Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of appeal regarding property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Lamia Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court failed to consider a judicial admission by the defendant regarding the defendant's knowledge of the property's status in 1986. The court rejected this claim, ruling that the admission constituted a reasoned denial of the appellant's specific claim rather than a relevant fact for the appeal. Consequently, the appeal was found inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's failure to consider a fact constitutes a reasoned denial of a claim rather than a substantive error affecting the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 923 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 923/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δήμου-Δημητρίου Παπαναστασίου.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου-Μάρκου Αχουζαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 1075/ΤΜ76/13-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1/2017 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 8-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 1/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας(τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ` ουσία έφεση της ήδη αναιρείουσας-εναγομένης-εφεσίβλητης κατά της 34/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-11-2007 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης)-ενάγουσας-εκκαλούσας .Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 27-9-2017 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Τριμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας). Είναι συνεπώς παραδεκτή(άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2.Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 908/2011).Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης με την επίκληση της εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας ότι δεν έλαβε υπόψη της τους πραγματικούς ισχυρισμούς της ως προς τις όμορες του επιδίκου ακινήτου ιδιοκτησίες και ιδιοκτήτες αυτών ως ουσιωδών στοιχείων για την εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας της επί του εδάφους, με σκοπό το δικαστικό έλεγχο της ένστασής της περί παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος γιατί οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν ''πράγμα''αλλά επιχειρήματα προς απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας την οποία έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη και την απέρριψε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης.
3.Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτήν την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).Κατά το άρθρο 980 παρ.1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου.
Ο τρίτος που ασκεί τη νομή, ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου κλπ.). Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης (άρθρο 982 ΑΚ).
Ως αντιποίηση της νομής νοείται η μεταστροφή της βούλησης του αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής, ώστε να το εξουσιάζει ως κύριος. Η γνωστοποίηση δε της αντιποίησης από τον κάτοχο στο νομέα μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο. Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετ` ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α. Π. Π. του Ε., απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1943. Αυτός είχε καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι με άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας (ΟλΑΠ 75/1987 ΕλλΔνη 32.1483, ΑΠ 452/2016, ΑΠ 227/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενός αγρού, εκτάσεως περίπου 3,5 στρεμμάτων, το οποίο βρισκόταν στη θέση "…" (Π.
και Κ.) του οικισμού ... της περιφέρειας της Κοινότητας Πολύδροσου (ήδη Δ.Δ. ...), συνόρευε δε γύρωθεν με αγρούς κληρονόμου Β., ρέμα, δρόμο και αγρούς Α. Β. και κληρονόμων Δ. Π.. Οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Π. Π., μεταξύ των οποίων και οι Δ. Π. του Α. και Γ. σύζυγος Μ. Γ., διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία με το υπ'αριθ.
…..8/14-Ι0-1964 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων (τόμο ….9 και αριθμό …3). Δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου διανομής κατατμήθηκε το προαναφερόμενο ακίνητο σε τρία μέρη και έτσι έγιναν ο Δ. Π. του Α. κύριος του 1/7 αυτού, ήτοι έκτασης 0,50 στρέμματος περίπου, η Γ.
σύζυγος Μ. Γ. κυρία των 3/7, ήτοι εκτάσεως 1,5 στρέμματος περίπου, και ο Α. Π. του Λ. κύριος των λοιπών 3/7, ήτοι εκτάσεως 1,5 στρέμματος περίπου. Όλα τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Η Γ., σύζυγος Μ. Γ., μεταβίβασε στην ενάγουσα το διανεμηθέν στην ίδια ακίνητο δυνάμει του υπ'αριθ. …3/29-1-1987 δωρητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων (τόμο ….1 και αριθμό ….1).
Το ακίνητο της, συνολικής επιφανείας 1.290,42 τ.μ., αποτυπώνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 48-49-50-51-52-53- 54-55-56-57-5 8-59-60-61-62-63-64-65-66-67-68-69-70-71-72-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31-32-33-34-73-74-75-76-48 στο από μήνα Ιούλιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της Α. Μ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, και συνορεύει, μεταξύ άλλων, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία της εναγομένης ("προς ανατολάς" κατά το συμβόλαιο διανομής, όπου, όμως, ο βορράς και ο νότος έχουν εκ παραδρομής σχεδόν αναστραφεί).
