Supreme Court dismisses appeal on property transfer, upholding lower court's evidence assessment under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the appellate court erred in its evaluation of evidence, specifically regarding a witness testimony and a technical document from the Municipality. The court rejected these claims, stating that the appellate court correctly considered the witness testimony as a legal means of proof and properly weighed the technical document alongside other evidence without assigning it undue evidentiary weight.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 1033, 1192, 966, 967, 972, 1041, 1045, 559 no. 1, 13 of the Civil Procedure Code; The appellate court's review of evidence must respect the lower court's assessment unless there is a clear error in applying substantive law or misapplying the burden of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 924 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 924/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. χας Κ. Μ., θυγ. Π. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαργαρίτα Ραϊδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Ε. Π. Λ., θυγ. Γ. Τ., κατοίκου ομοίως που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Γεωργακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6770/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 653/2017 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων α) 369, 1033 και 1192 ΑΚ προκύπτει ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η δε συμφωνία αυτή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου, β) 966, 967 και 972 ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών, ότι πράγματα κοινής χρήσης είναι, πλην άλλων οι δρόμοι και ότι τα αδέσποτα ακίνητα ανήκουν στο δημόσιο και γ) 1041 και 1045 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο ακίνητο για μια δεκαετία (τακτική χρησικτησία) ή εκείνος που έχει στη νομή του πράγμα κινητό ή ακίνητο για μια εικοσαετία (έκτακτη χρησικτησία), γίνεται κύριος του πράγματος αυτού.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Ο, ως άνω, λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (Ολομ.
ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1738/2011). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Τέλος, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ' αυτό προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Π.
Μ. πατέρας της ενάγουσας με το .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Δ. Π., που μεταγράφτηκε νόμιμα αγόρασε από τους αληθείς κυρίους αυτού Τ. Σ. και λοιπούς 57 τον αριθμό ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 847 τ.μ. που ευρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως στη θέση "..." της περιφέρειας ... του τέως ..., που εμφαίνεται με τον αριθμόν 1 στο από Σεπτεμβρίου 1948 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ.
Κ., που έχει προσαρτηθεί στο ...1948 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου και συνορεύει κατά τον εν λόγω τίτλον κτήσεως δυτικά με δρόμο ιδιωτικό σε πλευρά 35 μ., ανατολικά με το υπ' αριθμ. … αγροτεμάχιο διαφόρων … συνιδιοκτητών επί πλευράς 42 μ" βόρεια με άγνωστο σε ανώμαλη γραμμή και νότια με δρόμο σε πρόσοψη 22 μ.
Το ως άνω αγροτεμάχιο αποτελούσε τμήμα ενός μεγαλύτερου χέρσου αγρού τον οποίον οι συνιδιοκτήτες του διένειμαν σε 87 αγροτεμάχια με το ...1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Δ. Π.. Στη συνέχεια ο πατέρας της ενάγουσας το ακίνητο αυτό το υπήγαγε στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και του ν.δ. 1024/1971 με την .../1987 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Α.
Π. - Κ. που μεταγράφτηκε νόμιμα. Στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη το ακίνητο περιγράφεται ως οικόπεδο άρτιο πλέον και οικοδομήσιμο που ευρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ... του άλλοτε ... περιλαμβανόμενο μέσα στα όρια του πριν από το 1923 υπάρχοντος οικισμού ..., εμβαδού κατά νεώτερη καταμέτρηση 858 τμ, όπως απεικονίζεται στο από Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ι.
Ν. με τα στοιχεία.... που έχει προσαρτηθεί στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη και συνορεύει βόρεια με την οδό ..., ανατολικά.... με ιδιοκτησία αδελφών Μ., νότια με την οδό ... και δυτικά
με ιδιωτική οδό. Ειδικότερα με την εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ο Π. Μ. προέβη στη σύσταση τριών αυτοτελών και ανεξάρτητων διαιρεμένων ιδιοκτησιών επί του οικοπέδου του. Με το .../1987 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην ενάγουσα λόγω γονικής παροχής τμήμα του εν λόγω οικοπέδου του εμβαδού 250 τμ, το οποίο έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 33/100 εξ αδιαιρέτου, τα υπόλοιπα δε δύο τμήματα του οικοπέδου αυτού τα μεταβίβασε στις δυο άλλες κόρες του.
Το εδαφικό τμήμα που μεταβίβασε στην ενάγουσα εμφαίνεται στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Ν. με τον αριθμό 2 και με τα στοιχεία και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά.... με το τμήμα του οικοπέδου με τα στοιχεία...., ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Μ., νότια.... με υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου με τα στοιχεία....
και δυτικά με ιδιωτική οδό. Το επίδικο αποτελεί την εδαφική λωρίδα, η οποία έχει πλάτος 8 μ. και μήκος 37 μ., αρχίζει από τη βορείως του ως άνω ακινήτου διερχόμενη κοινοτική οδό ... με κατεύθυνση προς νότο και καταλήγει ανωφερώς στην οδό ..., έχει εμβαδόν 288,85 τμ., εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Σεπτέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ.
