Supreme Court dismisses appeal against final court decision and orders appellant to pay legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Single Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in law by refusing to offset legal costs due to a reasonable doubt regarding the case outcome, but the court found this argument inadmissible under current statutes. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first cassation applicant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 554, 176, 179 of the Code of Civil Procedure: A final judgment becomes appealable only after the period for objection expires or the right to object is waived; legal costs may be offset only between spouses or close relatives, or when the interpretation of the law was particularly difficult, not merely due to reasonable doubt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 925 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 925/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο - Eισηγητή, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Β., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Λ. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σκαρίμπα, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2)Α. Β. του Μ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 317/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6295/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την με αριθ....29-11-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Δ. Μ., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της απόφασης αυτής δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ’ αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον 2ο αναιρεσίβλητο και επομένως εφόσον αυτός και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν παρέστη καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του (άρθ.576§2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 553§1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ’ άρθρο 503 αριθ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθ. 553§1β ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθ. 553§1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75§§1 και 2 και 76§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους, και κατά συνέπεια η αναίρεση που στρέφεται (και) κατά των ερημοδικασθέντων ομοδίκων, ως προς τους οποίους δεν προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ως προς αυτούς), ενώ εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ.68, 74, 75 και 502 ΚΠολΔ το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας και δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 31/2016, 241/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι με την ένδικη από 23-9-2011 (και με αριθ. .../2011) αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "... ΑΕ" και των ήδη αναιρεσιβλήτων Λ. Β. και Α. Β., νομίμων εκπροσώπων και προέδρου και αντιπροέδρου, αντίστοιχα, αυτής, ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων δικηγόρος ζήτησε να υποχρεωθούν όλοι οι (αρχικά) εναγόμενοι να του καταβάλουν, κάθε ένας εις ολόκληρον, το ποσό των 241.741,15€, ως αμοιβή του για τον χειρισμό και την διεξαγωγή, με την ιδιότητα του δικηγόρου, των αναφερομένων εκεί υποθέσεων που του ανέθεσαν από κοινού και ενιαία οι εναγόμενοι, η αγωγή δε αυτή έγινε δεκτή ως προς την ως άνω εταιρεία, απορριφθείσα ως προς τους λοιπούς εναγομένους ως μη νόμιμη με την 317/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ η κατ’ αυτής έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος απορρίφθηκε, κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, με την 6295/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα ερήμην του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.
Κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης ο εκκαλών που ηττήθηκε, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση και ως προς τον ερημοδικασθέντα ως άνω δεύτερο αναιρεσίβλητο, αφού αυτός δικαιούται να την προσβάλει με ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας (ούτε, άλλωστε, και γίνεται σχετική επίκληση) είτε επίδοση προς αυτόν της αναιρεσιβαλλομένης ως άνω απόφασης και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας, είτε παραίτηση αυτού από το σχετικό δικαίωμα.
Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον μέρος ασκείται και κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ.(Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 216/2017). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (ΑΠ 216/2017, 27/2017).
Από τον συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με τις διατάξεις των άρθ.118 αριθ.4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν’ αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθ. 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή στην προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ειδικότερα δε ως προς τον προβλεπομένο από τον αριθ.1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως άνω λόγο αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, πρέπει ν’ αναφέρεται, εκτός των άλλων, στο αναιρετήριο αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε (ΠλΟλΑΠ 1/2016, 20/2005, ΑΠ 43/2017, 179/2016).
Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται, ως γνωστόν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (δηλ.
στα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά) προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν και η διατύπωση συναφούς αποδεικτικού πορίσματος, καθόσον μόνο τότε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τέτοιων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, διαφορετικά, αν δηλ.
το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αόριστη κλπ., ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 27/2017, 874/2015, 53/2015). (Β) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2ΚΠολΔ) προκύπτει ότι (α) με την ένδικη από 23-9-2011 και με αριθ.
