Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling confirming property ownership via acquisitive prescription. The court rejects public ownership claims as the property was never state land. The lower court correctly applied acquisitive prescription laws. The appeal is dismissed and costs awarded to the appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Regional Court of Nafplion, which had confirmed the appellants' ownership of a property through acquisitive prescription. The State argued the land was public forest requiring specific administrative permits, but the lower court found the property was never state-owned. The Supreme Court agreed, ruling that the lower court correctly applied acquisitive prescription laws and rejected the State's arguments as based on false premises.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8, 9 of the Code of Civil Procedure; Articles 2, 2 of the Civil Code; Articles 18, 21 of the Forest Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Acquisitive prescription applies to public lands if the possessor acts as an owner with good faith for thirty years, provided the land was never state property or subject to specific administrative regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 923 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 923/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Χριστίνα Διβάδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Σ. του Γ. και 2. Π. Σ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Μελισσηνό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/1997 μη οριστική, 521/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 19-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η υπό κρίση από 19/6/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Δ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 73/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 1152/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του Γ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως, με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού (ν. 3790/2009).
II. Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ.και 1 &1Κωδ. (7.39), 9&1 Βασ. (50.14), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του Εισ.ΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για το πριν την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, δι' ασκήσεως σ' αυτό νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποσε, μπορούσε, κατά τις διατάξεις του ν. 2 & 2 Πανδ. (23.3), να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον όμως είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Από τον συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται, ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ' αυτών κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, έπρεπε η τριακονταετής νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη του νομέα να συμπληρωθεί μέχρι και της 11/9/1915 (ΟλΑΠ 75/87).
Στην περίπτωση δε χρησικτησίας δημοσίας δασικής εκτάσεως, που συμπληρώθηκε πριν από τις 11/9/1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και μάλιστα μετά την 11/9/1915 δασικών κωδίκων, κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια γενικά δάση, έστω και εάν δεν έχει ενεργήσει πράξεις νομής επ' αυτών και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη.
Εξ' άλλου, όπως συνάγεται από τους ν. 20 &12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 & 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3. Πανδ. (41.10), ν. 7 & 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. Την συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις, κοινώς δε κρατούσα, έννοια της.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ,ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι μία εδαφική έκταση, εμβαδού 87.473,87 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Στεφανάκι" ή "Ζούμπρου Ρίζα" της κτηματικής περιφέρειας του χειμερινού χωριού Κορακοβουνίου Αρκαδίας (ήδη κτηματικής περιοχής Κουτρούφων ΔΔ Κορακοβουνίου του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας) και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., δυτικά με ιδιοκτησία κοινότητας Κουτρούφων, βόρεια με άγρια έκταση και νότια με ιδιοκτησία των εναγόντων, όπως τούτο εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, στο από 28-5-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα δασολόγου, Π.
Λ.. Η επίδικη έκταση διακρίνεται σε δύο κατηγορίες από πλευράς μορφολογίας, και δη σ' αυτήν που είναι επιδεκτική καλλιέργειας και εκτείνεται στα πεδινά και ελαφρώς επικλινή μέρη της, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5,31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 1 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, έχει εμβαδόν 41.089,96 τ.μ.
και μπορεί να καλλιεργηθεί είτε με καρποφόρα δέντρα, είτε με δημητριακά ή ψυχανθή κτηνοτροφικά φυτά, όπως κριθάρι, βρώμη, βίκο, και σ' αυτήν που είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας και εκτείνεται στα επικλινή και βραχώδη μέρη της, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 38, 37, 36, 35, 34, 33, 32, 31, 5 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα και έχει εμβαδόν 46.383,91 τ.μ.
