Supreme Court allows appeal against labor contract renewal, citing statutory compliance and constitutional restrictions on indefinite terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the City of Athens to appeal the lower court's decision regarding the renewal of fixed-term employment contracts. The City argued that renewals were justified by the inability to establish indefinite-term contracts due to procedural non-compliance with specific labor laws. The Court agreed, ruling that the renewals did not violate the law or the Constitution's prohibition on converting fixed-term contracts to indefinite ones.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 669 of the Civil Code; Article 5 of Presidential Decree 81/2003; Article 103 of the Constitution: Fixed-term employment contract renewals are permissible when indefinite-term contracts cannot be established due to procedural or substantive barriers, provided they do not violate the constitutional prohibition on converting fixed-term contracts to indefinite ones.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 924 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 924/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την ονομασία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ματαράση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) αναφέρονται 24 αναιρεσίβλητοι και 25) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "......" (Π.Μ.Σ.), που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7η, 8ος, 9η, 10η, 11ος, 12ος, 13ος, 14η, 15ος, 16ος, 17η, 18η, 19ος, 20ος, 21η, 22ος, 23ος και 24ος αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη. Η 25η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπό της Κων/νο Γεωργόπουλο, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιό της τον ως άνω δικηγόρο, Δημήτριο Περπατάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2004 αγωγή των ήδη είκοσι τεσσάρων (24) πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 952/2004 μη οριστική και 2063/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6218/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2006 αίτησή του και τον από 29-1-2008 πρόσθετο λόγο του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 12-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των πρώτου, έκτου, έβδομου και όγδοου λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, καθώς και του μοναδικού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές, πρωτοποριακές για την εποχή τους, με τις οποίες από τότε επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ1 άρθρο 259 Π.Κ.
Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους φορείς) περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αόριστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτήν του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστού χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ.
γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα", ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ/φο 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση κατά την οποία αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου δεν έχει.
Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκη όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής.
Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου.
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αόριστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηριστούν ως αόριστου χρόνου.
Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων, για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ1 όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου, που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αόριστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αόριστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Ο - 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεως του ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας 3ρισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων".
Περαιτέρω, στην 94η σκέψη του δέχεται "ότι όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που θα διαπιστώνονταν μ' όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, δηλαδή κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτήν.
Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση....5.
Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.
α' της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης....". Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διαφορετική ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού (Ολ.ΑΠ 20/2007, 18/2006, 23/1998).
Τέλος, κατά μεν το άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 81 της 27-3/2.4.2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1 εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο του 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2.4.2003), το εν λόγω π.δ.
εφαρμόζεται και στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά δε το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου π.δ/τος, όπως η εν λόγω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση του άρθρου 5 με το άρθρο 3 του π.δ/τος 180/2004, λαμβανομένου υπόψη ότι το προαναφερόμενο π.δ/γμα είχε εφαρμογή και στο προσωπικό του ως άνω δημόσιου τομέα μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ/τος 164/2004, "η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης. Αν δικαιολογείται από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, αν η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, αν γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, αν γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός...Αν η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη...Αν ο εργαζόμενος αμείβεται από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού ή προϋπολογισμού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που προορίζονται σύμφωνα με τον προϋπολογισμό για εργασία ορισμένου χρόνου.
Αν η ανάγκη της εκμετάλλευσης για παροχή εργασίας υφίσταται μόνο προσωρινά. Αν η ιδιομορφία της εργασιακής σχέσης ή οι κείμενοι στο πρόσωπο του εργαζόμενου λόγοι δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια....Αν πρόκειται για απασχολήσεις εποχικού χαρακτήρα ή για κάλυψη εποχιακών αναγκών.... β. Αντικειμενικός λόγος τεκμαίρεται, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης από τον εργαζόμενο, ότι υφίσταται σε τομείς δραστηριοτήτων που δικαιολογείται λόγω της φύσης τους και του χαρακτήρα της απασχόλησης σε αυτούς όπως ιδίως...στους καλλιτέχνες θεάματος, μαέστρους και σολίστες ορχήστρας και μουσικούς οργανικών ή φωνητικών συνόλων...".
