Supreme Court dismisses tenant's rent use claim as abusive due to public school construction on leased land.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the tenant society's claim for rent use compensation against the school building company. The court found that permanent school facilities were constructed on the leased land during the 1970s and 1980s without the tenant's objection, and public schools have operated there since. Consequently, the court ruled the tenant's demand for compensation was abusive and exceeded the bounds of good faith and the social purpose of the right to claim rent use.
Legislator headnote
AI generatedArticles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure; A claim for rent use compensation is abusive and inadmissible when the lessee knowingly allows permanent public facilities to be constructed on the leased property without objection, thereby violating the principle of good faith and the social purpose of the right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 922 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 922/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - εκκαλούντος - ενάγοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για το οποίο παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός του Π. Ρ. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Της καθ’ ης η κλήση - εφεσίβλητης - εναγομένης: Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που υπεισήλθε δυνάμει απορροφήσεως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ντότσικα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1999 αγωγή του ήδη καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2789/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1674/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΕ" με την από 17-6-2008 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 514/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά το σκεπτικό της αναφερόμενο μέρος την ως άνω εφετειακή απόφαση, παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εξέταση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης.
Εκδόθηκε η 5711/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη καλούν με την από 6-2-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 340/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5711/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε για να δικάσει επί της ουσίας την υπόθεση, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 10-3-2014 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίστηκε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 340/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 5711/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε για να δικάσει επί της ουσίας την υπόθεση, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση επί της ουσίας, σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, με την από 10-3-2014 κλήση του εκκαλούντος - ενάγοντος σωματείου επαναφέρεται νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 11 Οκτωβρίου 2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8375/2007 έφεσή του κατά της υπ’ αρ. 2789/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, για να συζητηθεί η υπόθεση επί της ουσίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 561 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο και γι’ αυτό η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαράδεκτα πλήττεται με λόγο αναίρεσης.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 του Κ.Πολ.Δ., όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνον στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Δέσμευση δεν υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά από την απόφαση που αναιρέθηκε, χωρίς η περί τούτου κρίση του να ελέγχεται αναιρετικώς, επιδέχονται νομική λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση.
Πάντως νομικό ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ’ αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Αν τούτο εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην εν λόγω περίπτωση λειτουργεί αυτόνομα (ΑΠ 1297/2010, ΑΠ 411/2010, ΑΠ 297/2008, ΑΠ 1602/ 2007, ΑΠ 1450/2006, ΑΠ 109/2006, ΑΠ 194/2004, ΑΠ 7/2001, ΑΠ 79/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 24-2-1999 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2010/ 1999 αγωγή του, όπως παραδεκτά διευκρινίστηκε και περιορίστηκε το αίτημά της με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το καλούν και εκκαλούν σωματείο ισχυρίζεται ότι με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων" (Ο.Σ.Κ.), στη θέση του οποίου υπεισήλθε εκ του νόμου η εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Α.Ε.", στη θέση της οποίας ακολούθως υπεισήλθε εκ του νόμου δυνάμει απορροφήσεως η καθής η κλήση και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Κτιριακές Υποδομές Α.Ε.", για χρονικό διάστημα οκτώ ετών, δηλαδή από 27-2-1976 μέχρι 27-2-1984, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, δηλαδή ένα γήπεδο, εμβαδού, κατά το συμφωνητικό, οκτώ στρεμμάτων ως έγγιστα και στην πραγματικότητα 16.467 τ.μ., τριγωνικής μορφής, κείμενο προς τη δυτικομεσημβρινή γωνία μεγαλύτερου κτήματος συνολικής εκτάσεως 710 περίπου στρεμμάτων, εκτός του μεσημβρινού μανδροτοίχου του πεδίου βολής των 300 μέτρων και μεταξύ αυτού και της οδού ...
και ήδη ... στην περιοχή ... Καισαριανής. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ήταν δυνατό να παραταθεί μετά από πρόταση του μισθωτή Ο.Σ.Κ. για δύο ακόμη οκταετίες, ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 480.000 δραχμών το έτος, αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία με δικαστική απόφαση και καταβαλλόμενο ανά εξάμηνο και εντός του πρώτου μηνός κάθε εξαμήνου.
Ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο για την ανέγερση κτισμάτων που θα εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του μισθωτή και μετά τη λήξη της μίσθωσης τα κτίσματα αυτά θα παρέμεναν προς όφελος του εκμισθωτή. Ότι ο μισθωτής Ο.Σ.Κ. με την από 19-1-1984 εξώδικη δήλωσή του ζήτησε την παράταση της μίσθωσης για μια ακόμη οκταετία και έτσι η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε μέχρι 27-2-1992, ενώ το ετήσιο μίσθωμα αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό του 1.000.000 δραχμών.
