Legislator Case Law & Legislation
925/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of substantive law violation and failure to cite specific articles.

Case Number 925/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding a property dispute. The appellant argued for the acceptance of a joint appeal and the invalidation of a prior decision, but the court found no substantive legal error in the lower court's evaluation of evidence. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court applied different legal rules than those alleged, or if the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law by the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation property dispute legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1668/2008
Case 2066/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 925 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 925/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. χήρας Γ. Τ. το γένος Α. Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κυριακή Ιωαννίδου που ανακάλεσε την από 31-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Ο. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Λασκαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 185/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1). Με την από 29-7-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 185/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (τακτικής διαδικασίας), με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσία η έφεση των εναγουσών: 1) Θ. Τ. (αναιρεσείουσας) και 2) της (απλής ομοδίκου της) Σ. Γ. (που δεν είναι τώρα διάδικος), έγινε δεκτή έφεση του εναγομένου - αναιρεσίβλητου Ο.

Σ. κατά της εκκαλουμένης 29/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή των εναγουσών).και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή των εναγουσών με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους αποδώσει το ένδικο ακίνητο το οποίο ανήκει στην συγκυριότητα των εναγουσών κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου στην καθεμία ενάγουσα.

Αίτημα της αναίρεσης είναι μεταξύ άλλων και η αποδοχή της έφεσης (κοινής) των εναγουσών και για τη δεύτερη ενάγουσα -εκκαλούσα (απλή ομόδικό της) Σ. Γ. (που δεν είναι τώρα διάδικος) η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης (29/2013) με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή και για την δεύτερη ενάγουσα. Όσον αφορά την αναιρεσείουσα, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 1/2015 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). Κατά το σκέλος της όμως που ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει καθολοκληρία δεκτή η ένδικη αγωγή και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος και στη δικαστική δαπάνη και για την ως άνω δεύτερη ενάγουσα - εφεσίβλητη συγκυρία του επιδίκου ακινήτου και απλή ομόδικο της αναιρεσείουσας η αναίρεση είναι απαράδεκτη γιατί η δεύτερη ενάγουσα δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες, ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η ως άνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση, είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς, το διατακτικό της, οπότε δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).

Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).

Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από την πιο πάνω διάταξη, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995 βλ. και Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ. 1492/2011 ) 3.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ, 1192, 1194, ΑΚ, αποτελεί και η πώληση, εφόσον ο κύριος του ακινήτου, μεταβίβασε την κυριότητά του με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του.

4.Κατά το άρθρο 1045ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για είκοσι (20) έτη πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και κατά το άρθρο 1051 ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. `Ασκηση νομής προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάσει.

5.Σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔικ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ` άρθρο 386 ΚΠολΔικ, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του γι` αυτή του την εκτίμηση. ΑΠ 1526/2008. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για είκοσι (20) έτη πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και κατά το άρθρο 1051 ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. `Ασκηση νομής προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάσει.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 554 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 136/2015.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τις διατάξεις των άρθρων 1045 ΑΚ και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος έχει στη νομή του επί μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος του πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, δυνάμενος να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) που ασκείται διανοία κυρίου και αποκτάται, όταν το πράγμα βρίσκεται στη νομή άλλου και με παράδοση στον αποκτώντα που γίνεται με τη βούληση του μέχρι τότε νομέα (άρθρα 974 και 976 εδ.α' του ΑΚ). Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση και η ανοικοδόμηση. Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους σε διάφορες υπηρεσίες (πολεοδομία, δασική υπηρεσία) δεν αποτελεί πράξη νομής, ως περιοριζόμενη σε εντολή προς τον συντάκτη για επίσκεψη και περιγραφή του ακινήτου, αν όμως η πράξη αυτή συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, τότε προσμετράται στις πράξεις νομής (ΑΠ 26/2015, ΑΠ 27/2015 ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία αποτελεί ένσταση με αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση τα οποία απέκτησε την κυριότητα, είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σε αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή (ΑΠ 1701/2009 δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος).

Από την εκτίμηση των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ'αριθμό 26/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίαση και στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, όλων των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτός από τις με αριθμούς πρωτοκόλλου 41/1972 και 1738/1982 βεβαιώσεις του Προέδρου της πρώην;

Κοινότητας ….., οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι οι δήμαρχοι ή οι πρόεδροι Κοινοτήτων δεν έχουν αρμοδιότητα να βεβαιώνουν για εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων (Εφ Δωδ. 141/2009 δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος), την υπ'αριθμό …./2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Λ. Δ. με το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την προαναφερόμενη 26/2009 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 5-10-2010 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α.