Ο Δ. Π. του Α. απεβίωσε αδιάθετος στις 15-11- 1975 και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από τα τέκνα του Κ. και Α. Π., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά δυνάμει της υπ'αριθ. …9/19-6-1976 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων (τόμο …3 και αριθμό …9).
Έτσι, περιήλθε σ' αυτούς το δικαίωμα κυριότητας του πατρός τους στο παραπάνω εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 500,10 τ.μ. μέτρων, το οποίο αποτυπώνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 41-42-43-44-45-46-47-48-76-75-74- 73-34-35-1-36-37-38-39-40-41 στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βόρεια και βορειοανατολικά με το ρέμα …., δυτικά με ιδιοκτησία της ενάγουσας, νότια με αγρό κληρονόμων Ι.
Β. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Λ. Π.. Η περιγραφή του τμήματος κατά θέση, όρια, είδος (αγρός) και έκταση στην πράξη αποδοχής είναι όμοια εκείνης του υπ'αριθ. …8/14-10-1964 συμβολαίου διανομής. Εξάλλου, ο Κ. Π. του Δήμου απεβίωσε αδιάθετος, στις 16-11-2001 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του, Β., και τα τρία τέκνα του, Δ.-Δ., Α.
και Μ. (εναγόμενη), οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά δυνάμει της υπ'αριθ. ….4/23-4-2004 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων (τόμο ….3 και αριθμό ….0). Με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας (άρθρα 1813 παρ. 3 και 1820 ΑΚ).
Στην τελευταία πράξη αποδοχής το κληρονομιαίο ακίνητο στη θέση "…." του οικισμού ... περιγράφεται ως οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφάνειας 1.085 μέτρων κατόπιν νέας καταμέτρησης, με ισόγεια οικία και αποθήκη. Στην ίδια συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής επισυνάφθηκε το από 25-7-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Τ. (προφανώς εκ παραδρομής αναγράφεται στη συμβολαιογραφική πράξη ως ημερομηνία σύνταξης του διαγράμματος η 18η Ιουλίου 2003). Εν συνεχεία, η Β., Δ. - Δ. και Α. Π. μεταβίβασαν στην εναγόμενη τα ιδανικά τους μερίδια στο κληρονομιαίο ακίνητο και ειδικότερα, η μεν πρώτη με το υπ'αριθ. …9/28-12-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ε.
Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων (τόμο ….8 και αριθμό …), οι δε δεύτερος και τρίτος δυνάμει του υπ'αριθ. ….5/28-12-2004 δωρητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων (τόμο …8 και αριθμό ….).
Η εναγόμενη αγόρασε το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο από την Α. Π., θεία της και συγκυρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ'αριθ. …2/28-12-2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων (τόμο 118 και αριθμ καθιστάμενη έτσι αποκλειστική κυρία του ακινήτου.
Περαιτέρω, η Γ., σύζυγος Μ. Γ., κάτοικος ..., επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να επισκέπτεται το …. λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δικά της και του συζύγου της, που επέβαλαν τη συχνή νοσηλεία τους, ανέθεσε την επίβλεψη, φροντίδα και φύλαξη της εκεί (…..) ακίνητης περιουσίας της στο Δ. Π., αδελφό της, ο οποίος έκτοτε και ως το θάνατο του στις 15-11-1975 ασκούσε τη νομή επί του προπεριγραφόμενου ακινήτου της στην θέση "…" ..., στο όνομα και για λογαριασμό της.
Μετά το θάνατο του αδελφού της η Γ. παρακάλεσε τον ανιψιό της, Κ. Π., να συνεχίσει την επίβλεψη, φροντίδα και φύλαξη της περιουσίας της, πρόταση την οποία εκείνος αποδέχθηκε. Οι προαναφερόμενοι αντιπρόσωποι νομής ενημέρωναν την αντιπροσωπευόμενη για την κατάσταση του ως άνω ακινήτου, ενώ, όταν την επισκέπτονταν, της έφερναν κεράσια από τις εντός αυτού κερασιές.
Ο Κ. Π. σε άγνωστο χρονικό σημείο, αλλά, πάντως, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, περιέφραξε τμήμα του παραπάνω ακινήτου της Γ., συζ. Μ. Γ., εκτάσεως 592,45 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 48-49-50-51-52-23-24-25-26- 27-28-29-30-31-32-33-34-73-74-75-76-48 στο άνω από μήνα Ιούλιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της Α. Μ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, και συνορεύει βορειοανατολικά με νυν ιδιοκτησία της εναγομένης, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.
