Legislator Case Law & Legislation
924/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and substantive grounds for lack of new facts.

Case Number 924/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred by considering unproposed facts and failing to address specific legal claims, while the respondent did not appear at the hearing. The court ruled that the respondent's absence was legally permissible and that the lower court correctly applied substantive law without considering extraneous matters.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure; Article 1095 of the Civil Code: The Supreme Court proceeds with the appeal hearing if the absent defendant is properly summoned, and an appeal based on the lower court considering unproposed facts is inadmissible if the appeal does not present new autonomous claims.

Keywords

AI generated
appeal procedure absent defendant unproposed facts substantive law property dispute civil procedure admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 1095 of the Civil Code
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 924 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 924/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1731/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο, και, σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την με αριθμό 11707/31-12-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Έδεσσας, την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 17-11-2010 αίτησης για αναίρεση της 1731/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 25-1-2012), επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου επισπεύδει την συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§ 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επειδή, κατά το άρθρο 1095 ΑΚ ο εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα. Η νομή ή κατοχή του πράγματος πρέπει να βασίζεται σε έννομη σχέση είτε οικογενειακή (δικαίωμα των γονέων για διοίκηση περιουσίας του τέκνου), είτε κληρονομική (δικαίωμα εκτελεστή διαθήκης), είτε εμπράγματη (επικαρπία, οίκηση, ενέχυρα) είτε ενοχική (μίσθωση, χρησιδάνειο κλπ), η οποία πρέπει να ισχύει και να είναι έγκυρη.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δικαιούται να νέμεται και να κατέχει το πράγμα, αποτελεί γνήσια αναβλητική ένσταση, διότι με τον ισχυρισμό αυτό ο εναγόμενος δεν αρνείται τη βάση της αγωγής, δηλαδή το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, αλλά αντιτάσσει ένα γεγονός που παρέχει σ' αυτόν δικαίωμα να διατηρεί τη νομή ή την κατοχή του πράγματος και να αρνηθεί την απόδοσή του.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, αποκρούοντας την ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι κατά μήνα Αύγουστο του έτους 1993 απέκτησε εγκύρως τη νομή των επίδικων ακινήτων, διότι η θανούσα στις 16-2-2002 Μ. Δ., της οποίας η αναιρεσίβλητη είναι καθολική διάδοχος, της παρέδωσε τη νομή των επιδίκων λόγω άτυπης δωρεάς, η οποία δεν υπόκειται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, και από τότε η αναιρεσείουσα τα νέμεται και τα κατέχει και ότι πρόθεση της θανούσας ήταν από την παράδοσή τους στην αναιρεσείουσα να αποξενωθεί η ίδια από τα επίδικα και κατά συνέπεια δεν είναι υπόχρεη να τα αποδώσει στην αναιρεσίβλητη, καθόσον έχει θεμελιώσει δικαίωμα νομής και κατοχής, ερειδόμενο στο άρθρο 1095 ΑΚ. Σύμφωνα, όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει κάποιο δικαίωμα από τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, που να θεμελιώνει ισχυρή και έγκυρη έννομη σχέση, μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας. Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, απορρίπτοντας τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμο, δεν έσφαλε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1095 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1095 ΑΚ, γιατί ζήτησε περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωση του δικαιώματός της εκ του άρθρου αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ προκύπτει σαφώς, ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησαμένου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλομένων και με την οποία ο πρώτος παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση πράγματος στον δεύτερο, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέψει μετά τη λήξη αυτής.

Πρόκειται για σύμβαση που καταρτίζεται μόνο με και από την εκτέλεση της παροχής από τον χρήστη. Παράδοση της χρήσης αποτελεί η θέση του χρησαμένου με τέτοια σχέση προς το πράγμα, ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιεί. Επομένως, ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού, δηλαδή στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει το πράγμα. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα, ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει, αφότου έγινε κακόπιστος.

Ειδικότερα, ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 Α.Κ.).

Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η θανούσα Μ. Δ., δικαιοπάροχος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, μετά την ανέγερση το έτος 1980 της πολυώροφης οικοδομής επί του οικοπέδου ιδιοκτησίας της, στη συμβολή των οδών ... και ... στην Έδεσσα, του νομού Πέλλας, έλαβε ως αντιπαροχή, μεταξύ άλλων, το επίδικο διαμέρισμα και μία μικρή αποθήκη, ως παρακολούθημα αυτού στον υπόγειο χώρο της ανωτέρω οικοδομής, καθώς και ένα ελεύθερο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου (πάρκιγκ) στον ισόγειο χώρο (πυλωτή) της ίδιας οικοδομής.