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το πρώτο μουσικό σύνολο, με τη μορφή της "Φιλαρμονικής", (που μετονομάστηκε σε "....."), του Δήμου Αθηναίων, δηλαδή η Φιλαρμονική του τελευταίου Δήμου, ιδρύθηκε κατά το έτος 1927, με σκοπό τη συμμετοχή της σε διάφορες δημοτικές εκδηλώσεις καθώς επίσης και την προσφορά ψυχαγωγίας και μουσικής παιδείας στους δημότες των Αθηνών.
Στις 15-11-1990 εντάχθηκε στο αναιρεσείον Δημοτικό Νομικό Πρόσωπο (Ν.Π.Δ.Δ.) με την ονομασία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" - Π.Ο.Δ.Α.), το οποίο συνέχισε την αναβάθμιση και ανανέωση αυτής, τις οποίες επιχειρούσαν μέχρι τότε οι εκάστοτε δημοτικές αρχές, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών και να εξομοιωθεί με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές συμφωνικές φιλαρμονικές.
Συγκεκριμένα, η εκάστοτε δημοτική αρχή στην αρχή και το αναιρεσείον στη συνέχεια προσλάμβαναν νέους διπλωματούχους μουσικούς, οι οποίοι ήδη πλησιάζουν σε αριθμό περίπου τους 120, αγόραζαν νέα μουσικά όργανα, νέες ενδυμασίες, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις μουσικές εκδηλώσεις κάθε εποχής, δημιούργησαν κατάλληλες εγκαταστάσεις σε νέα κτίρια και βιβλιοθήκη, στην οποία τοποθέτησαν τα παλαιά έργα και για την πληρότητα της αγόραζαν νέα.
Με τη νέα της ονομασία ".......", τα τελευταία τουλάχιστον 10 χρόνια ακολουθεί ουσιαστική για την τέχνη της μουσικής πορεία, με ενεργό συμμετοχή στην εκπαιδευτική και πολιτιστική ζωή όχι μόνο στην περιοχή του Δήμου Αθηναίων, αλλά και ευρύτερα, σε ολόκληρη τη Χώρα, καθώς και στην αλλοδαπή, με σταθερή και διαρκή παρουσία σε εκδηλώσεις κοινωνικού, πολιτιστικού, θρησκευτικού και αθλητικού χαρακτήρα, διοργανώσεις συναυλιών και στην παραγωγή δισκογραφικού έργου.
Για να ανταποκριθεί στις κλήσεις για την παρουσία της σε διάφορες τακτικές ή έκτακτες εκδηλώσεις, όπως φιλανθρωπικές και πολιτιστικές συναυλίες στο εσωτερικό και το εξωτερικό, εορτές, τελετές - λιτανείες εκκλησιών, παρελάσεις, "φεστιβάλ" φιλαρμονικών, δισκογραφικές παραγωγές κ.λπ., οι οποίες πολλές φορές υπερβαίνουν τις τρεις (3) ημερησίως και τις τετρακόσιες (400) ετησίως, έχει διαιρεθεί σε άρτια μουσικά τμήματα, τα οποία αποτελούνται σήμερα περίπου από 120 συνολικά μουσικούς, οι 82 από τους οποίους συνδέονται με το αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, οι 3 με συμβάσεις δημόσιου δικαίου και οι υπόλοιποι, περίπου 30, μεταξύ των οποίων και οι 24 αναιρεσίβλητοι υπό τον αριθμό 1, με ανανεούμενες διαδοχικές συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου.
Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι αυτοί προσλήφθηκαν ως οργανικοί μουσικοί για πρώτη φορά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους: η πρώτη την 1-5-1999 ως μουσικός του οργάνου κλαρίνου, η δεύτερη στις 17-11-1999 ως μουσικός του οργάνου όμποε, ο τρίτος στις 17-11-1999 ως μουσικός του οργάνου τρομπέτα, ο τέταρτος την 1-1-2000 ως μουσικός του οργάνου τρομπόνι - ευφώνιο, η πέμπτη την 1-1-2000 ως μουσικός του οργάνου τρομπέτα, ο έκτος την 1-1-2000 ως μουσικός του οργάνου κόρνο, η έβδομη την 1-2-2000 ως μουσικός του οργάνου κλαρίνο, ο όγδοος την 1-2-2000 ως μουσικός του οργάνου τρομπόνι - αλτικόρνο, η ένατη την 1-7-2000 ως μουσικός του οργάνου σαξόφωνο - άλτο, η δέκατη την 1-8-2000 ως μουσικός του οργάνου φλάουτο, ο ενδέκατος την 1-11-2000 ως μουσικός του οργάνου τούμπα, ο δωδέκατος την 1-12-2000 ως μουσικός του οργάνου τούμπα, ο δέκατος τρίτος την 1-1-2001 ως μουσικός του οργάνου τούμπα, η δέκατη τέταρτη την 1-7-2001 ως μουσικός του οργάνου φλάουτο, ο δέκατος πέμπτος την 1-7-2001 ως μουσικός του οργάνου τούμπα, ο δέκατος έκτος την 1-8-2001 ως μουσικός του οργάνου σαξόφωνο, η δέκατη έβδομη, η οποία είναι μεν υπήκοος της Αλβανίας, πλην όμως κατείχε άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα κατά τον επίδικο χρόνο, την 1-1-2002 ως μουσικός του οργάνου κλαρίνο, η δέκατη όγδοη την 1-1-2002 ως μουσικός του οργάνου κλαρίνο, ο δέκατος ένατος την 1-1-2002 ως μουσικός του οργάνου τρομπέτα, ο εικοστός την 1-^·-2002 ως μουσικός του οργάνου κρουστά, η εικοστή πρώτη την 1-3-2002 ως μουσικός του οργάνου κλαρίνο, ο εικοστός δεύτερος στις 23-5-2002 ως μουσικός του οργάνου τρομπόνι, ο εικοστός τρίτος την 1-6-2002 ως μουσικός του οργάνου κρουστά και ο εικοστός τέταρτος ως μουσικός του οργάνου κλαρίνο.
Οι αρχικές προσλήψεις των ως άνω αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα παραπάνω, έγιναν είτε εγγράφως με ετήσιες συμβάσεις έργου ορισμένου (οι αναιρεσίβλητοι με αριθμό 1, 3-18, 20-24), είτε προφορικώς με την έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών (οι αναιρεσίβλητοι με αριθμό 2, 3 και 19). Όλοι οι αναιρεσίβλητοι όμως, δηλαδή και οι τελευταίοι από αυτούς, κατάρτισαν με το αναιρεσείον μεταγενεστέρως έγγραφες συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, οι τελευταίες των οποίων καταρτίστηκαν την 1-8-2003 και έληγαν στις 31-12-2003.
Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της σχέσεως τους με το αναιρεσείον, που ήταν και είναι συνεχής και αδιάκοπη και σταθερή, ακολουθούσαν το πρόγραμμα των μονίμων υπαλλήλων - μουσικών αυτού, δηλαδή απασχολήθηκαν και απασχολούνται πέντε ώρες ημερησίως επί επτά ημέρες εβδομαδιαίως, είτε με την πραγματοποίηση συνεχών δοκιμών για να βρίσκονται πάντοτε σε επαγγελματική ετοιμότητα, είτε με τη συμμετοχή τους στις διάφορες μουσικές προγραμματισμένες ή έκτακτες μουσικές εκδηλώσεις, για τις οποίες (δοκιμές και εκδηλώσεις) χρησιμοποιούσαν όργανα του αναιρεσείοντος και όχι δικά τους, ήταν υποχρεωμένοι να δέχονται και δέχονταν πραγματικά και δεσμευτικά τον έλεγχο των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος και ως προς τον τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας τους, υποχρεούμενοι περαιτέρω να υπόκεινται στην εποπτεία του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, ή του αντιπροέδρου αυτού ή των διευθυντών του αναιρεσείοντος και τέλος των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να επιβλέπουν και να πιστοποιούν τη συμμόρφωση των αναιρεσιβλήτων στις παραπάνω οδηγίες, (σύμφωνα με τους όρους των προαναφερόμενων έντυπων συμβάσεων, κατά τους οποίους: (2) "τόπος εκτέλεσης του έργου θα είναι οι χώροι και οι αίθουσες που θα υποδεικνύονται κάθε φορά από την αρμόδια υπηρεσία του Πολιτισμικού Οργανισμού", (4) "ο αριθμός των ωρών εργασίας δεν θα υπερβαίνει τις πέντε (5) ημερησίως.