Β., βορειοδυτικά και δυτικά με ιδιοκτησία Λ. Π. και νότια με λοιπή ιδιοκτησία της ενάγουσας, ενσωματώνοντας αυτό στο όμορο βορειοανατολικά συγκυριότητας του ιδίου και της Α. Π., κατάσταση που διατηρήθηκε έως και τη συζήτηση της αγωγής. Σημειώνεται ότι, το συνολικό εμβαδόν της έκτασης των τριών ακινήτων, που περιήλθαν με το προαναφερόμενο διανεμητήριο συμβόλαιο στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, τον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης και τον Α.
Π., ισούται με το εμβαδόν του όλου προ της κατάτμησης ακινήτου, ήτοι με 3.491,05 τ.μ. (περίπου 3,5 στρέμματα). Αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το πραγματικό εμβαδόν του ακινήτου της είναι, μετά από νεότερη ορθή καταμέτρηση, 1.085 τ.μ. περίπου, και όχι 500 τ.μ., και ότι στην ιδιοκτησία της περιλαμβάνεται η επίδικη έκταση, τότε μ' αυτήν την νέα καταμέτρηση θα αυξανόταν αντίστοιχα και το εμβαδόν της συνολικής έκτασης του αρχικού προ της κατάτμησης ακινήτου, ώστε να μην μειωθεί η επιφάνεια των ακινήτων της ενάγουσας ή του Λ.
Π., δεδομένου ότι σαφής βούληση των συμβαλλομένων στο υπ'αριθ. ….8/14-10-1964 συμβόλαιο διανομής είναι η κατάτμηση του όλου ακινήτου σε τρία μέρη με βάση την εκεί αναγραφόμενη επιφάνεια και ποσοστά (βλ. πχ. σελ. 8 και σελ. 11, όπου παρατίθενται επί λέξει τα εξής: "... εν έβδομον (1/7) της όλης εκτάσεως αυτού ήτοι εν τμήμα εκτάσεως ημίσεως στρέμματος περίπου..." και "...
εν τμήμα αυτού εκτάσεως ενός και ημίσεως (1 1/2) περίπου στρέμματος (ήτοι ίσον προς τα τρία έβδομα της όλης εκτάσεως του αγρού τούτου), ..."). Στο διανεμητήριο συμβόλαιο, μάλιστα, το ρέμα …. έχει τεθεί ως ανατολικό σύνορο της ιδιοκτησίας του Δ. Π., απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγομένης και ως δυτικό η ιδιοκτησία της Γ., συζύγου Μ.
Γ., δικαιοπαρόχου της ενάγουσας. Εφόσον, το ανατολικό σύνορο εξακολουθεί να παραμένει το ίδιο και δεν μειώθηκε το εμβαδόν των λοιπών όμορων ιδιοκτησιών των κληρονόμων Ι. Β. και Λ. Π., η διεύρυνση της έκτασης του ακινήτου της εναγομένης έγινε με τη μετατόπιση των δυτικών ορίων σε βάρος μόνο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας.
Αντίθετο πόρισμα θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα το ακίνητο της ενάγουσας να έχει εμβαδόν 697,97 τ.μ. και το ακίνητο της εναγομένης 1.092,55 τ.μ. (βλ. το συνημμένο στην αγωγή από μήνα Ιούλιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της Α. Μ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού), δηλαδή η επιφάνεια του πρώτου ακινήτου θα ανερχόταν στο 64% εκείνης του δευτέρου, ενώ θα έπρεπε να είναι τριπλάσια σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διανεμητήριο συμβόλαιο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η ένσταση ιδίας κυριότητας κατά την κύρια βάση της (παράγωγος τρόπος κτήσης). Ο Κ. Π., εξάλλου, δικαιοπάροχος της εναγομένης, προέβη και σε διάφορες άλλες διακατοχικές πράξεις, όπως στην ανέγερση μικρού κτίσματος και στην προσθήκη δωματίου σε αυτό τα έτη 1975-1978, στην τηλεφωνική σύνδεση του επιδίκου το έτος 1980 και στην ηλεκτροδότησή του το έτος 1984. Όμως, ο ανωτέρω ουδέποτε γνωστοποίησε με οποιαδήποτε τρόπο στην ενάγουσα ή στη δικαιοπάροχο της, κυρίες και αντιπροσωπευόμενες νομείς του επιδίκου, τη θέλησή του να ασκεί επ' αυτού την φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, η οποία γνωστοποίηση ήταν απαραίτητη κατά νόμο για την έναρξη χρησικτησίας στο επίδικο εκ μέρους του αντιπροσώπου και δικαιοπαρόχου της εναγομένης. Υπό τα δεδομένα αυτά είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας και κατά τις επικουρικές της βάσεις (πρωτότυπη κτήση κυριότητας), καθώς δεν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος κατά νόμο χρόνος κτητικής παραγραφής. Πρέπει, λοιπόν, αφού απορριφθεί η ένσταση ιδίας κυριότητας ως αβάσιμη στην ουσία της καθ' όλες τις βάσεις της, να γίνει δεκτή η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της το αποδώσει".
3. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναφορικά με την κυριότητα του επίδικου ακινήτου είναι ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της (παράγωγος τρόπος) χωρίς να προβεί σε περαιτέρω έρευνα των επικουρικών βάσεων της αγωγής (πρωτότυπος τρόπος με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία)..Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρθηκαν στην αρχή, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία των επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (με δωρεά από την κυρία αυτού, Γ. Μ. Γ. με το ….3/1987 δωρητήριο συμβόλαιο)και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης στηριζόμενη σε παράγωγο (αποδοχή κληρονομίας )και επικουρικά σε πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής και επικουρικά της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτό με διάνοια κυρίου, δι` αντιπροσώπου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών (1964 -2004), προσμετρώντας στη δική της νομή και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της και ότι η αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της ουδέποτε απέκτησαν δική τους νομή στα πιο πάνω ακίνητο, αλλά το χρησιμοποιούσαν ως αντιπρόσωποι στη νομή των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και της ίδιας, χωρίς να γνωστοποιήσουν ποτέ στους πραγματικούς κυρίους και νομείς αυτών τη βούλησή τους για αντιποίηση της νομής τους.
Επομένως, ο δεύτερος, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα` αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενες περαιτέρω αιτιάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ,άλλως ανεπάρκεια αιτιολογιών όσον αφορά την απόρριψη της ένστασής της ιδίας κυριότητας της εναγομένης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του πιο πάνω αναιρετικού λόγου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
4.Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού κατά κυριολεξία, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προσκομίζεται προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014, ΑΠ161/2017).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσαρτώμενου στην ένδικη αγωγή από Ιουλίου 2007 τοπογραφικού διαγράμματος της αγρονόμου -τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. υποπίπτοντας σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά (αναφέρει ως όμορη ιδιοκτησία αυτή των κληρονόμων Ι.
Β.) προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει (το τοπογραφικό δεν αναγράφει όμορους ιδιοκτήτες). Από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το επίδικο προσδιορίζεται επακριβώς με τα ίδια περιμετρικά στοιχεία που αναφέρονται στο ως άνω τοπογραφικό, στο οποίο πράγματι δεν μνημονεύονται όμοροι ιδιοκτήτες.
Επιπλέον στην απόφαση μνημονεύεται ότι το επίδικο ''συνορεύει βορειοανατολικά με νυν ιδιοκτησία της εναγομένης ,ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Β., βορειοδυτικά και δυτικά με ιδιοκτησία Λ. Π. και νότια με λοιπή ιδιοκτησία της ενάγουσας ''.Αυτή όμως η εξειδίκευση της περιγραφής του επιδίκου, που έγινε μετά από συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην απόφαση με βάση το πόρισμα που εξήγαγε το δικαστήριο για την ύπαρξη των ομόρων ιδιοκτητών του επιδίκου δεν συνιστά εσφαλμένη ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου .Επομένως ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
5 Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό, μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος: α) την από 15-2-2008 τεχνική έκθεση με τα επισυναπτόμενα σ'αυτήν έγγραφα, τοπογραφικά διαγράμματα και αεροφωτογραφίες με φωτοερμηνεία αυτών και β) την από 10-3-2016 Συμπληρωματική 'Εκθεση Πραγματογνωμοσύνης Τεχνικού Συμβούλου του τεχνικού συμβούλου τη Α.
