Legislator Case Law & Legislation
925/2015 AI generated

Insurance company appeal dismissed; court held liability depends on driving competence, not formal license validity at accident time.

Case Number 925/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the driver's claim. The court found that the insurance contract's exclusion clause focused on the driver's actual competence rather than the strict formal validity of their license at the moment of the accident. Consequently, the appellate court did not violate the law by finding the driver competent based on his long-standing professional license history.

Legislator headnote

AI generated

Art. 11 § 1 of Law 489/76; Art. 361 of the Civil Code; Art. 2, 4, 6 of Law 2496/1997: An insurer cannot raise objections based on the insurance contract against a claimant who exercises the right under Art. 10 § 1, provided the insurer retains the right to sue the insured, the counterparty, and the driver; the court may include liability exclusion clauses in motor liability insurance contracts concluded by simple consensus, interpreted in good faith to focus on driving competence rather than the formal validity of the driving license at the time of the accident.

Keywords

AI generated
insurance liability exclusion driving competence standard license validity formalism good faith interpretation motor liability contract appellate review standard competence vs license

Cited Legislation

AI generated
Art. 11 § 1 of Law 489/76
Art. 361 of the Civil Code
Art. 2, 4, 6 of Law 2496/1997
Art. 95 § 1 of Law 2696/1999
Art. 559 No. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 § 4 (e) of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 925 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 925/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παπαθανασίου και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ - ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Θλιβίτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2008 αγωγή του Φ. Γ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 15-4-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10-10-2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3190/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1066/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 12-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-11-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1066/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 11 § 1 Ν. 489/76 "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ’ άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ’ αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997 συνάγεται ότι μπορεί στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, η οποία καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, να περιληφθούν όροι περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις, άσχετα αν οι όροι αυτοί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσουν ένσταση κατά του τρίτου που ζημιώθηκε.

Μια τέτοια περίπτωση προβλεπόταν στο άρθρο 25 περ. 6 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (23-4-2007) και ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100/14-5-2007), σύμφωνα με την οποία αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί προβλεπομένη άδεια οδηγήσεως.

Η διάταξη αυτή ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 589/1976, αφού με αυτή δεν καθορίζεται γενικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή. Όμως η απαλλακτική αυτή ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορούσε να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε με τη συμπερίληψή του σ’ αυτή δημιουργείτο δεσμευτικότητα του όρου αυτού.

Η συνομολόγηση του εν λόγω όρου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ’ αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.

Περαιτέρω, με το άρθρο 95 παρ. 1, εδ. α’ - δ’ του Ν. 2696/ 1999 (ΚΟΚ), όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος, ορίζεται ότι "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών A, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους, το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους.

Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών A, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.

Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση". Εξάλλου, με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδ. α’ )... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδ.

γ’ )". Τέλος με την παρ. 5 του εν λόγω άρθρου ορίζεται: "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της, και γ.

αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε".

Από όλα τα παραπάνω και ενόψει της γενικής διατύπωσης της παρ. 6 του άρθρ. 25 της με αριθ. Κ4/585/1978 ΑΥΕ, η οποία συνδέει τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης κατά την οποία ο οδηγός δεν είχε ποτέ ζητήσει και λάβει τέτοια άδεια, και εκείνης κατά την οποία είχε μεν λάβει τέτοια άδεια, αλλά μεταγενέστερα για κάποιο λόγο η άδεια ανακλήθηκε ή έληξε η διάρκεια της ισχύος της, προκύπτει ότι στην περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, και κατ’ ακολουθίαν και του τυχόν υπάρχοντος απαλλακτικού όρου που συμπεριελήφθη στο ασφαλιστήριο από την εν λόγω διάταξη, περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις, και συνεπώς και η αναφερόμενη στην παρ. 5 εδ.

β’ περ. α’ του άρθρου 95 του Ν. 2696/1999 περίπτωση, κατά την οποία η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει αν έληξε ο χρόνος ισχύος της. Ο όρος, όμως αυτός, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν συμπεριλαμβανόταν στους προβλεπόμενους από το νόμο όρους, οι οποίοι αποτελούν μέρος της ασφαλιστικής συμβάσεως κι αν ακόμη δεν εκφράστηκαν ρητώς οι συμβαλλόμενοι και σχετικά με τους οποίους δεν επιτρέπεται αντίθετη ρύθμιση απ’ αυτούς, επιδέχεται ερμηνείας, σε περίπτωση σχετικής αμφιβολίας, για την ανεύρεση της πραγματικής θέλησης των συμβληθέντων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις, που δηλώθηκαν.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (βλ.