Συγκεκριμένες ημέρες και ώρες εκτέλεσης του έργου (πρωινές, απογευματινές ή βράδυνες) θα ορίζονται από τον Πολιτισμικό Οργανισμό και δεν θα συναρτώνται με το ωράριο εργασίας της Υπηρεσίας", (5) "ο τόπος εργασίας Γ και οι λοιπές λεπτομέρειες του έργου θα τελούν πάντα υπό την έγκριση του Πολιτισμικού Οργανισμού ο οποίος έχει δικαίωμα να τις τροποποιεί όπου αυτό επιβάλλεται από τις λειτουργικές ή πολιτιστικές του ανάγκες", (6) "ο "Συμβασιούχος" υποχρεούται να εκτελέσει το έργο ο ίδιος και δεν έχει δικαίωμα να υποκατασταθεί από άλλον...", (7) "ο "Συμβασιούχος" υποχρεούται να εκτελέσει το έργο με επιμέλεια και αποδοτικότητα και να συνεργάζεται με τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή τον Αντιπρόεδρο αυτού ή τους Διευθυντές καθώς και με τους από αυτούς εξουσιοδοτημένους Συμβούλους του Διοικητικού Συμβουλίου και υπαλλήλους του Πολιτισμικού Οργανισμού οι οποίοι θα επιβλέπουν και θα πιστοποιούν την κανονική εκτέλεση του έργου, υποχρεούται δε να ακολουθεί κάθε φορά τις οδηγίες τους" κλπ).
Έτσι και οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, αλλά και το αναιρεσείον δεν απέβλεπαν με τις ένδικες εργασιακές σχέσεις στην επίτευξη οποιουδήποτε έργου ή στο αποτέλεσμα της εργασίας, αλλά στην ίδια την παροχή της εργασίας και στο συμφωνημένο μισθό. Έτσι, οι επίδικες συμβάσεις, αν και χαρακτηρίσθηκαν από τους συμβαλλομένους ως συμβάσεις έργου ή αναθέσεις έργου κατ' αποκοπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 265 επ. 200 και 203 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο νόμου με το άρθρο μόνο του 410/1995, αποτελούν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αφού περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία των τελευταίων και ιδιαίτερα περιέχοντα ποιοτικό στοιχείο - κριτήριο και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, χωρίς να ασκεί επιρροή, για τον ορθό κατά τα ανωτέρω νομικό χαρακτηρισμό τους, ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η πληρωμή του μισθού των αναιρεσιβλήτων (με δελτία παροχής υπηρεσιών).
Οι δε υποχρεώσεις της Φιλαρμονικής του Δήμου Αθηναίων, που είναι διαρκείς και συνεχείς και θα εξακολουθήσουν να υφίστανται όχι μόνο για τα μέλλοντα 10 χρόνια αλλά και τα 40 χρόνια, δεν μπορούν να καλυφθούν με περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση των μουσικών, διότι κάτι τέτοιο αποκλείει την επιτυχή εκτέλεση από μουσικά σύνολα.