Όπως δε προκύπτει από την ανάλυση αεροφωτογραφιών λήψης των ετών 1945, 1960 και 1988, στην οποία προέβη ο διορισθείς πραγματογνώμονας, όσον αφορά τη σύνθεση, το είδος και την πυκνότητα της βλάστησης, η επίδικη έκταση είχε ανέκαθεν και έχει μέχρι σήμερα μορφή χορτολιβαδική (φρυγανώδη). Ουδέποτε έφερε δασική βλάστηση, παρά μόνο εμφανίζονταν σποραδικά και μεμονωμένα άτομα δασικών θάμνων και μικρών δένδρων, τα οποία συγκροτούσαν ποσοστό δασοκάλυψης κάτω του 5% στο σύνολο αυτής (επίδικης έκτασης), ενώ εντοπίζονται κάποιες μικρές επιφάνειες της που φαίνονται ότι έχουν καλλιεργηθεί στο παρελθόν και τούτο επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη σήμερα υπολειμμάτων ξηρολίθινων βαθμίδων (πεζούλια), στο δε ΒΔ τμήμα της υπάρχει πολύ παλιό ποιμνιοστάσιο, τόσο δε αυτό όσο και οι ξηρολίθινες βαθμίδες αποτελούν κοινό σημείο στις προαναφερθείσες αεροφωτογραφίες όλων των ετών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο 25 με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βρασιών, υπ' αριθμ. .../23-8-1904 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πάρνωνος, Χαραλάμπους Χαλδούπη, ο αρχικός ιδιοκτήτης Θ. Π. μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, μείζονα έκταση 195 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, στους αδελφούς Ν.
και Π. Γ., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ακολούθως ο Γ. Γ., απέκτησε κατά κυριότητα νομή και κατοχή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 24-1-1940 πατέρα του, Ν. Γ., στην κληρονομιά του οποίου αυτός υπεισήλθε και αναμείχθηκε με πρόθεση κληρονόμου.
Στη συνέχεια, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../9-10-1967 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίου Περράκη, ο Γ. Γ. μεταβίβασε, αιτία ανταλλαγής, την κυριότητα, νομή και κατοχή του ιδανικού μεριδίου του στον Δ. Γ., ενώ ο τελευταίος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../21-8-1975 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Δολιανών-Τανίας, Κωνσταντίνου Αναγνωστόπουλου, μεταβίβασε αυτό, αιτία πωλήσεως, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, στον πρώτο ενάγοντα, Δ.
Σ.. Τέλος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../9-4-1982 συμβολαίου του Συμβολαιονράφου Ναυπλίου, Ιωάννη Δασκαλάκου, ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε, αιτία δωρεάς, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το 1/100 εξ αδιαιρέτου του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου στον δεύτερο ενάγοντα, Π. Σ.. Εξάλλου, ο Π. Γ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../28-3-1937 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αγίου Ιωάννου Άστρους, Νικολάου Ευθυμίου, μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το περιελθόν σ' αυτόν έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου στον Π.
Γ.. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1952 νομίμως δημοσιευθείσας δημόσιας διαθήκης του τελευταίου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Άστρους, Βασιλείου Σακελλαρίου, περιήλθε το ιδανικό του μερίδιο, αιτία κληρονομικής διαδοχής, στην Κοινότητα Κουτρούφων, η οποία, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. .../13-5-1956 πράξης αποδοχής ενώπιον του ίδιου Συμβολαιογράφου και της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. .../27-7-1978 πράξης αποδοχής ενώπιον του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Άστρους, Κωνσταντίνου Ζάχαρη, αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή.
Με την υπ' αριθμ. 547/1962 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που κατέστη τελεσίδικη με την 143/1964 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε η Π. χήρα Π. Γ. νόμιμη μεριδούχος του συζύγου της και ως εκ τούτου τα ιδανικά μερίδια κυριότητας επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου διαμορφώθηκαν σε 43/57 εξ αδιαιρέτου για την Κοινότητα Κουτρούφων και σε 14/57 εξ αδιαιρέτου για την Π.
Γ.. Δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας υπ' αριθμ. .../1963 δημόσιας διαθήκης της τελευταίας ενώπιον του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Άστρους, Βασιλείου Μαρτίνου, περιήλθε αιτία κληρονομικής διαδοχής κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το ιδανικό της μερίδιο επί του 1/2 του ακινήτου στην Κοινότητα Άστρους, την κληρονομιά δε αυτή αποδέχθηκε η τελευταία με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. .../10-4-1964 πράξη αποδοχής ενώπιον του Συμβολαιογράφου Άστρους, Βασιλείου Σακελλαρίου.
