Legislator Case Law & Legislation
925/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and rejects alleged violation of notification laws.

Case Number 925/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the General Hospital's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant alleged a violation of notification laws regarding the assignment of employee claims, but the court found the appeal grounds vague and based on false premises. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 53(1), 12(1), 13(1) of Law 496/1974: An appeal must clearly state the substantive law violated; vague or selective grounds are inadmissible, and appeals based on false premises regarding procedural notifications are rejected.

Keywords

AI generated
vague appeal grounds notification of assignment legal costs award substantive law violation false premises appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 53(1) of Law 496/1974
Article 12(1) of Law 496/1974
Article 13(1) of Law 496/1974

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 925 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 925/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Ηλία Γιαννακάκη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γενικού Νοσοκομείου Μελισσίων «Α.Φλέμινγκ» που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού και που είναι αποκεντρωμένη και ανεξάρτητη υπηρεσιακή μονάδα του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Β' Περιφερειακό Σύστημα Υγείας Αττικής(Πε.Σ.Υ)» που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Μπανταβάνο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου:..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του(δικηγόρος), ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου και εκδόθηκε η 682/1995 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ και εκδόθηκε η 293/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 182/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2454/2002 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 737/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 979/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/6/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος, ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ΄ αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή επαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή με άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 (αληθώς όμως από αρ. 1 και 19) Κ.Πολ.Δ. πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση (απ΄ ευθείας και εκ πλαγίου) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 216, 217 και 238 Α.Κ.

κατά την κρίση της ότι την 2-12-1991 καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσειβλήτου, δικηγόρου, και του ..., ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος, πληρεξούσιος και εντολοδόχος όλων των εργαζομένων στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο και κατόπιν εντολής του διοικητικού συμβουλίου των εργαζομένων στο Νοσοκομείο αυτό, το από 2-12-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό «δικηγορικής αμοιβής – εκχώρηση δικαιωμάτων και εξουσιοδότηση», με το οποίο ο ...

έδωσε «την ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα αλλά και την εξουσιοδότηση για τον εαυτό του και για λογαριασμό των εντολέων του» προς τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο να προβεί σε όλες τις κατά νόμο διαδικαστικές πράξεις ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων για την επιδίωξη δικαστικώς της επιδίκασης ανάλογης αποζημίωσης για πρόσθετη εργασία, και ότι οι εργαζόμενοι μετά την κατάρτιση των ιδιωτικών συμφωνητικών έδωσαν εγγράφως εκ των υστέρων τη συγκατάθεσή τους για την κατάρτιση των συμβάσεων εργολαβίας δίκης – εκχώρησης και ειδικότερα ενέκριναν τις ενέργειες του εκπροσώπου ...

και τις συμφωνίες που έγιναν με τα συμφωνητικά αλλά για ποσοστό αμοιβής 5% επί των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών. Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται ο ιστορικό της υποθέσεως, η νομική άποψη του αναιρεσείοντος και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως και οι παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι.

Το άρθρο 53 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 496/1974 ορίζει ότι «1. Δια πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. (νομικου προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριο ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρσίαν του ν.π. και εις τον αρμόδιο δια την αναγνώριση της δαπάνης όργανον αυτού.

Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ΄ ού η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος».

Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου Ν.Δ. «το διοικούν το ν.π.δ.δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι΄ επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντας διατάκτας». Τέλος κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ.

α΄ τον ίδιου αυτού Ν.Δ. (496) «τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται υπό αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι΄ έκαστον Ν.Π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ΄ αυτήν απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι΄ ετέρων στοιχείων, καθοριζομένων δι΄ αποφάσεως του διοικούντος ταύτα συλλογικού οργάνου».

Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τους αριθμούς 1 και 8 (αληθώς όμως 1 και 19) άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφάση παραβίαση του άρθρου 53 ν.δ. 496/1974 δια της παραδοχής της, σε σχέση με την γνωστοποίηση της προς τον αναιρεσίβλητο εκχωρήσεως μέρους των απαιτήσεων των εργαζομένων στο αναιρεσείον κατ΄ αυτού, ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, εκδοχέας της απαιτήσεως έχει προβεί στις κατά τις άνω διατάξεις και γνωστοποιήσεις δια της επιδόσεως και προς τον Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Αμαρουσίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έχει διαλάβει και άλλες παραδοχές σχετικά με την αναγγελία της εκχωρήσεως των κατά του αναιρεσείοντος αξιώσεων των εργαζομένων σε αυτό προς τον αναιρεσίβλητο τόσο κατά ποσοστό 18%, όσο και για το ποσοστό 5% της αμοιβής του, οι οποίες (παραδοχές) δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2004 αίτηση του Γενικού Νοσοκομείου Μελισσίων «Α. Φλέμινγκ» για αναίρεση της 979/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2006 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