Π., την από 4-2-2008 τεχνική έκθεση του γεωπόνου Χ. Κ., την τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ., την υπ'αριθμό 1/2008 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πολυγύρου νομότυπα και εμπρόθεσμα, τις ….1/1998, ….8/1998, …..0/1998, …9/1998 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον των συμβολαιογράφων Ι.

Μ.- Χ., Ε. Γ., Σ. Κ.-Α. και Π. Π. αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν με αφορμή άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 725/2006, ΕλλΔ/νη 47/1012), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η άμεση δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας και απώτερη της δεύτερης Μ. σύζυγος Ν.

Μ. απέκτησε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 του Ν. 1329/1983, την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου έκτασης ενός (1) στρέμματος που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού ... της κτηματικής περιοχής κοινότητας ..., το οποίο με το υπ'αριθμό …2/1972 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Π. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. (τόμος …,αριθ…..), ο πατέρας της Κ.

Κ. είχε μεταβιβάσει κατά το δικαίωμα ψιλής κυριότητας στην ίδια και κατά το δικαίωμα επικαρπίας στο σύζυγο της Ν. Μ.. Η Μ. Μ. με το υπ'αριθμό ….4/10-8-1985 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Σ. Κ.-Α., που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος 149,αριθ.11) μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, το οποίο αναφέρεται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ότι μετά από νέα καταμέτρηση έχει εμβαδό 2075 τμ.

Κατά τα σύνταξη του υπ'αριθμό ….2/1972 προικοσυμφώνου δεν επισυνάφθηκε τοπογραφικό διάγραμμα, ούτε αναφέρονται τα μήκη των πλευρών του μεταβιβασθέντος ακινήτου, το δε τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Α. που είναι συνημμένο στο υπ'αριθμό ….4/1985 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της πρώτης ενάγουσας συντάχθηκε καθ'υπόδειξη των ορίων από την πωλήτρια, το σύζυγο της Ν.

Μ. και τον αδελφό της Β. Κ. (βλ. υπ'αριθμό 1/2008 ένορκη βεβαίωση). Στη συνέχεια η πρώτη ενάγουσα με το υπ'αριθμό ...9/1991 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Α. Κ.-Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος ….1, αριθμός ….), μεταβίβασε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου που αγόρασε στη δεύτερη ενάγουσα. Το ακίνητο όμως που περιγράφεται στο υπ'αριθμό ….2/1972 προικοσύμφωνο δεν ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο που περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας (και στη συνέχεια της δεύτερης), δηλαδή στο;

υπ'αριθμό …..4/1985 συμβόλαιο, το οποίο έχει υπερδιπλάσιο εμβαδό 2075 τμ, ούτε υφίσταται ταύτιση των ομόρων γειτόνων. Ειδικότερα στο προικοσύμφωνο αναφέρεται ότι το μεταβιβασθέν ακίνητο συνορεύει βόρεια με δημόσιο δάσος, νότια με αγρό Β. Κ., ανατολικά με αγρό κληρονόμων Γ. Κ. (δικαιοπαρόχων του εναγομένου) και δυτικά με ελαιώνα Α.

Α.. Στο υπ'αριθμό ….4/1985 συμβόλαιο αγοραπωλησίας αναφέρεται ότι το ακίνητο συνορεύει βόρεια με δημόσια δασική έκταση, νότια με ακίνητο Α. Π., ανατολικά με ιδιοκτησία του προικοδότη Κ. Κ. και δυτικά με ακίνητο του εναγομένου. Αναφορικά με το ανατολικό όριο του επιδίκου αποδείχθηκε ότι ο πατέρας της προικολήπτριας Κ.

Κ. δεν είχε στην ιδιοκτησία του άλλο ακίνητο και μάλιστα συνεχόμενο με αυτό που, μεταβίβασε λόγω προικός στην θυγατέρα του. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι ο Κ. Κ. απέκτησε δύο ακίνητα στην περιοχή, συνολικής έκτασης 4085 τμ, με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του Ν. Κ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1926 και κατέλιπε την υπ'αριθμό …3/1926 δημόσια διαθήκη και ότι το ένα από αυτά έκτασης 2075 τμ μεταβίβασε το έτος 1972 λόγω προικός στη θυγατέρα του και το συνεχόμενο με αυτό έκτασης 2010 μεταβίβασε λόγω πώλησης στον αδελφό της πρώτης ενάγουσας Γ.