κατ..../2011 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "... ΑΕΕ" και των τώρα αναιρεσιβλήτων Λ. Β. και Α. Β. ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι οι εναγόμενοι, από τους οποίους οι 2ος και 3ος (1ος και 2ος αναιρεσίβλητοι) είναι οι μοναδικοί μέτοχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της 1ης εταιρείας, πρόεδρος και αντιπρόεδρος αυτής αντίστοιχα, έχοντας (οι εναγόμενοι) κοινά και αδιαίρετα συμφέροντα, του ανέθεσαν από κοινού και ενιαία και αυτός ως δικηγόρος ανέλαβε την διεξαγωγή των εκεί προσδιοριζομένων υποθέσεών τους, για τις οποίες η αμοιβή του καθορίσθηκε με την από 17-9-2008 προς αυτούς απευθυνομένη και στη αγωγή παρατιθεμένη επιστολή του, που υπέγραψε ο 3ος εναγόμενος (2ος αναιρεσίβλητος) "για την "...
ΑΕ και τους εκπροσώπους της", με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, κάθε ένας εις ολόκληρον, ως αμοιβή του για τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του για την εκτέλεση των εντολών αυτών, το ποσό των 241.741,15€ κλπ. (β) η αγωγή αυτή, γενομένη πρωτοδίκως δεκτή ως προς την 1η εναγομένη (και μη διάδικο πλέον) ως άνω α.ε., απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς εναγομένους (2ο και 3ο) και ήδη αναιρεσιβλήτους ως μη νόμιμη και με την αναιρεσιβαλλομένη 6295/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, γενομένου δεκτού ότι πρόκειται για υποχρέωση της αυτοτελή νομική προσωπικότητα εχούσης ως άνω ανώνυμης εταιρείας και όχι και ατομικά των λοιπών εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Με τον 2ο λόγο αναίρεσης και κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (υπαγωγή των εκτιθεμένων στην αγωγή περιστατικών) των, μη καθοριζομένων, διατάξεων "του ουσιαστικού...δικαίου και του Κώδικα περί Δικηγόρων...απέρριψε την αγωγή..." ως προς τους αναιρεσιβλήτους, αν και, επάγεται στην συνέχεια ο αναιρεσείων, ρητά ανέφερε στην αγωγή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι (2ος και 3ος των αρχικά εναγομένων) ενέχονται και ενάγονται και ατομικά ως φυσικά πρόσωπα με βάση την μεταξύ τους διακριτή σύμβαση εντολής, με την οποία (όλοι) οι εναγόμενοι από κοινού του ανέθεσαν την διεξαγωγή της υπόθεσής τους.
Κατά το σκέλος τούτο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω πλήρους αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται, ούτε προσδιορίζονται με οποιονδήποτε τρόπο οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Συναφώς προς τα παραπάνω, η κατ’ εκτίμηση του αναιρετηρίου περιεχομένη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο "άφησε αδίκαστο το ζήτημα [ενν.
αίτημα] αυτό της από κοινού εντολής και κοινής εις ολόκληρο ατομικής ευθύνης" των αναιρεσιβλήτων 2ου και 3ου των αρχικών εναγόντων, υπέπεσε δηλ. στην πλημμέλεια από τον αριθ.9 του άρθ.559 ΚΠολΔ, πρέπει ν’ απορριφθεί, καθόσον (α) από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.106, 216§1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ενώ δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, τυχόν δε μνεία σ’ αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής κλπ., και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (β) επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους (δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και) δεν παραλείπει να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ.9 (ούτε από τον αρι.8) του άρθ.559 ΚΠολΔ, εφόσον στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά (λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη) και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (πρβλ.
ΑΠ 2219/2014, 1392/2014, 33/2014, 45/2006, 1487/2005), τυχόν δε εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ζήτημα, όμως, διαφορετικό και ανεξάρτητο από (την παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" και) την άφεση αίτησης αδίκαστης.