Η αποπεράτωση της οικοδομής αυτής έλαβε χώρα επί τα τέλη του έτους 1982 και έκτοτε και μέχρι το έτος 1993 περίπου η κληρονομουμένη Μ. Δ. εκμίσθωνε σε τρίτους, επ' ονόματι και για λογαριασμό της, το επίδικο ακίνητο, μαζί με την αποθήκη και τη θέση στάθμευσης και, ειδικότερα, στους μισθωτές, Ι. Θ. και Α. Π.. Για το λόγο αυτό, η ως άνω θανούσα στις φορολογικές δηλώσεις, που υπέβαλε για τα άνω έτη, δήλωνε ως εκμισθώτρια τα μισθώματα, που εισέπραττε από τους ανωτέρω μισθωτές, ενώ στο φορολογικό έντυπο Ε9 περιελάμβανε ως ανήκον σ' αυτή και το επίδικο διαμέρισμα.

Στη συνέχεια, από το έτος 1993 και μέχρι το θάνατό της, που επήλθε στις 16-2-2012, η ανωτέρω Μ. Δ. είχε παραχωρήσει σιωπηρά στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, χωρίς αντάλλαγμα γι' αόριστο χρόνο το άνω επίδικο διαμέρισμα, το οποίο χρησιμοποιούσε αυτή για τις στεγαστικές ανάγκες της, αφού διέμενε σ' αυτό με την οικογένειά της, κάνοντας συγχρόνως χρήση και της παραπάνω αποθήκης και θέσης στάθμευσης.

Για το λόγο δε αυτό, επιβαρυνόταν η ίδια η αναιρεσείουσα με την καταβολή των δαπανών κοινωφελών οργανισμών, όπως συνάγεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις της ΔΕΗ, οι οποίες εκδίδονταν στο όνομά της. Στην εν λόγω ενέργεια προέβη η Μ. Δ., διότι με την εναγομένη-αναιρεσείουσα διατηρούσε στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι η τελευταία είχε αναλάβει και τη φροντίδα της πρώτης, ενόψει του ότι ήδη βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία, αφού διήνυε το 82° έτος της ηλικίας της.

Άλλωστε, τ' ανωτέρω, ότι δηλαδή η Μ. Δ. είχε παραχωρήσει τη χρήση του επιδίκου διαμερίσματος, αλλά και των υπολοίπων ακινήτων (αποθήκης και χώρου σταθμεύσεως) στην αναιρεσείουσα για τις στεγαστικές της ανάγκες, αναφέρονται και στο σκεπτικό της 2733/2004 οριστικής απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας της τότε ενάγουσας και ήδη εναγομένης-αναιρεσείουσας κατά της τότε εναγομένης και ήδη ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, η οποία, αφού εξαφάνισε μετά από έφεση την 55/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε στη συνέχεια από ουσιαστική άποψη την άνω αγωγή, λόγω μη συμπλήρωσης στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσείουσας της 20ετούς νομής στα επίδικα ακίνητα, η άνω δε 2733/2004 απόφαση, μετά από αναίρεση κατ' αυτής, επικυρώθηκε με το ίδιο σκεπτικό και με την 1801/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως ν' απορρέει δεδικασμένο, αφού μεταξύ της δίκης εκείνης και της παρούσας δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.

Με βάση τα προαναφερθέντα, μεταξύ της κληρονομουμένης και δικαιοπαρόχου της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης Μ. Δ. και της εναγομένης-αναιρεσείουσας συνήφθη έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου, αορίστου χρόνου, η οποία δεν υπόκειται σε κανέναν τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς, από πράξεις των συμβαλλομένων μερών, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Ακόμη, αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της Μ. Δ., με βάση το 2405/18-7-2002 κληρονομητήριο, απέστειλε προς την αναιρεσείουσα την από 29-8-2002 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση, την οποίαν επέδωσε στις 2-9-2002 με την οποία γνωστοποιούσε, ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ανωτέρω ανήκουν σ' αυτή κατά κυριότητα τα επίδικα ακίνητα, τα οποία χρησιμοποιεί η αναιρεσείουσα και την καλούσε συγχρόνως να επικοινωνήσει με τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της Άϊκο Γεώργιο, προκειμένου να διευθετήσουν την μεταξύ τους διαφορά.

Η εν λόγω εξώδικη πρόσκληση-δήλωση, συνιστά καταγγελία της, αορίστου χρόνου, συμβάσεως χρησιδανείου, προκειμένου να αποδοθούν τα χρησιδανεισθέντα ακίνητα η οποία σύμβαση και για το λόγο αυτό έληξε. Η αναιρεσίβλητη, μετά το θάνατο της Μ. Δ., την 16-2-2002, ως καθολική διάδοχός της και συγκεκριμένα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, υπεισήλθε στη θέση της αποβιώσασας χρήστριας των επίδικων ακινήτων και κατά συνέπεια νομιμοποιείται να προβεί με την ιδιότητα αυτή σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης χρησιδανείου, η οποία είναι σχέση ενοχική και μάλιστα παρά το γεγονός ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας (2-9-2002), αυτή είχε μεν την ιδιότητα του κληρονόμου, με βάση το 2405/18-7-2002 κληρονομητήριο, πλην όμως δεν είχε αποδεχθεί ακόμη την καταληφθείσα στην ίδια κληρονομιά, με δήλωση αποδοχής κληρονομιάς μεταγεγραμμένη.

