Legislator Case Law & Legislation
925/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for late social security contributions due to sufficient reasoning.

Case Number 925/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against her conviction for failing to pay social security contributions on time. The appellant argued that the trial court failed to consider specific evidence regarding partial debt satisfaction and violated the principle of oral proceedings. The court rejected these claims, ruling that the lower court's reasoning was sufficient and that the partial debt satisfaction resulted from forced execution rather than voluntary payment, thus not negating the crime.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 & 2 of Law 86/1967; Art. 171 para. 1 lit. d' of the Code of Criminal Procedure: A conviction for late social security contribution payment is valid if the judgment contains all objective and subjective elements of the offense and the defendant's arguments regarding evidence or debt satisfaction are refuted by the court's reasoning.

Keywords

AI generated
social security contributions late payment penalty criminal appeal dismissal principle of oral proceedings partial debt satisfaction forced execution insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 86/1967
Art. 1 para. 2 of Law 86/1967
Art. 16 of the Social Security Insurance Regulations
Art. 26 para. 3 of Law 1846/1951
Art. 22 para. 6 of Law 4038/2012
Art. 171 para. 1 lit. d' of the Code of Criminal Procedure
Art. 510 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 925 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 925/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά) - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου - Κούδρογλου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 9101/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ.1013/7-2-2014 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 218/2014.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ.

Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ορίζεται ως χρόνος καταβολής των εισφορών, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.

Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία.

Για την καταβολή των ως άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του ν. 2238/1994 και 4 παρ.4 ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ.2 ν. 2676/1999. Προς την ίδια ουσιαστική κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ.7 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012, σύμφωνα με την οποία ως αυτουργοί, των εγκλημάτων αυτών της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες:

α)οι πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση η διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012, ότι εθεσπίσθη η ανωτέρω παρ.7 ΑΝ 86/1967 και οφείλουν ανώνυμες εταιρείες, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής ,ο νεότερος δε νόμος δεν εφαρμόζεται λόγω του ότι είναι δυσμενέστερος αφού διευρύνει τον κύκλο των ευθυνομένων προσώπων.

Εν όψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/67 απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των αναφερομένων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης προκύπτει και ο χρόνος τέλεσης της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ίδρυμα, ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε(Ολ.

ΑΠ .1/1996) και αναφορά επί περισσοτέρων φυσικών προσώπων, φερομένων ως εργοδοτών εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ,η θέση ενός εκάστου στη επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία είναι η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποία η ιδιότητα και η θέση κάθε κατηγορουμένου στη τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, μη αρκούντως του χαρακτηρισμού του ως άνω ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης.

Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, υπάρχει όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι υπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, (εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλ.

άμεσος δόλος, σκοπό επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος όπως στα εγκλήματα, με υπερχείλη υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα, που όμως δεν εξηρέθησαν.

Αλλά δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε! ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 9101/2013 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που συνεκδίκασε σε δεύτερο βαθμό τις με αρ. 786/20-3-2012 και 40/8-1-2013 εφέσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κατά των με αρ. 9465/13-3-2012 και 165/7-1-2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο αυτήν για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών κατ' εξακολούθηση, και αφού αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο της συνέτρεχε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

β! ΠΚ, (μη ταπεινά αίτια) την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα τριών (13) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Σύμφωνα με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της και αποτελούν ενιαίο σύνολο, μετά από συνεκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι τα ενσωματωμένα στις με αρ. 9465/2012 και 165/7-1-2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικά, τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα, τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο και την όλη συζήτηση, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά - κατά πιστή μεταφορά - : "Η κατηγορούμενη με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τυγχάνουσα εργοδότρια της παρακάτω επιχείρησης, και έχοντας απασχολήσει κατά τις παρακάτω περιόδους στην πιο κάτω επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ι.Κ.Α.

όφειλε για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλλει με την προαναφερόμενη ιδιότητα της στο Ι.Κ.Α., τις ανωτέρω εισφορές μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία και συγκεκριμένα έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών της ιδίας ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) δε κατέβαλλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2.

Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (εργατικές) με σκοπό να αποδώσει αυτές στον ως άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα τον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη για αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση. Ειδικότερα στη …, από 1-12-2010 έως 1-2-2011 τυγχάνουσα εργοδότρια, νόμιμη εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος, της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και ΑΜΕ ...

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης Υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευμάτων και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο 01/10/2010 έως 31/12/2010, στην ως άνω επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 38.531,94 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 38.531,94 ΕΥΡΩ. Α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ιδία ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 25.687,96 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

Β) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 12.843,98 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση. Και στη Θεσσαλονίκη κατά τα χρονικά διαστήματα 1/6/2006-1/12/2006, 1/3/2010-1/4/2010 και 1/7/2010-1/11/2010 τυγχάνουσα εργοδότρια, νόμιμη εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, της επιχείρησης με την επωνυμία ...