Η Κοινότητα Άστρους, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. 5507/27-7-1978 συμβολαίου του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Άστρους, Κων. Ζάχαρη, μεταβίβασε αιτία διανομής το περιελθόν σ' αυτήν ποσοστό κυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου στην Κοινότητα Κουτρούφων. Τέλος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../30-4-1982 διανεμητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου, Ιωάννη Δασκαλάκου, η Κοινότητα Κουτρούφων και οι ενάγοντες διένειμαν το όλο ακίνητο, έκτασης 195 στρεμμάτων περίπου, και οι ενάγοντες έλαβαν το βορειοανατολικό τμήμα του όλου ακινήτου έκτασης 97.168 τ.μ.
κατά τα 49/50 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά το 1/50 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος, τμήμα του οποίου είναι και το επίδικο. Οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και κατά το ιδανικό του μερίδιο ο καθένας, άσκησαν στο επίδικο πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου, όπως φύτευση ελαιοδένδρων και σπορά δημητριακών ή ψυχανθών κτηνοτροφικών φυτών, στο νότιο τμήμα αυτού, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, ήταν κατάλληλο προς γεωργική καλλιέργεια, αλλά και βόσκηση των ποιμνίων τους, με χρήση του υπάρχοντος στο επίδικο τμήμα ποιμνιοστασίου.
Επίσης εκμίσθωναν σε τρίτους το ακίνητο κατά το βόρειο τμήμα του, στο οποίο το έδαφος, κατά τα προεκτεθέντα, είναι βραχώδες και εκτείνεται σε πλαγιά λόφου, και γενικώς επέβλεπαν και καθάριζαν το όλο ακίνητο με την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια τους, ότι απέκτησαν την κυριότητα του με τους προαναφερθέντες τίτλους, περιστατικά που κατά νόμο οδηγούν στην κτήση κυριότητας.
Ειδικότερα, άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ο Θ. Π. από το έτος 1855 έως το 1904, οι Ν. και Π. Γ. από το έτος 1904 έως τις 24-1-1940 ο πρώτος και έως το έτος 1937 ο δεύτερος, ο Γ. Γ. από 24-1-1940 έως το 1967, ο Δ. Γ. από το έτος 1967 έως το 1975, ο Π. Γ. από το έτος 1937 έως το 1955, η Κοινότητα Κουτρούφων από το 1955 έως το 1982, η Π. Γ. από το έτος 1955 έως το 1963, η Κοινότητα Άστρους από το 1963 έως το 1982, οι ενάγοντες δε από το 1975 ο πρώτος και από το 1982 ο δεύτερος έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, με εξαίρεση τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 8.100 τ.μ., το οποίο νεμήθηκαν μέχρι την 1-6-1982, οπότε ο δεύτερος από αυτούς αποβλήθηκε από το εναγόμενο.
Σαφείς και πειστικές για όλα τα παραπάνω είναι και οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Κ. Ρ. (γεννηθέντος το 1925) και Β. Μ. (γεννηθέντος το 1930), οι οποίοι έχουν αφενός μεν προσωπική αντίληψη για το ποιοι ασκούσαν νομή και με ποιο τρόπο επί του επιδίκου, αλλά και γνώση από τις διηγήσεις των πιο ηλικιωμένων γονέων και παππούδων τους.
Αντίθετα, ουδόλως αναιρούνται τα παραπάνω από τις καταθέσεις των εξετασθέντων από την πλευρά του εναγομένου μαρτύρων, Δ. Π. (γεννηθέντος το 1962), δασολόγου και Π. Μ. (γεννηθέντος το 1966), δασοφύλακα, από τους οποίους μάλιστα ο πρώτος επιβεβαίωσε ότι το ένα τμήμα του επιδίκου παρουσιάζει ενδείξεις καλλιέργειας στο παρελθόν, καθώς και ότι οι γειτονικές του επιδίκου εκτάσεις, που είναι παρόμοιες με τις διεκδικούμενες, είναι γεωργικές και δεν διεκδικούνται από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο δεύτερος έχει αντίληψη για την επίδικη έκταση μόλις από το 2002, χωρίς να έχει οιαδήποτε γνώση για το προγενέστερο χρονικό διάστημα.