Ν. με το υπ'αριθμό …5/10-8-1985 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ.Κ., το οποίο συντάχθηκε την ίδια ημέρα με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο …4/1985 συμβόλαιο. Όμως στη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ'αριθμό …..3/1926 δημόσια διαθήκη του Ν. Κ., πάππου της Μ. Μ. δεν αναφέρεται ότι ο διαθέτης είχε στη νομή και κατοχή του ακίνητα κείμενα στην περιοχή "..." στον ...

…, στα οποία εγκατέστησε κληρονόμο τον πατέρα και προικοδότη αυτής Κ. Κ.. Για την παράλειψη αυτή, η οποία αφορά και το ακίνητο του ενός (1) στρέμματος που μεταβιβάσθηκε στη δικαιοπάροχο των εναγουσών γίνεται σχετική αναφορά στο ως άνω προικοσύμφωνο, όπου αναγράφεται ότι η παράλειψη οφείλεται σε παραδρομή που έλαβε χώρα κατά τη σύνταξη της διαθήκης.

Ο διορισθείς πραγματογνώμονας Λ. Δ., ο οποίος συνέταξε την υπ'αριθμό …./2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ο τοπογράφος μηχανικός Α. Π., ο οποίος στα πλαίσια της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης με εντολή των εναγουσών συνέταξε την από 5-10-2010 τεχνική έκθεση, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας τους.

Για τη σύνταξη των πορισμάτων τους έλαβαν υπόψη μεταξύ άλλων και την από 4-2-2008 τεχνική έκθεση του γεωπόνου Χ. Κ., η οποία συντάχθηκε κατόπιν εξέτασης αεροφωτογραφιών των ετών 1979 και 1992. Σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν υπάρχει φυσικό ή τεχνητό όριο μεταξύ των ομόρων ακινήτων των διαδίκων, υφίσταται όμως σαφής διαφοροποίηση της εμφάνισής τους, δηλαδή το επίδικο εμφανίζει διαφοροποιημένη επιφάνεια ως προς τη βλάστησή του σε σχέση με το όμορο ακίνητο του εναγομένου και στα σημεία που αλλάζει η καλλιέργεια θεωρείται ότι υπάρχει το μεταξύ τους όριο.

Το προσδιοριζόμενο με βάση τη διαφοροποίηση αυτή κοινό όριο ταυτίζεται κατά την άποψη του πραγματογνώμονα με το κοινό όριο ΓΔ (πλευρά 39,20 μέτρα) που αναφέρεται στα νομίμως προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τα υπ'αριθμ. ….4/1985 και ...9/1991 συμβόλαια αγοραπωλησίας των εναγουσών. Από τις προαναφερόμενες εκθέσεις οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις (άρθρα 387, 390 Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 1020/2014 ΤΝΠ Νόμος) δεν αιτιολογείται η μεγάλη απόκλιση που υπάρχει στο εμβαδό του επιδίκου ακινήτου (2075 τμ) και περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγουσών με αυτό που περιγράφεται στο τίτλο ιδιοκτησίας (προικοσύμφωνο) της δικαιοπαρόχου των και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί τέτοια διαφορά πλέον του ενός (1) στρέμματος από τη γενικόλογη αναφορά στην από 5-10-2010 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου Α.Θ.Π., ο οποίος αναφέρει ότι πολλά από τα εμβαδά των ιδιόκτητων αγροτεμαχίων συνήθως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και οι διαφορές μεταξύ των συμβολαίων και της υφιστάμενης κατάστασης είναι μεγάλες και τούτο συμβαίνει γιατί συντάσσονταν συμβολαιογραφικές πράξεις κατά κανόνα χωρίς τη συνοδεία τοπογραφικών διαγραμμάτων.

Από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται κατά την έκταση και όρια με το ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της άμεσης και απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγουσών προικολήπτριας Μ. Μ., η οποία με το προικοσύμφωνο απέκτησε την κυριότητα ενός στρέμματος στην περιοχή με διαφορετικά όρια, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Συνεπώς η Μ. Μ. δεν απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου και δεν ήταν η αληθής κυρία αυτού, με έννομη συνέπεια οι ενάγουσες να μην αποκτήσουν την κυριότητα με παράγωγο τρόπο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το με αριθμό πρωτοκόλλου …..3/13.7.1998 έγγραφο του Δασαρχείου ….

