Supreme Court dismisses appeal on theft conviction, upholding evidence admission and sentencing reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a theft conviction, ordering him to pay legal costs. The court found the lower court's admission of unverified documents procedurally valid because the documents' identity was sufficiently identified in the record. Furthermore, the court rejected the claim of insufficient reasoning, noting the lower court clearly detailed the proven facts and evidence supporting the conviction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 329, 331, 333, 358, 364, 369, 510 of the Code of Criminal Procedure; The admission of documents not formally recognized by the accused renders the proceedings void unless the document's identity is sufficiently established in the record to allow the accused to present their defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 924 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 924/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου I. H. L., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Βρόντο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 276/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2015 επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτήν ημέρα, αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 712/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στ. δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η αναγνώρισή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στ.
Α’ του Κ.Ποιν.Δ., αφού έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο που δεν αναγνωρίζεται. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.
Όμως, είναι αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώστηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι ανάγκη να συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Δηλαδή, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου που αναγνώστηκε είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 358 του Κ.Ποιν.Δ.
τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ίδιες διατάξεις, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ.
Α’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, αφού και έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ.) ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του, εκτός αν το έγγραφο που δεν αναγνώστηκε αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ’ αριθ.276/2015 αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνεται και το "έγγραφο που προσκόμισε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, φωτοτυπία του διαβατηρίου". Από τη διατύπωση αυτή στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι ένα έγγραφο προσκόμισε ο συνήγορος του κατηγορουμένου και αναγνώστηκε και συγκεκριμένα η φωτοτυπία του διαβατηρίου του κατηγορουμένου.
Τα στοιχεία του εγγράφου αυτού που αναγνώστηκε, το οποίο άλλωστε προσκόμισε ο ίδιος ο κατηγορούμενος διά του συνηγόρου του, είναι επαρκή, ώστε να μη καταλείπεται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά του εγγράφου που αναγνώστηκε και να καθίσταται βέβαιο ότι αναγνώστηκε το ως άνω έγγραφο, δηλαδή η φωτοτυπία του διαβατηρίου του κατηγορουμένου και όχι κάποιο άλλο έγγραφο.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας του εγγράφου που προσκομίστηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου και αναγνώστηκε, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω του ότι έλαβε υπόψη της έκθεση κατ’ οίκον έρευνας που δεν αναγνώστηκε. Όμως, από το σκεπτικό (αιτιολογικό) της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο οποίο αναφέρεται επί λέξει ότι "εκ των οποίων κλαπέντων εγγράφων μέρος βρέθηκε εντός της οικίας του κατηγορουμένου στην Αθήνα μετά από νομότυπη κατ’ οίκον αστυνομική έρευνα", προκύπτει ότι ο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο έκθεσης κατ’ οίκον έρευνας που δεν αναγνώστηκε, αλλά ότι αναφέρει διηγηματικά ως αιτιολογία της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας για την ενοχή του κατηγορουμένου που προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ότι βρέθηκε μέρος των εγγράφων που κλάπηκαν στην οικία του κατηγορουμένου μετά από αστυνομική έρευνα και δεν έχει παραδοχή ότι αυτά προέκυψαν από έγγραφο εκθέσεως κατ’ οίκον έρευνας.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο κατ’ οίκον έρευνας που δεν αναγνώστηκε, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για την αξιόποινη πράξη της κλοπής από κοινού σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα εξής: "Απ’ όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία την ανάγνωση των εγγράφων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Καρδίτσα από ώρα 20.00’ της 6-5-2008 έως και ώρα 07.30’ της 7-5-2008, ενεργώντας από κοινού, με τους V.
K. του L. και S. M. του A., δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, αφαίρεσε ξένα ολικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα με τους αφού εισήλθε στα επί της ενταύθα οδού ... ευρισκόμενα γραφεία του Τμήματος Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, της Περιφέρειας Καρδίτσας, αφαίρεσε από μεταλλικό χρηματοκιβώτιο, που παραβίασε, καθώς και από ερμάρια γραφείων υπαλλήλων της εν λόγω υπηρεσίας, τα παρακάτω έγγραφα - έντυπα:
Τριακόσιες σαράντα οκτώ (348) κενές αυτοκόλλητες άδειες διαμονής ενιαίου τύπου (βινιέτες), με σειριακούς αριθμούς από α/α ... έως και α/α ..., από α/α ... έως και α/α ..., από ... έως και α/α ..., από α/α ... έως και α/α ..., καθώς και την με α/α ... άδεια. Χίλιες τετρακόσιες ογδόντα πέντε (1485), βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών για τη χορήγηση άδειας παραμονής αλλοδαπών με σειριακούς αριθμούς από α/α ...
έως και α/α ... και από α/α ... έως και α/α .... Επτά (7) Φύλλα Ειδικού Τύπου στα οποία επικολλώνται αυτοκόλλητες άδειες παραμονής για υπηκόους Π.Γ.Δ.Μ. (Σκοπίων), τα οποία φέρουν σειριακούς αριθμούς από α/α ... έως και .... Σαράντα εννέα (49) έντυπες κενές άδειες παραμονής αλλοδαπών (χρώματος καφέ) παλαιού, οι οποίες δεν φέρουν σειριακούς αριθμούς, ιδιοποιούμενος αυτά παράνομα, εκ των οποίων κλαπέντων εγγράφων μέρος βρέθηκε εντός της οικίας του κατηγορουμένου στην Αθήνα μετά από νομότυπη κατ’ οίκον αστυνομική έρευνα.
Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξης, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα απουσίαζε στην Αλβανία, καθώς κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου που προσκόμισε στο ακροατήριο". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 45 και 372 παρ. 1α του Π.Κ..
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων), είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του Ι. Χ. του Λ. και της Κ. (I. X. του L. και της K.), που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτήν ημέρα, για αναίρεση της 276/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