Σ., που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας με παράγωγο τρόπο (διανομή)..Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και από την ειδική μνεία ότι μεταξύ άλλων έγινε εκτίμηση ''απάντων των εγγράφων ,που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι'', δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, ο πιο πάνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
6.Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, εκείνος δε που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.
Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος), είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντας, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).
Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία όμως μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, ασκείται κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.α. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση.
Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ.
ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του, το δε τεκμήριο της νομής του άρθρου 980 παρ.2 ΑΚ έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (π.χ.χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα.
Με βάση τα προεκτεθέντα, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αγωγή του και εφόσον είναι εναγόμενος, προκειμένου να αναστρέψει την αγωγή, έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, γιατί άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του, αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι συνεπώς έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του.
Άρα στην περίπτωση αντιποιήσεως της νομής π.χ. από τον χρησάμενο ή τον κατά παράκληση λαβόντα ή τον αντιπρόσωπο του νομέα δεν χάνουν τη νομή, ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης, ούτε ο κληρονόμος του, προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονότος αυτού ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ή εφόσον αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε ο κληρονόμος του(ΑΠ 622/2014).
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αναιρετικός αυτός λόγος συντρέχει αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ`αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ`ανέλεγκτη κρίση, καθό μέρος αφορά τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, ότι ''η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ.
συζ. Μ. Γ., κάτοικος ... επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να επισκέπτεται το …… λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δικά της και του συζύγου της, που επέβαλαν τη συχνή νοσηλεία τους, ανέθεσε την επίβλεψη φροντίδα και φύλαξη της εκεί (…..) ακίνητης περιουσίας της στον Δ. Π., ο οποίος έκτοτε και έως το θάνατό του στις 15-11-1975 ασκούσε τη νομή επί του προπεριγραφόμενου ακινήτου της στη θέση ''…..'' ..., στο όνομα και για λογαριασμό της.
Μετά το θάνατο του αδελφού της η Γ. παρακάλεσε τον ανηψιό της, Κ. Π., να συνεχίσει την επίβλεψη, φροντίδα και φύλαξη της περιουσίας της πρόταση την οποία εκείνος αποδέχθηκε''. Περαιτέρω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Κ. Π., δικαιοπάροχος της εναγομένης'', αρχές της δεκαετίας του 1980 περιέφραξε τμήμα του παραπάνω ακινήτου της Γ.
Μ. Γ., εκτάσεως 592,45 τ.μ.....ενσωματώνοντας αυτό στο όμορο βορειοανατολικά ακίνητο συγκυριότητας του ιδίου και της Α. Π., κατάσταση που διατηρήθηκε έως και τη συζήτηση της αγωγής... Ο Κ. Π., εξάλλου προέβη και σε διάφορες άλλες διακατοχικές πράξεις, όπως στην ανέγερση μικρού κτίσματος και στην προσθήκη δωματίου σε αυτό τα έτη 1975-1978,στην τηλεφωνική σύνδεση του επιδίκου το έτος 1980 και στην ηλεκτροδότησή του το έτος 1984.
Όμως, ο ανωτέρω ουδέποτε γνωστοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο στην ενάγουσα ή στη δικαιοπάροχό της, κυρίες και αντιπροσωπευόμενες νομείς του επιδίκου την θέλησή του να ασκεί επ'αυτού την φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, η οποία γνωστοποίηση ήταν απαραίτητη από το νόμο για την έναρξη χρησικτησίας στο επίδικο εκ μέρους του αντιπροσώπου και δικαιοπαρόχου της εναγομένης.
Υπό τα δεδομένα αυτά είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας και κατά τις επικουρικές βάσεις (πρωτότυπη κτήση κυριότητας) καθώς δεν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος κατά νόμο χρόνος κτητικής παραγραφής. Πρέπει, λοιπόν, αφού απορριφθεί η ένσταση ιδίας κυριότητας ως αβάσιμη στην ουσία της καθ'όλες τις βάσεις της, να γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της το αποδώσει'' Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 980, 1045, 1046 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των, ανελέγκτως, γενομένων δεκτών ως αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.
Επομένως ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος, κατά το Α' μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ`αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της μη αποκτήσεως από την ενάγουσα - αναιρεσείοντα της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
7. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης είναι και η δικαστική ομολογία, ήτοι η παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί και η οποία κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε, ανεξαρτήτως της τηρητέας διαδικασίας. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008).
