Legislator Case Law & Legislation
923/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim barred by valid contract and procedural defects.

Case Number 923/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of First Instance of Dodecanese, rejecting claims based on unjust enrichment and procedural irregularities. The appellants argued that a valid contract could not serve as a legal cause for enrichment, while the respondent contended that the lower court correctly applied the law regarding contract validity and procedural rules. The court held that a valid contract constitutes a legal cause, barring unjust enrichment claims, and found the lower court's procedural handling of the supplementary claim to be lawful.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 et seq. of the Civil Code; Article 309 of the Code of Civil Procedure: A valid contract serves as a legal cause for enrichment, precluding unjust enrichment claims, and a decision ordering evidence is not final if it leaves the court with further authority.

Keywords

AI generated
unjust enrichment legal cause valid contract procedural defect final decision supplementary claim civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 904 et seq. of the Civil Code
Article 309 of the Code of Civil Procedure
Articles 513, 537 and 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 15 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 93, paragraph 3 of the Constitution
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/87
OLAP 22/2003
AP 1457/2001
OLAP 44/90

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 923 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 923/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)......., 2)...... και 3)......., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Βαρδάκα.

Του αναιρεσιβλήτου : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Διαμαντάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 44/1996 προδικαστική, 28/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 322/2002 μη οριστική, 38/2005 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Μαϊου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από ή χωρίς παροχή, θεμελιώνονται στα εξής στοιχεία: α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) τη συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΟλΑΠ 2|87).

Η αξίωση δε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας(Ολ.ΑΠ 22/2003).Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε, χωρίς αιτία, άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, και εφόσον αυτή είναι ισχυρή κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτή δικαιώματά του. Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν μπορεί να ασκηθεί αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως επί λύσεώς της ένεκα υπαναχωρήσεως ή πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως ή εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 388 ΑΚ(ΑΠ 1457/2001).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 383 και 385 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, 1)εκ μόνου του γεγονότος ότι ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος ως προς την παροχή που οφείλει, δεν αλλοιούται η μεταξύ αυτού και του δανειστή υφιστάμενη ενοχική σχέση, αλλά αυτός και μετά την υπερημερία του εξακολουθεί να είναι υπόχρεος εις εκπλήρωση της παροχής και 2) ότι ο δανειστής εκ μόνης της υπερημερίας του οφειλέτη δεν αποκτά χωρίς άλλο δικαίωμα αποζημιώσεως ή υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, παρά μόνο υπό τους όρους του άρθρου 383 ΑΚ (ΑΠ 67/98).Δεν απαιτείται να τάξει ο δανειστής προηγουμένως εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση της παροχής, κατά τη πρώτη των πιο πάνω διατάξεων, α)αν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, ή β) αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.

Είναι δε υπαναχώρηση η μονομερής δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον αντισυμβαλλομένο, περί διαλύσεως τής μεταξύ αυτών υφιστάμενης σύμβασης. Περαιτέρω η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Απ 28/98).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006,Ολ.ΑΠ 4/2005)..

Τέλος, η απόρριψη της αγωγής ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 14 ή 8 του Κ.Πολ.Δ., μόνο όταν αυτή γίνεται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της, η οποία υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ενώ η απόρριψή της ως μη νόμιμης, κατά τα προεκτιθέμενα, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο, δέχτηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν στην ένδικη από ...... αγωγή τους, α)ότι με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε την ..... ανέθεσαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και αυτός ανέλαβε την κατασκευή, με δικό του προσωπικό και υλικά, του σκελετού τού ανεγειρόμενου από αυτούς ξενώνα στη θέση ψαλίδι της Κω, που θα αποτελούνταν από τρία ανεξάρτητα κτήρια (Α,Β,Γ), μέσα σε προθεσμία 90 εργάσιμων ημερών από την ημέρα έναρξης κατασκευής των ξυλοτύπων, η οποία έγινε στις ........

και αντί συνολικής αμοιβής (εργολαβικού ανταλλάγματος) 30.000.000 δρχ., β) ότι λόγω καθυστέρησης στην πρόοδο του έργου, οφειλόμενης στην εκμέρους του εναγομένου μη πληρωμή των δαπανών για τα υλικά και τα ημερομίσθια των απασχολούμενων στο έργο εργατοτεχνιτών, οι οποίοι αρνούνταν τη συνέχιση της εργασίας τους, με την από ......

τροποποίηση των όρων της αρχικής σύμβασης, αυτοί (οι ενάγοντες) ανέλαβαν την πληρωμή των καθυστερούμενων αλλά και των εφεξής ημερομισθίων των εργατοτεχνιτών, καθώς και της δαπάνης για την αγορά σκυροδέματος και σιδήρου, σε συμψηφισμό του εργολαβικού ανταλλάγματος, ενώ χορηγήθηκε στον εναγόμενο νέα προθεσμία 60 ημερών από την πιο πάνω τροποποίηση, για την αποπεράτωση του έργου, γ) ότι παρά ταύτα ο εναγόμενος έως τις .....

δεν είχε αποπερατώσει το έργο, ενώ αυτοί είχαν καταβάλει έως τότε, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, το συνολικό ποσό των 29.231.591 δρχ. ήτοι το σύνολο σχεδόν της εργολαβικής αμοιβής, δ) ότι με εξώδικη δήλωσή τους που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις....... αυτοί έταξαν στον τελευταίο εύλογη προθεσμία δέκα ημερών για την ολοκλήρωση του έργου, δηλώνοντας συγχρόνως ότι μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας αποκρούουν την παροχή, αλλ' η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη, ε) ότι την αποπεράτωση των υπολειπόμενων εργασιών, τις οποίες ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει ο εναγόμενος, αυτοί ανέθεσαν σε άλλον εργολάβο, αλλά δαπάνησαν, για τις υπόλοιπες αυτές εργασίες, πέραν του ποσού των 30.000.000 δρχ.