δυνάμει του οποίου ανακλήθηκε το προγενέστερο υπ'αριθμ. ….1/23/19.2.1996 έγγραφο του σχετικά με βεβαίωση που χορηγήθηκε στη δεύτερη ενάγουσα Σ. Γ., κατόπιν της από 8-1-1996 αίτησης που η τελευταία υπέβαλε ως συνιδιοκτήτρια του επιδίκου και στην οποία είχε επισυναφθεί τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ. Μ. . Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε αρχικά το υπ'αριθμό ….1/23/1996 έγγραφο με το οποίο ο αρμόδιος Δασάρχης απάντησε ότι η απεικονιζόμενη έκταση, εμβαδού 2062 τμ, που βρίσκεται στον οικισμό ...

δεν εμπίπτει στα πλαίσια των διατάξεων του Ν.998/79 περί προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων. To έγγραφο αυτό ανακλήθηκε από την ίδια υπηρεσία, διότι μετά από επανεξέταση του θέματος διαπιστώθηκε ότι το ως άνω τοπογραφικό' διάγραμμα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική θέση της ιδιοκτησίας της αιτούσας -δεύτερης ενάγουσας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τη εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής των εναγουσών αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσής τους με την οποία οι εκκαλούσες υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το υπ'αριθμό ...2/29-1-1980 προσύμφωνο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Π. Μ. - Χ. οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Κ., δηλαδή η Μ. χήρα Γ. Κ., ο Α. Κ., η Β. σύζυγος Χ. Χ., η Ε. σύζυγος Ν. Τ., η Σ. συζ. Κ. Ι. και ο Ι. Κ. προσυμφώνησαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο Ο. Σ.

κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα, νομής και κατοχής ένα οικόπεδο συνολικής έκτασης 4500 τμ, μετά της επ' αυτού ετοιμορρόπου οικίας, κειμένου εντός του παλαιού χωρίου …. της Κοινότητας ..., συνορευομένου βόρεια με ιδιοκτησία Ι. Χ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Μ. (συζύγου της δικαιοπαρόχου των εναγουσών), νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Α.

Α., ανατολικά με δασική έκταση και δυτικά με κοινοτική οδό. Με την κατάρτιση του προσυμφώνου και σ'εκτέλεση σχετικού όρου αυτού, οι πωλητές παρέδωσαν στον εναγόμενο -αγοραστή τη νομή του ακινήτου, ο οποίος έδωσε εντολή στον τοπογράφο μηχανικό Σ.Λ. να προβεί σε καταμέτρηση αυτού, υποδεικνύοντας τα όριά του και βρέθηκε αυτό να έχει έκταση 5209 τμ (βλ.

νομίμως προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με ημερομηνία Ιανουάριος 1980). Από την παράδοση της νομής (29-1-1980) ο εναγόμενος ασκούσε συνεχώς διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου σύμφωνα με τον προορισμό του χωρίς να ενοχληθεί από κανένα. Ειδικότερα επισκεπτόταν και επέβλεπε αυτό για τυχόν καταπατήσεις τρίτων.

Με εντολή του συντάχθηκε το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα τον Ιανουάριο του έτους 1980 και αργότερα τον Ιούνιο του έτους 1998 συντάχθηκε από τον ίδιο μηχανικό άλλο τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αναφέρεται ότι η έκταση του επιδίκου είναι 4581 τμ. Κατά διαστήματα ανέθετε σε τρίτους να το καθαρίζουν από την άγρια βλάστηση, διότι πρόκειται περί επικλινούς βραχώδους ακινήτου, με κλήση άνω του 40% που δεν επιδέχεται καλλιέργειας.

Τον καθαρισμό του ακινήτου είχε αναθέσει κυρίως στον Α. Μ. και περιστασιακά στον Ι. Κ., ο οποίος ήταν ένας από τους δικαιοπαρόχους του που συμβλήθηκε στο προαναφερόμενο προσύμφωνο. Το έτος 1990 έγινε καθαρισμός του ακινήτου με μηχανικό μέσο (μπουλντόζα) και την αμοιβή του οδηγού του μηχανήματος ο εναγόμενος κατέβαλε στον Α.