Κατ` αρχήν, η ομολογία πρέπει να αποτελεί παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος και να είναι σαφής και συγκεκριμένη, ώστε να αποτελέσει βάση καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας (ΑΠ 469/2009).δηλαδή να περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση καταλυτικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (ΑΠ 469/2009, ΑΠ1336/2008).ενώ δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση ένστασης(ΑΠ 325/2007).Από τις διατάξεις των άρθρων 974 επ., 980, 982, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι λ.χ.
ο χρησάμενος ή κατά παράκληση λαβών (ΑΚ) τεκμαίρεται ότι, όσον διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο όνομα του άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσoν αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ, μάλιστα στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από το κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του.
Το προαναφερόμενο δε τεκμήριο της νομής (ΑΚ 980 § 2) έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (π.χ. χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα (βλ. Γεωργιάδη, άρθρο 980 αριθ.11, 14-17, Μπαλή, ΕμπρΔ § 12, ΑΠ 217/2003 ΕλΔ 2004.489, ΑΠ 1289/2002 ΕλΔ 2004. 471, ΑΠ 1289/2002 ΝοΒ 2003. 1023, ΑΠ 713/1993 ΕλΔ 36. 132, ΑΠ 233/1982 ΝοΒ 30. 1273, ΑΠ 367/ 1990 ΝοΒ 39. 569, ΕΑ 1670/1978 ΝοΒ 26. 137, ΕΑ 2897/2001 ΕλΔ 2001. 1411, ΕΑ 4045/2001, ΕλΔ 2001. 1400, ΕφΠειρ 951/1994 ΕλΔ 37. 439, ΕΑ 7236/1981 ΝοΒ 29. 1414).
Με βάση αυτά, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων προκειμένου να ευδοκιμήσει αγωγή του, και εφόσον είναι εναγόμενος προκειμένου να αναστρέψει την αγωγή έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, διότι άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο, ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του, αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι συνεπώς έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του. 'Αρα στην περίπτωση αντιποιήσεως της νομής π.χ.
από το χρησάμενο ή κατά παράκληση λαβόντα δεν χάνουν τη νομή ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης, ούτε ο κληρονόμος του προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονός αυτού ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης, ή εφόσον αυτός απεβίωσε στο μεταξύ ο κληρονόμος του (βλ.
ΑΠ 713/1993 ό.π., ΑΠ 233/1982 ό.π., ΕΑ 2897/2001 ό.π., ΕΑ 1670/1978 ό.π., Μπαλή, ό.π., § 12). Γ. Με τον πέμπτο, υπό στοιχ, Β λόγο προβάλλεται η αιτίαση εκ του αριθμ.11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ επειδή το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την δικαστική ομολογία της ενάγουσας που εμπεριέχεται στην κρινόμενη αγωγή περί της αδιαμφισβήτητης γνώσης της δικαιοπαρόχου της, Γ.
Γ., το έτος 1986, περί αντιποίησης της νομής της στο επίδικο από τον φερόμενο αντιπρόσωπό της και δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας εναγομένης και ειδικότερα η ενάγουσα ομολόγησε τα ακόλουθα: ''Το έτος 1986 η γιαγιά μου πήγε στην ….. πριν δωρήσει τα οικόπεδά της στα εγγόνια της μαζί με τις δυο κόρες της και επέβλεψαν και τα τρία οικόπεδα που είχε ,ένα εκ των οποίων είναι και το επίδικο ,αν και με μεγάλη βλάστηση, τα βρήκε σε άριστη κατάσταση'':
Ο έκτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί τα ανωτέρω αποτελούν, καθ'υποφοράν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης (με πρωτότυπο τόπο κτήσης της κυριότητας ΑΠ 469/2009) και σε κάθε περίπτωση μόνα τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν ταυτίζονται απολύτως κατά περιεχόμενο με το πραγματικό περιστατικό ότι ο δικαιοπάροχος της εναγομένης, ως αντιπρόσωπός της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας γνωστοποίησε στην αντιπροσωπευόμενη αυτήν την πρόθεσή του να αντιποιηθεί τη νομή του επιδίκου.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ) Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2/8-5-2017 αίτηση για αναίρεση της 1/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