και ΑΜΕ ... Υποκατάστημα ΙΚΑ ... και είδος επιχείρησης Μεταφορική Εταιρία και έχοντας απασχολήσει προσωπικό κατά τις χρονικές περιόδους 04/06-10/06, 01/2010-02/2010 και ΔΠ-5/2010 έως 9/2010 στην επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τις κατωτέρω εισφορές ποσού για το πρώτο εκ των ανωτέρω χρονικό διάστημα 120.113,19 ευρώ, για το δεύτερο 31.373,12 ευρώ και για το τρίτο 80.569,50 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό ... ΠΕΕ, ... ΠΕΕ και η ... ΠΕΕ στην οποία πρώτη αναγράφονται 38 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 272.612,78 ευρώ συνολικά, στην δεύτερη 38 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 71.205,45 ευρώ συνολικά. 1.Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών του ίδιου ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 80.075,46 ευρώ για την πρώτη ΠΕΕ, 20.915,41Ε., για τη δεύτερη και 53.713,00 Ε για τη τρίτη, δε κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές .2.

έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 40.037,73 Ε. για την πρώτη ΠΕΕ, 10457,71 Ε. για τη δεύτερη και 26.856,50 Ε. για την τρίτη με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη για αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση. (Για την καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι πιο πάνω ΠΕΕ στις οποίες αναγράφονται οι οφειλόμενες εισφορές κατά μισθολογική περίοδο, με βάση τις ΑΠΔ που αυτή κατέθεσε)".

Με τις παραδοχές αυτές κατά το διατακτικό του κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα του ότι: "Στη … από 1-12-2010 έως 1-2-2011 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και ΑΜΕ ... ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης Υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευμάτων και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 1-10-2010 έως 31-12-2010, στην επιχείρησή της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ι.Κ.Α., όφειλε κατά την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο Ι.Κ.Α.

τις κατωτέρω εισφορές ποσού 38.531,94 Ε. μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αρ. ... συνολικού ποσού εισφορών 38.531.94 Ε. Α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 25.687,96 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

Β) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 12.843,98 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμώρητέα για υπεξαίρεση. Στη … κατά τα χρονικά διαστήματα 1/6/2006-1/12/2006, 1/3/2010-1/4/2010 και 1/7/2010-1/11/2010 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ...

και ΑΜΕ ... Υποκατάστημα ΙΚΑ ... και είδος επιχείρησης Μεταφορική Εταιρία και έχοντας απασχολήσει προσωπικό κατά τις χρονικές περιόδους 04/06-10/06, 01/2010-02/2010 και ΔΠ-5/2010 έως 9/2010 στην επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τις κατωτέρω εισφορές ποσού για το πρώτο εκ των ανωτέρω χρονικό διάστημα 120.113,19 ευρώ, για το δεύτερο 31.373,12 ευρώ και για το τρίτο 80.569,50 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό ... ΠΕΕ, ... ΠΕΕ και η ... ΠΕΕ στην οποία πρώτη αναγράφονται 38 μισθωτοί με ύφος αποδοχών 272.612,78 ευρώ συνολικά, στην δεύτερη 38 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 71.205,45 ευρώ συνολικά.

1.Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 80.075,46 ευρώ για την πρώτη ΠΕΕ, 20.915,41 ευρώ για τη δεύτερη και 53.713,00 ευρώ για την τρίτη, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 40.037,73 ευρώ για την πρώτη ΠΕΕ, 10.457,71 ευρώ για τη δεύτερη και 26.856,50 ευρώ για την τρίτη και με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη για αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων375 παρ.1, 98ΠΚ, 1 και 2 του Α.Ν.86/67, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 του Ν.Δ.1160/1972,21 παρ. 11 του ν. 1902/1990, 20 ν. 2721/1990, 1 του ν. 362/1969 σε συνδ.

με τα άρθρα 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 , όπως αντ. με το άρθρο 13 του ν. 2972/2001, 27 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/1951 όπως αντ. με το άρθρο 14 του ν. 2972/2001 και 8 παρ. 2 του ν. 4321/63 όπως αντ. με το άρθρο 7 του ν. 4469/1965 και το άρθρο 33 του ν. 3346/2005 όπως αντ. με το άρθρο 30 του ν. 3904/1970, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε, ώστε να στερείται αυτή νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) το ύψος των εργατικών εισφορών, που παρακρατήθηκαν από τις αποδοχές των εργαζομένων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην επιχείρηση με την επωνυμία "...", οι οποίες έπρεπε να αποδοθούν στο ταμείο ασφαλίσεως τους, που ήταν το ΙΚΑ, με αποτέλεσμα να διαπραχθεί το αδίκημα της υπεξαίρεσης των εισφορών αυτών των ασφαλισμένων από την εργοδότρια εταιρεία, β)τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν οι εργαζόμενοι την εργασία τους κατά τα οποία παρακρατήθηκαν οι εισφορές αυτές, γ) ο χρόνος που ήταν απαιτητές αυτές από τον ασφαλιστικό φορέα τους ήτοι μέχρι το τέλος του επομένου μήνα από τον μήνα που παρασχέθηκε η εργασία τους, δ) η μορφή της εταιρείας αυτής, ήτοι ανώνυμη εταιρεία, για την οποία ποινικά υπεύθυνος για την απόδοση των εργατικών και εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα νομοθεσία (καθόσον ο μεταγενέστερος νόμος που ισχύει από 11-4-2012 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του ότι είναι δυσμενέστερος ως προαναφέρθηκε),ήταν η διευθύνουσα σύμβουλος αυτής και συνεπώς ε) η τελευταία αυτή ιδιότητα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης.