Μ., ο οποίος είχε ιδία αντίληψη της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το επίδικο ακίνητο. Το μήνα Ιούνιο του έτους 1998 ο προαναφερόμενος αντιλήφθηκε ότι γίνονται εκσκαφές σε τμήμα του ακινήτου και ειδοποίησε τον εναγόμενο, ο οποίος διαπίστωσε ότι οι ενάγουσες μετά από την έκδοση στο όνομά τους οικοδομικών αδειών με αριθμούς ….7/1998 και ….6/1996 είχαν προβεί στις εργασίες εκσκαφής, τοποθέτησαν περίφραξη μονόπλευρα εντός του ακινήτου, καταλαμβάνοντας έκταση 2340,21 τμ και προέβησαν σε ρίψη μπετόν καθαρισμού σε έκταση εμβαδού 150 τμ.

Ο εναγόμενος χωρίς καθυστέρηση κατέθεσε εναντίον τους αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Συκιάς για την προστασία της νομής του στην καταληφθείσα έκταση των 2340,21 τμ που βρισκόταν στο ανατολικό τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η υπ'αριθμό 101/1998 απόφαση του Ειρηνοδίκη Συκεών, δυνάμει της οποίας έγινε αυτή δεκτή και διατάχθηκε η αποβολή των καθών και ήδη εναγουσών από τη νομή του καταληφθέντος εδαφικού τμήματος.

Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμό 232/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση. Σε εκτέλεση της τελεσίδικης απόφασης ο εναγόμενος-εκκαλών απέβαλε τις αντιδίκους του (ενάγουσες) από τη νομή του επιδίκου στις 28-5-1999 και επανέκτησε αυτήν, όπως αποδεικνύεται από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό …..5/28.5.1999 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή Χ.

Δ.. Προηγουμένως είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και τακτική αγωγή νομής με αριθμό κατάθεσης 176Μ/1998. Οι ενάγουσες άσκησαν τη με αριθμό κατάθεσης 589Μ/2000 αντίθετη αγωγή νομής ισχυριζόμενες ότι είναι συννομείς του επιδίκου ακινήτου, έκταση 2075 τμ και ότι αποβλήθηκαν παρανόμως από αυτό.

Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν στις 13-2-2002 εκδόθηκε η υπ'αριθμό 197/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, το οποίο, αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή των εναγουσών, δέχθηκε την συνεκδικαζόμενη αγωγή του τότε ενάγοντα και ήδη εναγομένου, αναγνώρισε αυτόν νομέα του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την αποβολή των εκεί εναγομένων και ήδη εναγουσών.

Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούσες - ενάγουσες, οι οποίες ηττήθηκαν στη δίκη, δεν άσκησαν ένδικα μέσα με έννομη συνέπεια η προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής να καταστεί τελεσίδικη και να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου για το κρίσιμο ζήτημα που κρίθηκε της νομής του επιδίκου ακινήτου, αλλά και αμετάκλητη, όπως προκύπτει από τις .../13-2-2003 και .../13-2-2003 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Α.

Ι. (Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και Α. Κ. (Πρωτοδικείου Γιαννιτσών) αντίστοιχα, σε συνδυασμό με το υπ'αριθμό ….1/11-7-2003 πιστοποιητικό του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών -εφεσίβλητος νεμήθηκε συνεχώς το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου από 29-1-1980, όταν απέκτησε τη νομή από τους συννομείς αυτού εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Γ.

Κ. μέχρι την άσκηση της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής (έτος 2006), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια και ως εκ τούτου απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία συμπληρώθηκε στις 29-1-2000. Την απωλεσθείσα νομή του που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του έτους 1998 ο εναγόμενος ανέκτησε εντός έτους από την αποβολή, αφού όπως παραπάνω αναφέρεται, απέβαλε τις ενάγουσες από το επίδικο στις 28-5-1999, συνταχθείσης της προαναφερόμενης έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως και συνεπώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1048 ΑΚ η διακοπή της έκτακτης χρησικτησίας επί του επιδίκου λογίζεται ότι δεν επήλθε.

Αντίθετα οι ενάγουσες δεν αποδείχθηκε ότι άσκησαν εμφανείς υλικές πράξεις νομής στο επίδικο (η πρώτη από το έτος 1985 και η δεύτερη από το έτος 1991) μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1998, όταν άρχισε η εκτέλεση των ως άνω οικοδομικών εργασιών, αλλά ούτε και η δικαιοπάροχος τους Μ. Μ. άσκησε εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, την οποία πριν από την κατάρτιση του υπ'αριθμό ...2/29-1-1980 προσυμφώνου ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ.