Επομένως οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, με την προσφορά των υπηρεσιών τους στο αναιρεσείον εξυπηρετούσαν και εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, διότι απασχολούνται ακριβώς όπως και οι λοιποί μόνιμοι μουσικοί υπάλληλοι αυτού και είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία της Φιλαρμονικής.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι οι σχέσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον είχαν από την αρχή τα χαρακτηριστικά ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Οι διαδοχικές συμβάσεις έργου των αναιρεσιβλήτων με διάρκεια το ένα έτος ή και μικρότερη, οι οποίες όμως συνολικά για τον καθένα από αυτούς υπερβαίνει τη διετία, δεν δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς και έγιναν καταχρηστικά, δηλαδή προκειμένου να καταστρατηγηθούν τα εργατικά τους δικαιώματα, αφού η ορισμένη διάρκεια της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσεως δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας τους ούτε επιβάλλεται από τις συνθήκες και τις ανάγκες λειτουργίας της "......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με το να δεχτεί με την εκκληθείσα υπ'αριθ. 2063/2004 οριστική απόφασή του, έστω και με διαφορετική κατά ένα μέρος αιτιολογία, ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 1.3.2004 αγωγή των υπό τον αριθμό 1, 24 αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας ότι καθένας από αυτούς συνδεόταν με το αναιρεσείον με μία ενιαία (διαρκή) σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου από την αρχή της προσλήψεώς του και καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής του σχέσεως με το τελευταίο, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα εις βάρος του αναιρεσείοντος, αντικαθιστώντας κατά ένα μέρος της την αιτιολογία αυτήν και συμπληρώνοντάς την απέρριψε ως αβάσιμους, σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ, τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του π.δ/τος 81/2003, των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 του ν.2112/1920, του άρθρου 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε.
της 28.6.1999. Και αυτό γιατί, κατά τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και εργάζονταν δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν.2190/1994, με βάση τις οποίες απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, δεδομένου ότι το αναιρεσείον, ως Ν.Π.Δ.Δ., υπαγόταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αναφορικά με τις προσλήψεις σ'αυτόν προσωπικού.
Επομένως και υπό την εκδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους αναιρεσείοντος δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή εδώ οι διατάξεις των άρθρων 281 και 671 του ΑΚ, από τις οποίες, η μεν πρώτη απαγορεύει την κατάχρηση του δικαιώματος, η δε δεύτερη αφορά τη σιωπηρή ανανέωση της συμβάσεως εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο, καθώς και οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2112/1920, ακριβώς διότι η μετατροπή των συμβάσεών τους σε τέτοιες αόριστου χρόνου θα προσέκρουε στις διατάξεις του ν.2190/1994 και, περαιτέρω, στις παρατιθέμενες διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία από τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, ρητώς απαγορεύεται η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αόριστου χρόνου, ενώ παρόμοια απαγόρευση ισχύει και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου.
Εξάλλου, οι στην προκειμένη περίπτωση ανανεώσεις των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν προσέκρουαν στις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ/τος 81/2003, που, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 και άρχισε να ισχύει από τις 2.4.2003, ακριβώς διότι δικαιολογούνταν κυρίως από τον αντικειμενικό λόγο της μη υπάρξεως δυνατότητας καταρτίσεως συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου λόγω της μη τηρήσεως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της διαδικασίας που προβλέπεται στο ν. 2190/1994.
Ούτε όμως και με την εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος ήταν δυνατόν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, να γίνε μετατροπή των ως άνω συμβάσεων εργασίας σε τέτοιες αόριστου χρόνου, ακριβώς διότι με βάση τις άλλες ειδικές διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος απαγορευόταν η μετατροπή τους σε αόριστου χρόνου.
Εξάλλου, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν.2527/1997, που αφορούν τα των συμβάσεων μισθώσεως έργου, ή οι πιο πάνω μεταβατικές διατάξεις της παρ. 1 στοιχ. α' του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, εφόσον η τελευταία από τις ένδικες συμβάσεις εργασίας καθενός από τους ως άνω αναιρεσιβλήτους είχε ήδη λήξει πριν από το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος, που, κατά το άρθρο του 12, έγινε στις 19.7.2004 (παρ. 5 του αμέσως πιο πάνω άρθρου).
Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αντίστοιχα, α) των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 στοιχ.
β' του π.δ/τος 81/2003, β) της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, των άρθρων 1 και 5 παρ. 1 του π.δ/τος 81/2003 και των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, γ) του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. β' εδάφιο 11 του π.δ/τος 81/2003, δ) του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και ε) του άρθρου 8 παρ. 3 του ν.2112/1920, του άρθρου 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους λόγους αυτούς αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει να υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6218/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