Ολ.ΑΠ 590/1968, ΑΠ 84/2008 και ΑΠ 721/03 και 600 και 601/2002). Εάν όμως το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, αν και διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, υποπίπτει στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή και της στέρησης νομίμου βάσεως στην απόφασή του, η οποία καθίσταται έτσι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ή και 19 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του ζημιογόνου Ι.Χ.Ε., αυτοκινήτου κατείχε την προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε (ερασιτεχνική Β’ κατηγορίας) μολονότι παράλληλα δέχτηκε ότι η επαγγελματική άδειά του είχε λήξει τον Νοέμβριο του 2006, και μέχρι το χρόνο του ατυχήματος (23-4-2007) δεν είχε προβεί στην ανανέωσή της, στην οποία προέβη μετά το ατύχημα, και με την παραδοχή αυτή απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παραβίασε ευθέως, παραλείποντας να εφαρμόσει, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες, την προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 2696/1999, με την οποία ορίζονται τα αφορώντα τη λήξη των αδειών οδήγησης και την ανανέωσή τους.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω διάταξη, διότι περιέχει ανεπαρκείς, και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατοχής από τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό της απαιτουμένης από το νόμο άδειας οδήγησης, για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, αφού επικύρωσε την πρωτόδικο απόφαση, ως ερμηνεύσασα και εφαρμόσασα νόμο που δημοσιεύτηκε μεταγενέστερα και ως εκτιμήσασα σωστά τις αποδείξεις, παρόλο που η πρωτόδικος απόφαση εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν. 3557/07, ο οποίος δεν ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος και όχι την AYE Κ4/585/1978 ως όρο της ασφαλιστικής σύμβασης και επί πλέον η ίδια ως άνω πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός κατείχε την απαιτουμένη από το νόμο άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, και ότι απλά δεν την είχε μαζί του κατά τη στιγμή του ατυχήματος.

Τέλος, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., διότι παρά το γεγονός ότι το κείμενο του ασφαλιστηρίου αναφορικά με την απαλλακτική ρήτρα από τη διάταξη του άρθρου 25 περ. 6 της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978 που συμπεριελήφθη στο ασφαλιστήριο του εν λόγω αυτοκινήτου, ως συμβατικός όρος υπέρ του ασφαλιστή, είναι απόλυτα σαφές και υπάγεται στην εφαρμογή του και η ένδικη περίπτωση, αποκλεισμού της ασφαλίσεως, λόγω μη κατοχής από τον ως άνω οδηγό του ανωτέρω Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Θ. της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδηγήσεως ΙΧΕ αυτοκινήτου (Β’ κατηγορίας), δεδομένου ότι με τη λήξη της πενταετούς ισχύος της επαγγελματικής άδειας οδήγησης αυτού έληξε και η ισχύς της άδειας οδήγησης ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ενσωματωμένη στο έντυπο της επαγγελματικής του άδειας οδήγησης, εν τούτοις διαπίστωσε ασάφεια, χωρίς όμως να προσδιορίζει τα στοιχεία ασάφειας ή αμφιβολίας στη σύμβαση, καθόσον αφορά στη βούληση των συμβαλλόμενων και προέβη σε ερμηνεία της συμβάσεως.

Οι δύο τελευταίοι από τους παραπάνω λόγους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι, καθόσον αφορά στον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της έλλειψης νομίμου βάσεως για αντιφατικότητα αιτιολογιών, ιδρύεται σε περίπτωση αντιφάσεως των αιτιολογιών της αποφάσεως μεταξύ τους, ώστε απ’ αυτή να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και σε περίπτωση ασυμφωνίας των αιτιολογιών αυτής προς το περιεχόμενο άλλων διαδικαστικών εγγράφων, και στην προκειμένη περίπτωση της πρωτόδικης απόφασης, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ενώ περαιτέρω και η ανεπάρκεια της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει από τις παραδοχές της ίδιας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δε αφορά στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παρακάτω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σαφώς δέχεται ασάφεια στη σχετική δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων, που περιελήφθησαν στον ως άνω όρο.

Περαιτέρω, και αναφορικά με τη συνεκδικασθείσα με την κύρια αγωγή παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, προστηθέντος στην οδήγηση του ασφαλισμένου στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αυτοκινήτου από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτρια αυτού, και του κυρίως ενάγοντος, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ακολούθως, κρίνοντας την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας κατά των δύο ως άνω συνεναγομένων της στην κύρια αγωγή, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος, που οδηγούσε το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη - ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, κατείχε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδηγήσεως, για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός κατείχε ερασιτεχνική άδεια οδηγήσεως Β’ κατηγορίας από το έτος 1982, την οποία είχε μετατρέψει σε επαγγελματική.