Κ..

Συνεπώς, αφού εξέλιπε το στοιχείο της νομής οι ενάγουσες δεν απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής, αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι κατέστησαν συγκυρίες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συνυπολογίζοντας στο δικό τους χρόνο νομής και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου τους και απέρριψε κατ'ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας που προτάθηκε νομότυπα στον πρώτο βαθμό από τον εναγόμενο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσής του".

6.Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας (και της μη διαδίκου συγκυρίας του ακινήτου) Σ. Γ.. Κρίνοντας το Εφετείο (αφού έλαβε υπόψη του και εκτίμησε ελεύθερα το πόρισμα της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης και με ειδική αιτιολογία του αντέκρουσε ότι δεν αποδείχθηκε πως το επίδικο ταυτίζεται κατά την έκταση και όρια με το ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της άμεσης και απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγουσών (προικολήπτριας Μ.Μ.) και συνεπώς αυτή δεν απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του επιδίκου ,με έννομη συνέπεια οι ενάγουσες να μην αποκτήσουν την κυριότητα του επιδίκου, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1033,1045 ΑΚ και ότι ο εναγόμενος άσκησε τις αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής στο επίδικο για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών και έτσι κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου -αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαίως προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι` αυτά.

Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεώς του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε αγωγή περί αποβολής από τη νομή, αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποβολής όχι δε και το δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση νομή χρησικτησίας, η τυχόν δε εξέταση από το δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος προς υποβοήθηση της κρίσεώς του περί της εριζομένης νομής επί του επιδίκου κατά το χρόνο της αποβολής, δεν προσδίδει στις αιτιολογίες της απόφασης ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 450/1998).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ υφίσταται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από την άσκηση ενδίκου μέσου ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται δηλαδή για απόφαση η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο το οποίο πηγάζει από την υπ` αριθμ. 197/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με την οποία κρίθηκε το δικαίωμα νομής της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου ακινήτου και όχι το δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου αυτού στην οποία αφορά η δίκη επί της ένδικης από 31-1-2006 αγωγής της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί από την απλή επισκόπηση της προαναφερόμενης απόφασης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο μόνο για το κρίσιμο ζήτημα της νομής του επιδίκου κατά το χρόνο της αποβολής του εναγομένου από τη νομή του (28-5-1999) και όχι για την κυριότητα του επιδίκου για την οποία δέχθηκε, στηριζόμενο στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι ανήκει στον εναγόμενο ο οποίος με τις αναφερόμενες στην απόφαση ασκηθείσες πράξεις νομής στο επίδικο επί εικοσαετία από 29-1-1980 έως 29-1-2000, κατέστη κύριος κατ'άρθρο 1045 ΑΚ, και με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε την ένδικη αγωγή. .

8. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος είναι αβάσιμος αν προκύπτει, αδιστάκτως, από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και έγινε επίκλησή τους (ΑΠ 1763/2007). Δεν είναι δε ανάγκη να υπάρχει στην απόφαση ειδική και αναλυτική μνεία και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου και της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου. Στην παρούσα περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, πώς το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από την εκτίμηση και "...όλων των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι .....". Άρα, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, σε συνδυασμό και με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ότι ελήφθησαν υπόψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (κτηματολογικά αποσπάσματα με αριθμ…….6/2005 και …..7/2005).

Συνεπώς, ο τέταρτος με στοιχείο I, από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος 9. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετό για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.(ΑΠ 1668/2008).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αν το δικαστήριο εφάρμοσε άλλους κανόνες δικαίου και όχι εκείνους που επικαλείται στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων ως παραβιασθέντες (ΑΠ 2066/2007).Με τον τέταρτο υπό στοιχ. β λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμ. 1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι ''Παραλλήλως συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως ουσιαστικής διάταξης νόμου και ειδικότερα των άρθρων 7 παρ.1,13 παρ.1 και3 ν.2664/1998).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί το εφετείο δεν στήριξε την κρίση του στις ως άνω φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις ούτε εκθέτει η αναιρεσείουσα - ενάγουσα ότι στήριξε την αγωγή της στις διατάξεις αυτές.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 185/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