Ότι ο μισθωτής Ο.Σ.Κ. δεν ζήτησε την εκ νέου παράταση της μίσθωσης και έτσι αυτή έληξε στις 27-2-1992. Ότι ο μισθωτής Ο.Σ.Κ. παρακράτησε παράνομα και υπαίτια το μίσθιο για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999 και ότι εξαιτίας της μη απόδοσής του σ’ αυτό κατά τη λήξη της μίσθωσης στις 27-2-1992, απώλεσε κατά το χρονικό διάστημα α) από 1-1-1995 μέχρι 31-12-1995 το ποσό των 1.663.500 δραχμών μηνιαίως, β) από 1/1/1995 μέχρι 31/12/1996 το ποσό των 1.820.000 δραχμών μηνιαίως, γ) από 1/1/1997 μέχρι 31/12/1997 το ποσό των 1.975.000 δραχμών μηνιαίως και δ) από 1/1/1998 μέχρι 28/2/1999 το ποσό των 2.080.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 94.622.000 δραχμών, το οποίο μπορούσε μετά πιθανότητας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιτύχει σε ελεύθερη εκμίσθωση κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αν του είχε παραδοθεί εγκαίρως η χρήση του.
Με βάση αυτά τα περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο.Σ.Κ. να του καταβάλει ως αποζημίωση για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 94.622.000 δραχμών, δηλαδή των 277.687,45 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την εκκαλουμένη υπ’ αρ. 2789/2006 απόφασή του απέρριψε την ως άνω αγωγή ως προς το περί αποζημίωσης αίτημά της που στηριζόταν σε παραβίαση της συμβάσεως μισθώσεως ως αόριστη.
Κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, το ενάγον σωματείο άσκησε την από 11-10-2007 (αρ. κατ. 8375/2007) έφεσή του με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής του. Επί της ως άνω εφέσεώς του, το Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αρ. 1674/2008 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η ως άνω ένδικη αγωγή για αποζημίωση από σύμβαση μισθώσεως είναι ορισμένη και νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 574, 595, 601, 608 παρ. 1, 297, 298, 343 και 345 του Α.Κ., δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως έκανε δεκτή εν μέρει την ένδικη αγωγή και συγκεκριμένα, όσον αφορά την περαιτέρω ζημία από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, δηλαδή όσον αφορά την αποζημίωση πέραν των συμβατικών μισθωμάτων λόγω απώλειας των μεγαλυτέρων μισθωμάτων που θα μπορούσε το ενάγον να επιτύχει σε ελεύθερη μίσθωση αν είχε παραδοθεί σ’ αυτό η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μισθώσεως, την έκρινε απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της καταλυτικής ένστασης της εναγόμενης ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 Α.Κ.) και όσον αφορά την αποζημίωση χρήσεως στο ύψος των μισθωμάτων, την έκρινε βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ", η οποία είχε υπεισέλθει εκ του νόμου στη θέση του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
Ο.Σ.Κ., να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 12.227,93 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, απορρίπτοντας, μεταξύ των άλλων, και τις ενστάσεις του Ο.Σ.Κ. για αδυναμία απόδοσης του μισθίου και έλλειψη υπαιτιότητας αυτού για την αδυναμία αυτή, εξαιτίας της κατάληψης και κατοχής της επίδικης έκτασης με βάση τις διατάξεις των νόμων που διέπουν τις εγκαταστάσεις σχολικών κτιρίων από το Ελληνικό Δημόσιο και το Δήμο Καισαριανής, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, καθώς και το αίτημά του να απορριφθεί η αγωγή ως καταχρηστική, επειδή ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος σωματείου, θέτοντας μάλιστα σε κίνδυνο τα οικονομικά του Ο.Σ.Κ., ο οποίος παρότι έχει πλέον νομική μορφή Α.Ε., εξυπηρετεί αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον για διασφάλιση ασφαλών και λειτουργικών διδακτηρίων για τα δημόσια σχολεία.
Κατά της ως άνω με αριθμό 1674/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγόμενης εταιρείας από το άρθρο 342 του Α.Κ., απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος σωματείου για επιπλέον αποζημίωση, πέραν των συμβατικών μισθωμάτων, λόγω απώλειας των μεγαλύτερων μισθωμάτων που θα κέρδιζε από την εκμίσθωση του μισθίου, ασκήθηκε αναίρεση από το ενάγον σωματείο, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αρ. 513/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου και κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του καλούντος σωματείου και επιδίκασε αποζημίωση χρήσεως για παρακράτηση του μισθίου, ασκήθηκε αναίρεση από την εναγόμενη εταιρεία "Ο.Σ.Κ.