στο οποίο είχε συμφωνηθεί η συνολική εργολαβική αμοιβή του εναγομένου, 6.923.939 δρχ. και στ) ότι ο εναγόμενος, ενώ εισέπραξε ως εργολαβικό αντάλλαγμα το πιο πάνω ποσό των 29.231.591 δρχ., εξετέλεσε έργο αξίας 22.307.742 δρχ και έτσι μεταξύ των δύο τούτων ποσών προέκυψε διαφορά, ανερχόμενη στο ίδιο προαναφερόμενο ποσό των 6.923.849 δρχ που αυτοί, κατά τα προεκτιθέμενα, δαπάνησαν επιπλέον λόγω της υπερημερίας του εναγομένου.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, δέχτηκε το Εφετείο με την ήδη προσβαλλόμενη 38/2005 απόφασή του, οι ενάγοντες ζητούν με το επικουρικό αίτημα και υπό την αντίστοιχη βάση της αγωγής τους, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το παραπάνω ποσό των 6.923.849 δρχ, επικαλούμενοι αδικαιολόγητο πλουτισμό του. Αρχικώς το Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο και όπως προκύπτει από την προηγούμενη 322/2002 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφασή του, έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες ζητούν, με το κύριο αίτημα και υπό την αντίστοιχη βάση της αγωγής τους, το πιο πάνω ποσό των 6.923.849 δρχ, ως αποζημίωσή τους, για τη ζημία που υπέστησαν από την υπερημερία του εναγομένου.

Στη συνέχεια όμως, με την ίδια απόφασή του , εκτιμώντας τις αποδείξεις, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια αυτή βάση της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διότι δέχτηκε ότι οι ενάγοντες ( οι ίδιοι) δεν επέτρεψαν στον εναγόμενο να συνεχίσει τις εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των δέκα ημερών που αυτοί είχαν τάξει και ότι έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία αυτή και συνεπώς δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις που τάσσουν τα άρθρα 383 επ.

ΑΚ για τη θεμελίωση αξίωσης των εναγόντων προς αποζημίωση λόγω της υπερημερίας του εναγομένου. Ακολούθως το Εφετείο, με την ίδια 322/2002 απόφασή του, έκρινε ως νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της και έταξε γι'αυτήν αποδείξεις. Αλλά, με την ήδη προσβαλλόμενη 38/2005 απόφασή του, έκρινε το Εφετείο ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί επικουρική αξίωση των εναγόντων, "για επιστροφή του επιπλέον καταβληθέντος ποσού των 6.923.849 δρχ, στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ", διότι, δέχτηκε το Εφετείο, ο ενάγων κατέβαλε το ποσό αυτό στον εναγόμενο ως εργολαβική αμοιβή του, στα πλαίσια της σύμβασης που είχαν συνάψει και δεν μπορεί να το αναζητήσει, αφού δεν υπαναχώρησε για το μη εκτελεσθέν μέρος του έργου και αφού σε κάθε περίπτωση δεν επήλθε λύση ή ακύρωση με οποιοδήποτε τρόπο της μεταξύ τους σύμβασης, ενώ στην αγωγή δεν παρατίθενται περιστατικά "που καθιστούν πρόδηλη αφενός την περιουσιακή μετακίνηση και αφετέρου την έλλειψη της αιτίας από την οποία προήλθε η μετακίνηση αυτή" και με τις σκέψεις αυτές, αφού ανακάλεσε την προηγούμενη 322/2002 απόφασή του ως προς την αντίστοιχη μη οριστική της διάταξη, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και έτσι ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση, είναι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος.

ΙΙ.Από τις διατάξεις του άρθρου 309 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι αποφάσεις, μετά τη δημοσίευσή τους, μπορούν να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, όταν διατάσσουν απλώς αποδείξεις ή κάποια άλλη ενέργεια και όχι όταν αποφαίνονται οριστικώς για κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, όπως θεωρούνται, κατά τα άρθρα 513, 537 και 553 Κ.Πολ.Δ., εκείνες, οι οποίες απεκδύουν το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία.

Έτσι, δεν είναι οριστική απόφαση και εκείνη του εφετείου, με την οποία κρίθηκε απλώς η νομική βασιμότητα της αγωγής και διατάχθηκαν οι δέουσες αποδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την 322/2002 απόφασή του, αφού απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της, έκρινε ως νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και διέταξε απλώς αποδείξεις για τη βάση της αυτή.

Στη συνέχεια το Εφετείο, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 38/2005 απόφασή του, έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική της βάση και αφού ανακάλεσε την προγενέστερη 322/2002 απόφασή του, με την οποία είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή και κατά τη βάση της αυτή. Επομένως το Εφετείο, αφού η προηγούμενη απόφασή του, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν οριστική ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, με το να την ανακαλέσει δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 15 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ .Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 44/90).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19Κ.Πολ.Δ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε την αγωγή κατά τη επικουρική βάση της, ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος.

IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2005 αίτηση των α)........, β) .......και γ) ......., για αναίρεση της 38/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα(1.170) ευρώ._

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