Ειδικότερα, σε σχέση με αυτήν το δικαστήριο αιτιολογεί την καταφατική του κρίση για την ενοχή της, με την παραδοχή του ότι αυτή κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα ήταν εργοδότρια, νόμιμη εκπρόσωπος, Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνουσα σύμβουλος της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρείας. Η τελευταία ιδιότητα, (διευθύνουσας συμβούλου), κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, που υπήρχε πριν την 11-4-2012 που άρχισε η ισχύς του ν. 4075/2012, αρκούσε, για την απόδοση της ποινικής ευθύνης, της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών των εργαζομένων της προαναφερθείσας Α.Ε.

στον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό ΙΚΑ, στο πρόσωπό της, ήτοι την καθιστούσε ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος αυτού. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: 1. Ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει ασάφεια σε σχέση με την ιδιότητα με την οποία ενέχεται για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, καθόσον τόσο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όσο και στο διατακτικό αυτής αναφέρεται ως εργοδότρια, νόμιμη εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", αυτή είναι αβάσιμη.

Τούτο διότι με σαφήνεια εκτίθενται οι ιδιότητες της αναιρεσείουσας που σωρευτικά συνέτρεχαν στο πρόσωπο της, από τις οποίες η μία δεν αποκλείει την άλλη, και αυτή της διευθύνουσας συμβούλου της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας στην οποία παρείχαν την εργασία τους οι εργαζόμενοι-ασφαλισμένοι, αρκούσε για να την καταστήσει ποινικά υπεύθυνη της εγκληματικής πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε.

Το γεγονός ότι αναφέρεται ως εργοδότρια αυτή, δε δημιουργεί ασάφεια, σε σχέση με το αν εργοδότης ήταν το φυσικό πρόσωπο (αναιρεσείουσα) ή η Α.Ε. ,ως αλυσιτελώς αυτή διατείνεται, διότι δεν ασκεί έννομη επιρροή στην καταδίκη της. 2) ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της και του κατηγορητηρίου, αυτή είναι αβάσιμη, διότι το γεγονός αυτό το οποίο πράγματι συμβαίνει εν προκειμένω, δεν στοιχειοθετεί έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού το διατακτικό της διαλαμβάνει όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος, και από το ότι συμπίπτει με το κατηγορητήριο συνάγεται ότι μόνο τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποδείχθηκαν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, τα οποία αρκούσαν για την καταδίκη της αναιρεσείουσας, για το αδίκημα που κινήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον της. 3.

ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν συνεκτίμησε για τη καταφατική περί της ενοχής κρίση του, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο του έγγραφα και δη 1)τον υπ' αρ. 1040/22-6-2011 πίνακα κατάταξης δανειστών, 2) τις υπ' αρ. 3253/2012, 3254/2012, 3255/2012, 3256/2012, 3257/12, 3258/2012 και 3259/2012 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που ακύρωσαν ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ του ΙΚΑ, 3) το γραμμάτιο είσπραξης καθυστερουμένων οφειλών του ΙΚΑ από τα οποία προέκυπτε ότι ο Οργανισμός αυτός από τον πλειστηριασμό περιουσιακού της στοιχείου ικανοποιήθηκε εν μέρει για την ένδικη αξίωση του, γεγονός που θα επιδρούσε καταλυτικά στο ύψος της οφειλής της, από το οποίο επηρεαζόταν η επιβληθείσα σε βάρος της ποινή, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι η μερική αυτή ικανοποίηση έλαβε χώρα κατόπιν αναγκαστικής εκτελέσεως περιουσιακού στοιχείου της οφειλέτριας και όχι οικεία βουλήσει, με εξόφληση του συνολικά οφειλομένου ποσού μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιοδήποτε βαθμό, οπότε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του ν. 4038/2012, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως στον δεύτερο βαθμό (29-7-2013) θα οδηγούσε στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως αυτής.

Το δικαστήριο της ουσίας όμως, την μερική αυτή ικανοποίηση του Ι.Κ.Α, κατόπιν αναγκαστικής εκτελέσεως, που προέκυπτε από τα έγγραφα αυτά, συνεκτίμησε σε σχέση με την επιβληθείσα ποινή. Εντεύθεν η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας, αφού αρκέσθηκε μόνο στα στοιχεία του κατηγορητηρίου, χωρίς να συνεκτιμήσει όλο το αποδεικτικό υλικό, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο συνεκτίμησε για τη κρίση του όλα τα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνει στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, οι προβαλλόμενοι με την αίτηση αναιρέσεως λόγοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α! Δ! Ε! ΚΠΔ , για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. 1013/7-2-2014 αίτηση-δήλωση της Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της 9101/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