Α.Ε.", επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 514/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση αναιρέσεως της εναγόμενης εταιρείας "Ο.Σ.Κ. Α.Ε.", κρίνοντας ότι η ως άνω αναιρεσιβληθείσα 1674/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενόψει του ότι δεν διευκρινιζόταν σ’ αυτήν πώς ο Ο.Σ.Κ.
παρέμεινε στην κατοχή και χρήση του επίδικου μισθίου, στο οποίο είχε ανεγείρει σχολικές εγκαταστάσεις, παρά την ισχύ της σχετικής για τις σχολικές εγκαταστάσεις νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία το μίσθιο κατέχουν με βάση διατάξεις νόμου το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Καισαριανής και όχι ο Ο.Σ.Κ. και γιατί ο τελευταίος δεν αποβλήθηκε από τη χρήση και κατοχή του μισθίου, παρά το γεγονός ότι το ενάγον είχε επιτύχει την έκδοση της υπ’ αρ. 3539/1995 τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που διατάσσει την απόδοση του μισθίου σ’ αυτό, η οποία δεν είχε μέχρι τότε εκτελεστεί.
Επίσης, με την ως άνω αναιρετική απόφασή του, ο Άρειος Πάγος, έκρινε δεσμευτικά για τα δικαστήρια της παραπομπής, με την απόρριψη και παραδοχή λόγων αναιρέσεως, και τα εξής νομικά ζητήματα: 1) Ότι η ως άνω ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν στο νόμο και ειδικότερα στο άρθρο 601 του Α.Κ.
και που δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος σωματείου κατά του εναγόμενου Ο.Σ.Κ. και είναι ορισμένη και παραδεκτή. Και 2) Ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που πρότεινε παραδεκτά το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και που απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως μη νόμιμη, είναι ορισμένη και νόμιμη.
Έτσι, με την προαναφερθείσα υπ’ αρ. 514/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η ως άνω υπ’ αρ. 1674/ 2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή και που αφορούσε αποζημίωση χρήσεως και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε για περαιτέρω εξέταση η υπόθεση, δίκασε και πάλι κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος σωματείου και με την υπ’ αρ. 5711/2011 απόφασή του, αφού δέχθηκε, δεσμευόμενο από την προαναφερθείσα με αριθμό 514/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η ένδικη αγωγή αποζημιώσεως δεν είναι αόριστη, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά είναι ορισμένη και νόμιμη, κατά το μέρος που αυτή αφορούσε αποζημίωση χρήσεως, λόγω παρακρατήσεως του μισθίου, μετά τη λήξη της μισθώσεως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, δηλαδή όσον αφορά την αποζημίωση των συμβατικών μισθωμάτων του επίδικου χρονικού διαστήματος, την έκρινε απορριπτέα ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση του επίδικου δικαιώματος του ενάγοντος σωματείου, επειδή ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης εταιρείας, την οποία δέχθηκε ως νόμιμη, δεσμευόμενο και από την αναιρετική απόφαση που του παρέπεμψε την υπόθεση και έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος σωματείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ’ αρ. 2789/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει, ως αόριστη, την ένδικη αγωγή και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Με την ως άνω με αριθμό 5711/2011 απόφασή του, το Εφετείο Αθηνών, ενώ η ένδικη αγωγή όσον αφορά την περαιτέρω ζημία από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, δηλαδή όσον αφορά την αποζημίωση πέραν των συμβατικών μισθωμάτων, λόγω απώλειας των μεγαλύτερων μισθωμάτων που θα μπορούσε το ενάγον να επιτύχει σε ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ’ αυτό η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μισθώσεως, είχε απορριφθεί αμετάκλητα κατά παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως της εναγόμενης εταιρείας ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 Α.Κ.), με την υπ’ αρ. 1674/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την υπ’ αρ. 513/ 2010 απόφαση του Αρείου Πάγου και σε κάθε περίπτωση δεν είχε παραπεμφθεί ενώπιόν του, με την υπ’ αρ. 514/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, εκ περισσού αποφάνθηκε εκ νέου και απέρριψε εκ νέου την ένδικη αγωγή και όσον αφορά την κατά τα ανωτέρω περαιτέρω ζημία από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της καταλυτικής ένστασης της εναγόμενης ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 Α.Κ.).
