα ήταν ο ίδιος ο εις διαταγή ν λήπτης των επιταγών Κ. Κ., ο οποίος, βεβαίως, δεν είχε κανέναν λόγο να ενημερώσει σχετικώς το νόμιμο εκπρόσωπο της καθ' ης η ανακοπή, διότι σε αυτή την περίπτωση, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής και την επικρατούσα στην αγορά συναλλακτική πρακτική, η καθ' ης η ανακοπή δεν θα δεχόταν να της οπισθογραφηθούν οι επίμαχες επιταγές, ο δε εις διαταγήν λήπτης των επιταγών δεν θα επετύχαινε την επιδιωκόμενη μερική εξόφληση των οφειλόμενων προς την καθ' ης η ανακοπή τιμημάτων δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης οικοδομικών υλικών, μέσω της οπισθογράφησης των πιστωτικών τίτλων...
τυχόν μεταγενέστερη από τον χρόνο κτήσης των επιταγών γνώση της καθ' ης η ανακοπή περί της ύπαρξης των προσωπικών ενστάσεων του ανακόπτοντος - εκδότη των επιταγών από την προαναφερόμενη υποκείμενη σχέση που συνέδεε αυτόν και τον εις διαταγήν λήπτη των επιταγών, καθώς και συνειδητοποίηση της βλάβης του οφειλέτη, σε καμία περίπτωση δεν καθιστούν κακόπιστη την καθ' ης η ανακοπή, ώστε να είναι δυνατή η προβολή εναντίον της από τον ανακόπτοντα των προσωπικών του ενστάσεων.
Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη κατά τον χρόνο κτήσης των επίμαχων επιταγών γνώριζε την ύπαρξη των προσωπικών ενστάσεων του ανακόπτοντος - εκδότη των επιταγών από την υποκείμενη σχέση που συνέδεε αυτόν και τον εις διαταγήν λήπτη, ούτε ότι αυτή ενήργησε με κακή πίστη, αποκτώντας τις εν λόγω επιταγές, προκειμένου ο ανακόπτων να μην μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις του από την υποκείμενη σχέση, ο πρώτος λόγος των ανακοπών είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία κα: την εφαρμογή της προπαρατεθείσας διατάξεως και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε πρώτος και τρίτος λόγος της έφεσης, με τους οποίους ο ανακόπτων ήδη εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ανακόπτοντος ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία, είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ανακοπές αυτού κατά των εκδοθεισών σε βάρος του, μετά από αιτήσεις της αναιρεσιβλήτου, διαταγές πληρωμής.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη διάταξη του άρθρου 22 του ν.5960/1933, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, με την υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδεδειγμένων, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα δε το Εφετείο παραθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στην απόφασή του, τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταφάσκουν ουσιαστική αβασιμότητα της εκ της ως άνω διατάξεως ενστάσεως του αναιρεσείοντος, αφού αναιρούν τα αναγκαία για τη θεμελίωση αυτής στοιχεία, και δη ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τον χρόνο κτήσεως των επίμαχων τραπεζικών επιταγών, τελούσε εν γνώσει της ανυπαρξίας οφειλής του αναιρεσείοντος από την υποκειμένη σύμβαση αγοραπωλησίας και ότι με την αποδοχή της προς αυτήν μεταβιβάσεως διά της οπισθογραφήσεως των εν λόγω επιταγών ενήργησε με πρόθεση βλάβης του αναιρεσείοντος, συνισταμένης στη ματαίωση της προβολής απ' αυτόν της σχετικής ενστάσεως.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος (κατά το δεύτερο μέρος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19, πλημμέλεια ότι δηλαδή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα αναγκαία για την θεμελίωση της ρηθείσας ενστάσεως στοιχεία, της γνώσεως και κακοπιστίας της αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμοι.
Κατά το μέρος δε που πλήττεται μ' αυτούς η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος) αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί από ποια αποδεικτικά μέσα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στις 3-10-2008, κρίσιμο χρόνο κτήσης των επιταγών από το νόμιμο εκπρόσωπο της καθ'ης η ανακοπή ήταν παρών ο μάρτυς της τελευταίας Μ. Β. και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ' ης η ανακοπή πιστοποίησε μέσω της πληρώτριας τράπεζας ... ότι ο ανακόπτων - εκδότης των επιταγών είναι φερέγγυος, οπότε δέχθηκε τη μεταβίβαση των επιταγών δι' οπισθογραφήσεως και παραλαβή των σωμάτων αυτών. Όμως οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην αιτιολόγηση του εξαγομένου αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται με πληρότητα και με σαφήνεια όπως το τελευταίο τούτο σαφώς συνάγεται από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου. Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2018 αίτηση του Φ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