Σ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς Α-Β μήκους 8 μ. με την κοινοτική οδό ..., νότια επί πλευράς Δ-Γ μήκους 7,90 μ. με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 36 μ. με το ακίνητο τον Π. Μ. και δυτικά επί πλευράς Α-Δ μήκους 37,50 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία των εναγομένων και εν μέρει με ρυμοτομημένο τμήμα, που ευρίσκεται βόρεια του οικοπέδου τους.
Οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι ο μεν πρώτος κατά ποσοστό 60/100 εξ αδιαιρέτου, η δε δεύτερη κατά ποσοστό 40/100 εξ αδιαιρέτου ενός γειτονικού με το οικόπεδο της ενάγουσας οικοπέδου εμβαδού 1215 τμ. μετά δε τη ρυμοτόμηση του στο βόρειο τμήμα αυτού έχει εμβαδόν 966,33 τ.μ., το οποίο περιήλθε σ' αυτούς με το .../1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα, εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Σεπτεμβρίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Γ. και συνορεύει βόρεια με πρόσοψη επί τεθλασμένης πλευράς ... συνολικού μήκους 26,90 μ., νότια με πρόσοψη επί τεθλασμένης πλευράς … μήκους 26,92 μ. με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς ΓΔ μήκους 34,80 μ.
με ανώνυμη οδό και δυτικά επί πλευράς ΑΖ μήκους 34,80 μ. με οικόπεδο ιδιοκτησίας Λ. Χ.. Το επίδικο αναφέρεται σε όλα τα προαναφερόμενα συμβόλαια ως ιδιωτική οδός. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο πατέρας της νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου από το έτος 1962 μέχρι το έτος 1987 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε και επιπλέον τόσο στην προαναφερόμενη .../1987 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου του όσον και στο ανωτέρω .../1987 συμβόλαιο γονικής παροχής αναφέρεται ότι το οικόπεδο του συνορεύει με ιδιωτική οδό και όχι με ιδιοκτησία του ιδίου.
Επίσης στο σκαρίφημα της ...1987 οικοδομικής άδειας της ενάγουσας το επίδικο αναφέρεται ως προέκταση της οδού ... καθώς και στο από Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ., όπου απεικονίζεται το οικόπεδο του Π. Μ. με τις μέλλουσες να οικοδομηθούν οικοδομές. Το επίδικο έχει δηλωθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο από το Δήμο Διονύσου και έλαβε ΚΑΕΚ ... (βλ.
το με αριθ. πρωτ..../... έγγραφο του Γραφείου Κτηματογράφησης περιφερειακής ενότητας Αττικής ΟΤΑ ...). Σχετική δε δήλωση της ενάγουσας στο Εθνικό Κτηματολόγιο για να περιληφθεί το επίδικο στην ιδιοκτησία της απορρίφθηκε καθώς και η ένσταση την οποία υπέβαλε κατά της απορριπτικής απόφασης (βλ. ...2013 έγγραφο του Εθνικού Κτηματολογίου), Η ενάγουσα προσπαθεί με κάθε τρόπο να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία στηριζόμενη σε κάποιες διακατοχικές πράξεις που ασκεί επ' αυτού.
Συγκεκριμένα ενίοτε φροντίζει την καθαριότητα αυτού, φυτεύει διάφορα φυτά, ο δε πατέρας της συνέβαλε οικονομικά στη διαμόρφωση των σκαλοπατιών αυτού. Ο μάρτυρας των εναγομένων κάτοικος της περιοχής με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ο Δήμος εκπόνησε μελέτη για την κατασκευή σκαλοπατιών επί του επιδίκου και επειδή ο Δήμος δεν είχε όλα τα χρήματα για την κατασκευή τους βοήθησε με κάποιο ποσό και ο πατέρας της ενάγουσας.
Η ενάγουσα το έτος 2005 προσπάθησε να οικειοποιηθεί το επίδικο τοποθετώντας αλυσίδα με λουκέτο στην είσοδο αυτού ώστε να παρεμποδίσει την είσοδο των πεζών σ' αυτό. Οι περίοικοι ενημέρωσαν αμέσως τον Δήμο για την πράξη της ενάγουσας, ο οποίος επελήφθη άμεσα, αφαίρεσε την αλυσίδα και τοποθέτησε σιδερένιες μπάρες ώστε να αποφευχθεί ατύχημα με αυτοκίνητο λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους κα της ύπαρξης σκαλοπατιών, χωρίς όμως απ' αυτές να παρεμποδίζεται η διέλευση πεζών, οι οποίοι επιλέγουν να διέλθουν δια μέσου αυτού.
Η κατάθεση αυτή του μάρτυρος των εναγομένων δεν αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, ο οποίος δεν είναι κάτοικος της περιοχής και δεν γνωρίζει τις συνθήκες που επικρατούν σ' αυτή και καταθέτει για τις προσπάθειες που κάνει η ενάγουσα για να θεμελιώσει δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε νομή της ενάγουσας επί του επιδίκου από το 1987 έως το 2010, απλώς αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασκεί κατά διαστήματα επ' αυτού τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, θέλοντας να προσαρτήσει το επίδικο στην ιδιοκτησία της πράγμα ανέφικτο καθόσον αυτό αποτελεί διαχωριστική λωρίδα μεταξύ των ιδιοκτησιών και συνδέει την οδό ...