Η αναιρεσείουσα, η οποία δεν αρνείται το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης στα επίδικα ακίνητα, αλλά επικαλείται ίδιο δικαίωμα κατοχής επ' αυτών βάσει της σύμβασης χρησιδανείου, δεν συμμορφώθηκε προς το περιεχόμενο της άνω από 2-9-2002 εξώδικης καταγγελίας και αρνήθηκε ν' αποδώσει τα επίδικα ακίνητα, έκτοτε δε κατέστη κακής πίστεως νομέας αυτών, αφού έλαβε γνώση ότι έληξε η σύμβαση χρησιδανείου και δεν δικαιούνταν πλέον να τα κατέχει.

Κατόπιν τούτων, η αναιρεσείουσα, ως κακόπιστη νομέας έχει υποχρέωση από 2-9-2002, προς απόδοση των ωφελημάτων στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, η οποία κατέστη αληθής κυρία των επιδίκων ακινήτων, με την .../2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αναστασίας Γιοβάνογλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού μετά την αποδοχή της κληρονομίας από την πλευρά της η κυριότητα επί των άνω ακινήτων, μετήχθη σ' αυτήν αναδρομικά από το θάνατο (16.2.2002) της κληρονομουμένης Μ.

Δ.. Η αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε το επίδικο διαμέρισμα ως κατοικία της ίδιας και της οικογένειάς της, καθώς και την αποθήκη ως παρακολούθημα αυτού και τον ελεύθερο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου από 2-9-2002 μέχρι 1-2-2005 (ημέρα κατάθεσης της ένδικης αγωγής) και, ως κακής πίστεως νομέας, οφείλει ν' αποδώσει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη την ωφέλεια από τη χρήση των επίδικων ακινήτων, δηλαδή τα μισθώματα, που θα δαπανούσε αυτή για την εκμίσθωση όμοιων ακινήτων, δαπάνη όμως την οποίαν απέφυγε τελικά.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι η μισθωτική αξία του επίδικου διαμερίσματος και της αποθήκης ως παρακολούθημα, λαμβανομένων υπόψη της θέσης στην οποίαν αυτό βρίσκεται, της παλαιότητάς του (έτος κατασκευής 1982) και της επιφανείας του (91,70 τ.μ.), ανέρχεται, για το επίδικο χρονικό διάστημα (2-9-2002 μέχρι 1-2-2005) στο ποσόν των 120 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσόν των 3.360 ευρώ (120 € Χ 28 μήνες) και του ελεύθερου χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο ποσό των 20 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσόν των 560 ευρώ (20 ευρώ χ 28 μήνες)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι το έτος 1993 η Μ. Δ., δικαιοπάροχος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, παραχώρησε σιωπηρά στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα χωρίς αντάλλαγμα για αόριστο χρόνο τα επίδικα ακίνητα και έτσι μεταξύ αυτών συνήφθη έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου, ότι η καθολική διάδοχος της Μ.

Δ. και αναιρεσίβλητη, επέδωσε στην αναιρεσείουσα στις 2-9-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία της γνωστοποιούσε, ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος τα επίδικα που χρησιμοποιεί ανήκουν σ' αυτή και την καλούσε με το εξώδικο αυτό, που συνιστά καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου, να της αποδοθούν τα χρησιδανεισθέντα, ότι η αναιρεσείουσα δεν συμμορφώθηκε προς το περιεχόμενο της εξώδικης καταγγελίας και έτσι έκτοτε έγινε κακής πίστεως νομέας των επιδίκων, ότι η αναιρεσείουσα, χρησιμοποιώντας το επίδικο διαμέρισμα ως κατοικία, οφείλει ως κακής πίστεως να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη την ωφέλεια από τη χρήση των επίδικων ακινήτων, δηλαδή τα μισθώματα που θα δαπανούσε αυτή για την εκμίσθωση όμοιων ακινήτων και ότι η ωφέλεια αυτή ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 3.920 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, κατά το μέρος που αφορά το καταψηφιστικό μέρος της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και την σωρευθείσα αγωγή ωφελημάτων, δέχτηκε και κατά τούτο την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να αποδώσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τα επίδικα ακίνητα και να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.920 ευρώ.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1095, 1096, 1098 και 810 επ. ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού.

Για τη βασιμότητα του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν προταθεί από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εφόσον η επίμαχη απαίτησή της στηρίζονταν στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και δεν είχε γίνει επίκληση στην αγωγή ούτε ότι αυτή (εναγομένη-αναιρεσείουσα) τελούσε στην κατοχή των πραγμάτων στο πλαίσιο χρησιδανείου, ούτε ότι αυτή έλαβε γνώση στις 2-9-2002 με την αποστολή εξωδίκου καταγγελίας του χρησιδανείου, ότι δεν δικαιούται να νέμεται". Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι στην αγωγή υπήρχε αίτημα καταβολής ποσού ύψους 10.500 ευρώ και κατόπιν τούτου το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη το προταθέν αυτό αίτημα και επιδίκασε ποσό 3.920 ευρώ, κάνοντας εν μέρει δεκτό το εν λόγω αίτημα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2010 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της 1731/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