Η εν λόγω άδεια οδηγήσεως είχε λήξει το Νοέμβριο του 2006 και στη συνέχεια, στις 4.5.2007, δηλαδή λίγες μέρες μετά το ένδικο ατύχημα, ανανεώθηκε για την επόμενη "πενταετία". Στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο αναγραφόταν ο πιο πάνω όρος της Κ4/585/ 78 Υπουργικής Απόφασης, σύμφωνα με τον οποίο αποκλειόταν η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας σε περίπτωση οδήγησης αυτοκινήτου υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως.

Ο όρος αυτός είναι ασαφής και ερμηνευόμενος όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έχει την έννοια ότι για την καθιέρωση της πιο πάνω ρήτρας, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε την ικανότητα οδήγησης και όχι στην τυπική προϋπόθεση της ύπαρξης άδειας ικανότητας οδήγησης.

Επομένως, ο εναγόμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρεται, διέθετε από το έτος 1982 άδεια ικανότητας οδήγησης, η οποία έληξε το Νοέμβριο του 2006 και ανανεώθηκε στις 4.5.2007, δηλαδή λίγες ημέρες μετά από το ένδικο ατύχημα για μία πενταετία, θεωρείται ότι είχε ικανότητα στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην οποία απέβλεπαν οι διάδικοι με τον προαναφερόμενο όρο, λαμβανομένου υπόψη ότι η παράταση αυτή δεν επέδρασε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια και ακολούθως απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ασφαλισμένου της, Κ. Θ., ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον έβδομο λόγο της εφέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας είναι αβάσιμα και απορριπτέα...¨.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού προηγουμένως είχε απορρίψει τους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης απόφασης ως προς το κεφάλαιό της που δέχτηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη την κύρια αγωγή, το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων Κ.

Θ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ", και ως προς το σχετικό λόγο της, με τον οποίο παραπονιόταν για την απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής της.

Όπως προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση του προαναφερόμενου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού έκρινε ανελέγκτως ότι υφίσταται ασάφεια του ως άνω περιληφθέντος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο απαλλακτικού υπέρ της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας όρου, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, και ειδικότερα ως προς το αν στην εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη του ως άνω όρου εμπίπτει και η περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκίνητου, για την οδήγηση του οποίου απαιτείται άδεια οδήγησης κατηγορίας Β’ ερασιτεχνικής, τυπικά μόνο δεν πληρούσε την προϋπόθεση της κατοχής ισχύουσας κατά το χρόνο του ατυχήματος για την κατηγορία του εν λόγω οχήματος άδειας (Β’ Ερασιτεχνικής) επειδή η επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης που διέθετε στην οποία ενσωματώνεται και η ερασιτεχνική, κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε λήξει και ανανεώθηκε μετά το ατύχημα, με αποτέλεσμα εκ του λόγου τούτου να λήξει συγχρόνως και η ισχύς της απαιτούμενης για την οδήγηση του ως άνω οχήματος άδεια οδήγησης της κατηγορίας Β’ (ερασιτεχνικής) που είναι ενσωματωμένη στο έντυπο της επαγγελματικής του άδειας οδήγησης, η οποία άλλως, αν δηλ.

δεν ήταν ενσωματωμένη στην επαγγελματική του άδεια οδήγησης θα εξακολουθούσε να ισχύει χρονικά, χωρίς καμία ανανέωση, μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, έκρινε ότι δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση του ένδικου ατυχήματος περίπτωση αποκλεισμού της ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική ευθύνη της, όχι διότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οδηγός κατείχε κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδηγήσεως για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά επειδή, κατ’ εφαρμογή του ως άνω περιληφθέντος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο απαλλακτικού, υπέρ της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας όρου, ερμηνευόμενου, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε την ικανότητα οδήγησης και όχι στην τυπική προϋπόθεση της ύπαρξης ισχύουσας κατά το χρόνο του ατυχήματος άδειας ικανότητας οδήγησης και ότι ο εναγόμενος, ενόψει του ότι διέθετε από το έτος 1982 επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης, η οποία έληξε το Νοέμβριο του 2006 και ανανεώθηκε στις 4.5.2007 για μία πενταετία, θεωρείται ότι είχε κατά το χρόνο του ατυχήματος ικανότητα στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην οποία απέβλεπαν οι διάδικοι με τον προαναφερόμενο όρο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ειδικότερα ότι το Εφετείο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, επειδή δέχτηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οδηγός κατείχε κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδηγήσεως για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, σε κάθε δε περίπτωση διότι το Εφετείο με τη στηριζόμενη στις παραπάνω παραδοχές κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 2696/1999.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1066/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθένα απ’ αυτούς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