Ακόμη είναι χαρακτηριστικό ότι όταν έλαβε χώρα η εξώδικη διανομή του όλου ακινήτου έκτασης 195 περίπου στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελούσε το επίδικο, μεταξύ της Κοινότητας Κουτρούφων και των εναγόντων, την οποία διανομή και ενέκρινε ο Υπουργός Οικονομικών με την 1365/157/22-2-1982 σχετική απόφαση του, είχε ζητηθεί προηγουμένως έλεγχος για το αν προβάλλονται δικαιώματα κυριότητας από το Ελληνικό Δημόσιο (βλ.
επικαλούμενο και προσκομιζόμενο 2696/484/29-5-1981 σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών), η δε Οικονομική Εφορία Παραλίου Άστρους είχε απαντήσει αρνητικά με το από 17-11-1981 έγγραφο της, οπότε και επακολούθησε η έγκριση εκ μέρους του Υπουργείου Οικονομικών. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν, και δη κατά τα 49/50 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά το 1/50 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος, τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των προβληθεισών από το εναγόμενο ενστάσεων ιδίας κυριότητας.
Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ότι μετά την 11-9-1915 δεν μπορούσε να επέλθει χρησικτησία σε κτήματα του Δημοσίου, επομένως και στο επίδικο, αφού δεν αναφέρεται νόμιμος τρόπος αρχικής κτήσης επί τριάντα έτη πριν το 1915, ότι επί δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων θεωρείται ότι άσκησε νομή τρίτος μόνον αν τις εκμεταλλεύεται σύμφωνα με τον προορισμό τους μετά από άδεια της δασικής αρχής, ενώ μόνη η βοσκή ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής, καθώς και ότι το δικαίωμα του Δημοσίου επί των ακινήτων είναι απαράγραπτο με εξαίρεση τις αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, οι οποίες ουδόλως συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση, ελέγχονται απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε αποτελούσε καθ1 οιονδήποτε τρόπο δημόσιο κτήμα ή δασική έκταση, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών πρώτου, τρίτου και έκτου λόγων έφεσης ...".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ως και κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητος ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διέλαβε σ' αυτή όλα τα κτητικά της κυριότητος περιστατικά από τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες επί του επιδίκου κατά ποσοστό 49/50, ο πρώτος, και 1/50, ο δεύτερος εξ' αδιαιρέτου, τόσο κατά τρόπο πρωτότυπο, δια της νομής του επιδίκου επί συνεχή τριακονταετία, συμπληρωθείσα στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων τους μέχρι την 11/9/1915, όσο και παραγώγως δια των στην απόφαση αυτή αναφερομένων συμβολαίων μεταβιβάσεως της κυριότητος, νομίμως μεταγραφέντων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα εδέχθη το Εφετείο, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Θ. Π. ενέμετο το επίδικο επί συνεχή εικοσαετία από του έτους 1855 μέχρι το έτος 1904, που το μεταβίβασε δια πωλήσεως στους Ν. και Π. Γ. με το υπ' αριθμ. .../ 23.8. 1904 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρνωνος Χαραλάμπους Χαλδούπη, νομίμως μεταγραφέν.
Με βάση δε τις άνω παραδοχές καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και κάποιες άλλες ουσιαστικές διατάξεις, όπως εκείνες των άρθρων 1041, 1045 ΑΚ, των εκάστοτε ισχυσάντων δασικών κωδίκων, οι οποίες, ενόψει των άνω παραδοχών, δεν ήσαν στην ένδικη διαφορά εφαρμοστέες, αφού το Εφετείο εδέχθη ότι ο χρόνος της κτητικής παραγραφής, εφαρμοζόμενης και επί δημοσίων δασικών εκτάσεων, είχε ήδη συμπληρωθεί στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στις 11/9/1915 και είναι άνευ εννόμου επιρροής ο δασικός ή μη χαρακτήρας του επιδίκου ακινήτου.
Επομένως, όλες οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/6/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 73/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012 .
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