Τέλος. ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου, καθώς και οι λοιποί λόγοι, καθόσον μέρος τους περιέχουν διάσπαρτες συναφείς αιτιάσεις, για έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών, πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αλλ’ απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.11 περ.γ’ και 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο (α) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (αριθ.11γ), μεταξύ των οποίων και η δικαστική ομολογία, ΑΠ 1407/2014), που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον αυτού που ομολογεί (άρθ.352,353 ΚΠολΔ, με την επισήμανση, ότι, όπως προκύπτει από το άρθ.75§1 ΚΠολΔ, η δικαστική ομολογία του απλού ομοδίκου δεν είναι δεσμευτική για τους άλλους ομοδίκους, μπορεί, όμως, να στηρίξει την συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου σε βάρος τους, ΑΠ 95/2014) (β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτό (αριθ.20).
Οι λόγοι αυτοί ιδρύονται, μόνον όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής κλπ. και όχι αν την απέρριψε ως μη νόμιμη (ΑΠ 149/2016, 53/2015 και 143/2014). Τα αυτά ισχύουν αυτονοήτως και σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ.12 (παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων) και 13 (εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης), αφού και αυτοί αναφέρονται σε πλημμέλειες κατά την αποδεικτική διαδικασία και τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, κατά την έρευνα δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται : (Α) Με τον 1ο λόγο αναίρεσης, (αλλά και τους 2ο και 5ο κατά τα σχετικά μέρη τους) ότι (α) κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο 2ος αναιρεσίβλητος (3ος εναγόμενος) Α. Β. με προφορική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις του συνομολόγησε την αγωγή, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα (β) την δικαστική αυτή ομολογία του Α.
Β., που ταυτίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση με την εκ μέρους του αποδοχή της αγωγής, ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δεχθέν ότι "...Η ανωτέρω δήλωση αποτελεί δικαστική ομολογία και όχι αποδοχή της αγωγής" δεν έλαβε υπόψη την δικαστική αυτή ομολογία του Α. Β., που συνεπάγεται και την ανεπιφύλακτη εκ μέρους του συνομολόγηση του αιτήματός της, ενώ εξάλλου η δικαστική αυτή ομολογία του Α.
Β., υπαρχούσης στην προκειμένη περίπτωση απλής ομοδικίας, θα έπρεπε να εκτιμηθεί ως δικαστικό τεκμήριο ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο (και 2ο εναγόμενο) Λ. Β. και η αγωγή να γίνει δεκτή και ως προς αυτόν. Οι αιτιάσεις αυτές (οπουδήποτε της αναίρεσης διατυπώνονται, συμφυρόμενες με άλλες αναιρετικές πλημμέλειες) είναι απορριπτέες, ανεξάρτητα από τις αντιφάσεις τους (αφού η ίδια δήλωση του 2ου αναιρεσιβλήτου Α.
Β. θεωρείται και χαρακτηρίζεται και ως δικαστική ομολογία, που αποτελεί αποδεικτικό μέσο και αφορά στα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής, και ταυτόχρονα και ως αποδοχή της αγωγής, με την οποία κατ’ άρθ.298 ΚΠολΔ αναγνωρίζεται, ολικά ή εν μέρει το ασκούμενο με αυτήν δικαίωμα, δηλ. οι έννομες συνέπειες, των οποίων ζητείται η διάγνωση, σημειουμένου ότι η μη λήψη υπόψη αυτής-αποδοχής- θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ΑΠ 1059/2001), καθόσον μέρος της αναφέρεται στον 2ο αναιρεσίβλητο (Α.