με την οδό .... Οι εναγόμενοι δίκαια αντιδρούν στις πράξεις της ενάγουσας καθόσον το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της, αλλά εδαφική λωρίδα που διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες τους. Με βάση τα παραπάνω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων......".
Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου αγωγή της ως αναπόδεικτη και εντεύθεν κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αλλ' ούτε και εκείνες των άρθρων 6 παρ. 2 του ν. 720/1977 "περί ιδιωτικών οδών" και 28, 43 και 44 του ν. 1337/1983, οι οποίες αναφέρονται σε ιδιωτικές οδούς, πλατείες και λοιπούς χώρους κοινής χρήσης, των οποίων οι προϋποθέσεις εφαρμογής δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, δοθέντος ότι, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, εκείνη απέκτησε την κυριότητα του, μη αποτελούντος οδό, αλλ' όπως δέχεται το Εφετείο, εδαφική διαχωριστική λωρίδα, επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα, όσον αφορά το αναπόδεικτο, εντεύθεν δε το κατ' ουσίαν αβάσιμο των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας- ενάγουσας.
Ως εκ τούτου οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά τα σχετικά σκέλη του, δεύτερος και τρίτος, κατά το σχετικό σκέλος του, αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη της τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε υπήρξε οδός και ότι ο περί του αναθέτου προβληθείς ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων είναι αόριστος και αβάσιμος.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, παραθέτοντας στο σκεπτικό της ότι στα αναφερόμενα σ' αυτήν συμβολαιογραφικά έγγραφα αναφέρεται ως "ιδιωτική οδός", ενώ το ίδιο την χαρακτηρίζει ως "διαχωριστική λωρίδα μεταξύ των ιδιοκτησιών", στη συνέχεια δε απέρριψε τον περί κτήσεως κυριότητας αυτού ισχυρισμό από την αναιρεσείουσα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω του αναποδείκτου διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής της και ικανών να επιστηρίξουν τον, ως άνω, πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας επ' αυτού.
Ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο κατά το σχετικό σκέλος του λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι: α) τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, β) τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, γ) τις υπ' αριθ. ...2010, ...2010 και ...2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα των Λ.
Π., Π. Μ. και Ε. Σ.-Π., γ) το από 3-1-2005 έγγραφο του Π. Λ. προς την Κοινότητα ..., δ) το από ..1948 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ. Κ. και το υπ' αριθ. ...1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Δ. Π., ε) τα υπ' αριθ. 284/2011 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, στ) το από Σεπτεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Σ.
και ζ) την οριστική μελέτη που εκπονήθηκε το έτος 2008 για τις πολεοδομικές ενότητες 1 και 2 της Κοινότητας .... Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι νομότυπα προσκομίσθηκαν, εφόσον μάλιστα σ' αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: ".....
από την προσήκουσα εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από τις φωτογραφίες, από τις ...2010, ...2011, ...2010 και ...2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα....
και από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι....", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου των αποδεικτικών τούτων μέσων.
Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων κατά το σχετικό σκέλος του αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 91/2017). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 152/2015).
Με τον τρίτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά τον εκτιθέμενο στο δικόγραφο της τρόπο παραμόρφωσε "την απορριπτική της ενστάσεώς του απόφαση του 2013 του Εθνικού Κτηματολογίου....". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η, ως άνω, απορριπτική απόφαση δεν είναι έγγραφο, επί του οποίου αποκλειστικώς ή κυρίως στηρίχθηκε το Εφετείο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση, αναφέρεται δε απλώς διηγηματικά κατά την ανάπτυξη της ιστορικής δομής της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να εξαίρεται ο αποδεικτικός της χαρακτήρας.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 946/2015).
Με τον τέταρτο, κατά το σχετικό σκέλος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του μαρτυρική κατάθεση, ενώ δεν έλαβε υπόψη "ως υπέρτερο αποδεικτικό στοιχείο" το από 24-12-1997 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής (Τεχνική Διεύθυνση- Δθνση Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής) προς την Κοινότητα ....
Πέραν του ότι το Εφετείο καλώς έλαβε υπόψη την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου λαβούσα χώρα νομοτύπως μαρτυρική κατάθεση, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 393 επ. ΚΠολΔ), ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και το προαναφερόμενο έγγραφο, το οποίο, μη αναφερόμενο στην επίδικη εδαφική έκταση, αλλά σε πεζοδρόμηση οδού κειμένης ανατολικώς και παραλλήλως αυτής, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ουδέν ιδιαίτερο δικονομικώς αποδεικτικό βάρος είχε και το οποίο συνεκτίμησε δεόντως με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (άρθρο 432 επ.
ΚΠολΔ), ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων, κατά το σχετικό σκέλος του, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2017 αίτηση της Α. χήρας Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 653/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