Β.) και δη ως προς την φερομένη εκ μέρους του (αβασίμως) αποδοχή της αγωγής, ως άνευ αντικειμένου, αφού ως προς αυτόν η αναίρεση κρίθηκε και είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως απαραδέκτως ασκηθείσα, ενώ κατά τα λοιπά ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και δεν την ερεύνησε κατ’ ουσίαν (Β) Με (α) τον (κατ’ ορθή αρίθμηση) 3ο λόγο αναίρεσης, αλλά και τον 2ο (κατά το σχετικό σκέλος του), από τον αριθ.20 του ίδιου άρθρου, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 17-9-2008 επιστολής-συμφωνίας (β) τον 5ο λόγο αναίρεσης και κατά τα συναφή μέρη του από τον αριθ.11 περ.γ’ του αυτού άρθρου, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα εκεί έγγραφα, τις καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων και ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Οι λόγοι αυτοί είναι κατά τα ως άνω απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, όπως προαναφέρθηκε το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες οι (με αριθμητική μόνο αναφορά) αιτιάσεις από τους αριθμούς 12 (παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, 1ος και 5ος λόγοι) και 13 (εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προ το βάρος της απόδειξης, 1ος λόγος).
ΙV. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και με αυτόν ελέγχεται και το παραδεκτό προβολής των ισχυρισμών και δη η αοριστία (πλην της νομικής) αγωγής, ένστασης κλπ. (πρβλ.
ΑΠ 7/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 435/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη ο αναιρεσείων προβάλλει ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος Λ.
Β. με τις προτάσεις του "αμφισβήτησε αρχικά και ρητά την παροχή των υπηρεσιών" του αναιρεσείοντος ενάγοντος ως δικηγόρου, ενώ στην συνέχεια στις ίδιες προτάσεις ρητά ανέφερε ότι πράγματι του ανέθεσαν (ενν. οι εναγόμενοι) την διεξαγωγή των υποθέσεων, οι ανωτέρω δε ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου αυτού, επάγεται στην συνέχεια ο αναιρεσείων, είναι "διαμετρικά αντίθετοι και συγκρούονται μεταξύ τους και εκ τούτου αναδύεται προφανής αοριστία και η εξ αυτής ακυρότητα που συνεπάγεται την ακυρότητα των προτάσεων..." και κατά συνέπεια "η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να κηρύξει την ακυρότητα των προτάσεων και να μην λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του Λ.
Β. που περιέχονται σε αυτές". Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός (μη υπαγόμενος σε κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις), στον οποίο ερείδεται, είχε προταθεί στο Εφετείο, αλλά και αλυσιτελής, αφού οι φερόμενοι ως αόριστοι ισχυρισμοί του 1ου αναιρεσιβλήτου αφορούσαν την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, η οποία, όμως, με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
V. Σύμφωνα με το άρθ.176 ΚΠολΔ "ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα", ενώ με το άρθ.179 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ.2§2 ν.2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 (άρθ.15 ν.2943/2001) ορίζεται ότι "το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή σε συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής", πριν δε την αντικατάστασή της η αμέσως πιο πάνω διάταξη όριζε ότι "το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή ανάμεσα σε συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης".
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι από 1-1-2002 συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, ολικός ή μερικός, προβλέπεται και επιτρέπεται, εκτός από την περίπτωση ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων συζυγικής ή ορισμένης συγγενικής σχέσης, μόνο όταν η ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και όχι για άλλον λόγο και δη λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης, όπως προβλεπόταν πριν την ως άνω τροποποίηση.
Επομένως, οι από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης 2ος κατά το με στοιχ.Β σκέλος του και 5ος κατά το συναφές μέρος του, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον 5ο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος σχετικά με τα δικαστικά έξοδα του 2ου εφεσιβλήτου (και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου Λ.
Β.), τα οποία η πρωτόδικη απόφαση επέβαλε σε βάρος του (αναιρεσείοντος) και δεν συμψήφισε, δεχθέν ειδικότερα ότι "ο εκκαλών-ενάγων παραπονείται με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του, ότι λόγω της ισχυρής αμφισβήτησης των απαιτήσεών του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος συνάδει με την εύλογη αμφιβολία των διαδίκων για την έκβαση της δίκης, δεν προβλέπεται στην ανωτέρω διάταξη" πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι αντίστοιχα.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει ν’ απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο Λ. Β. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα αυτού (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2016 και με αριθ.38/2016 αίτηση του Σ. Β. Σ. για αναίρεση της 6295/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του 1ου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