Κατά της ως άνω με αριθμό 5711/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, το ενάγον σωματείο άσκησε αναίρεση και εκδόθηκε επ’ αυτής η υπ’ αρ. 340/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, κρίνοντας ότι η ως άνω αναιρεσιβληθείσα 5711/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την κατοχή του επίδικου μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τον αρχικό μισθωτή Ο.Σ.Κ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως μισθώτρια η εναγόμενη εταιρεία "Ο.Σ.Κ.
Α.Ε.", δέχθηκε την αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος σωματείου, αναίρεσε την υπ’ αρ. 5711/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε για να δικάσει επί της ουσίας την υπόθεση, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί της ουσίας, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Έτσι, με την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής κλήση του εκκαλούντος - ενάγοντος σωματείου επαναφέρεται νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 11 Οκτωβρίου 2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8375/2007 έφεσή του, κατά της υπ’ αρ. 2789/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για να συζητηθεί η υπόθεση επί της ουσίας.
Κατά το άρθρο 601 του Α.Κ. ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, καθώς και ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς που κρίνεται, με εκείνη που ήδη κρίθηκε.
Έτσι, η τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε επί αγωγής του εκμισθωτή κατά του μισθωτή, στηριζόμενης στο ανωτέρω άρθρο 601 του Α.Κ., ότι ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για ορισμένο χρονικό διάστημα που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, αποτελεί δεδικασμένο για άλλη αγωγή του ίδιου εκμισθωτή κατά του μισθωτή από την ίδια ιστορική και νομική αιτία για το ίδιο χρονικό διάστημα, που κρίθηκε, όχι όμως, και για διαφορετικό, είτε προγενέστερο είτε μεταγενέστερο, χρονικό διάστημα από αυτό που κρίθηκε (ΑΠ 649/2004, 511/2010, 513/2010 και 516/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - ενάγοντος σωματείου ότι υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο καταλαμβάνει και τις ενστάσεις του εναγομένου, για την κρινόμενη υπόθεση, που αναφέρεται σε αποζημίωση χρήσεως, λόγω παρακρατήσεως του μισθίου μετά τη λήξη της μισθώσεως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, που απορρέει από την προαναφερθείσα υπ’ αρ. 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής, με την οποία ζητήθηκε αποζημίωση χρήσεως λόγω παρακρατήσεως της χρήσεως του μισθίου για προγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για αυτό από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο διότι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, η οποία αποτελεί δεδικασμένο για το κριθέν ουσιαστικό ζήτημα, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι το εναγόμενο, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η εναγομένη Α.Ε., οφείλει στο ενάγον σωματείο αποζημίωση χρήσεως για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 και όχι και για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν κρίθηκε.
Κατά συνέπεια, αφού η επίδικη αξίωση για αποζημίωση χρήσεως λόγω παρακρατήσεως του μισθίου μετά τη λήξη της μισθώσεως αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση που έκρινε για αξίωση αποζημιώσεως χρήσεως του ενάγοντος λόγω παρακρατήσεως του μισθίου μετά τη λήξη της μισθώσεως, που αφορούσε προγενέστερο χρονικό διάστημα και ο περί του εναντίου ισχυρισμός του εκκαλούντος - ενάγοντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του επόμενου άρθρου 451 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδειξη, εφόσον υπόχρεος είναι διάδικος, μπορεί να ζητηθεί και με τις προτάσεις.
Για την πληρότητα και το ορισμένο της σχετικής αιτήσεως πρέπει με σαφήνεια να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου του αιτούντος, αφού τούτο αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεως προς επίδειξή του και πρέπει επίσης να προσδιορίζεται το έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό του, το οποίο απαιτείται να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, τον οποίο πρέπει να προσδιορίζει ο αιτών την επίδειξη για να προκύπτει το έννομο συμφέρον του προς επίδειξη του εγγράφου, διαφορετικά η αίτηση επιδείξεως είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το ενάγον και εκκαλούν σωματείο, με τις έγγραφες προτάσεις του, επικαλούμενο αορίστως έννομο συμφέρον, υποβάλλει αίτηση να υποχρεωθεί η αντίδικός του να προσκομίσει και να επιδείξει ό,τι έγγραφα διαθέτει, από τα οποία προκύπτει τυχόν ότι παραχώρησε την ένδικη έκταση προς τρίτους ή ότι η έκταση αυτή κατελήφθη αυτογνωμόνως από τρίτους.
Η αίτηση αυτή, στην οποία δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια το έγγραφο ή τα έγγραφα των οποίων ζητεί την επίδειξη το εκκαλούν - ενάγον σωματείο, ποίο είναι το περιεχόμενό τους, αν αυτά είναι πρόσφορα για να αποδείξουν ή ανταποδείξουν κάποιο λυσιτελή ισχυρισμό και αν αυτά τα έγγραφα που δεν προσδιορίζει επακριβώς κατέχονται από την αντίδικό του, αλλ’ αορίστως ζητείται με αυτή η επίδειξη ό,τι εγγράφων διαθέτει η αντίδικός του από τα οποία προκύπτει τυχόν ότι παραχώρησε την ένδικη έκταση προς τρίτους ή ότι η έκταση αυτή κατελήφθη αυτογνωμόνως από τρίτους, είναι πρωτίστως αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες εκτιμώνται ανάλογα με το λόγο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις λοιπές αποδείξεις, από την υπ’ αρ. 5884/2006 ένορκη βεβαίωση του Μ.
Κ., η οποία λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια του εναγομένου Ο.Σ.Κ. μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αρ. ...22-3-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Π.), από τις υπ’ αρ. ...9-1-2006 και ...2011 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια του ενάγοντος σωματείου μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου Ο.Σ.Κ. (βλ.
την υπ’ αρ. ... 13-9-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Τ. και την υπ’ αρ. ...18-1-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Σ.) και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσαγόμενες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών καθώς και η από 24-3-2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ.
Κ., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1870 ιδρύθηκε σωματείο με την επωνυμία "Εταιρεία της επί σκοπώ βολής" το οποίο διαδέχθηκε το 1899 το ενάγον σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία" (Π.Σ.Ε.). Με το άρθρο 1 του Ν. 4778/1930 ορίστηκε ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό των Στρατιωτικών, ως αντιπρόσωπο του Δημοσίου, να μεταβιβάσει στην Π.Σ.Ε την κυριότητα γηπέδου του Δημοσίου, κειμένου στο συνοικισμό Καισαριανής, εκτάσεως 710 στρεμμάτων περίπου προς εγκατάστασιν σκοπευτηρίου και χρησιμοποίηση τούτου προς μόνον τον σκοπόν τούτον" και υπό τους όρους των άρθρων 3 και 4 του ιδίου νόμου, ήτοι (άρθρο 3) ότι "το ανωτέρω γήπεδον, θεωρούμενον εκτός συναλλαγής, δεν δύναται να εκποιηθεί υπό της Π.Σ.Ε.
ή να κατασχεθεί υπό τρίτου. Επιτρέπεται όμως η εκμετάλλευση τούτου με οποιονδήποτε τρόπον, συντείνοντα προς το σκοπό για τον οποίο παραχωρείται στην εταιρία. Η ιδιότητα του γηπέδου τούτου ως εκτός συναλλαγής παύει σε περίπτωση κατά την οποία η κυριότητα τούτου περιέλθει στο Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο, καθώς επίσης και στην περίπτωση μεταβιβάσεώς του στο Δημόσιο από την Π.Σ.Ε..
Η μεταβίβαση αυτή επιτρέπεται να γίνει με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα" (άρθρο 4), "σε περίπτωση διαλύσεως της Π.Σ.Ε. το ανωτέρω γήπεδο με όλες τις εγκαταστάσεις της εταιρίας σ’ αυτό περιέρχεται στο Δημόσιο". Σε εκτέλεση του ως άνω νόμου καταρτίστηκε το με αριθμό ...1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων.
Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάστηκε από το Δημόσιο στην Π.Σ.Ε. η κυριότητα, νομή και κατοχή του γηπέδου του σκοπευτηρίου Καισαριανής, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ως άνω Ν. 4778/1930, χαρακτηριζομένου του παραχωρούμενου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής. Από τη διατύπωση όμως του τελευταίου νόμου προκύπτει, ότι η παραπάνω έκταση δεν προορίστηκε ως πράγμα εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ, αλλά ο όρος "εκτός συναλλαγής" τέθηκε με την περιορισμένη έννοια της απαγόρευσης διάθεσης του γηπέδου από την Π.Σ.Ε..
Ακολούθως με τους Ν. 2764/1954 και 252/1976 άρθηκαν οι περιορισμοί μεταβίβασης της ως άνω έκτασης των 710 στρεμμάτων και με τον πρώτο από αυτούς επιτράπηκε η μεταβίβαση τμήματος της εν λόγω έκτασης εμβαδού 43 στρεμμάτων, για την αποκατάσταση αστών προσφύγων, ενώ με τον δεύτερο επιτράπηκε η μεταβίβαση 109 στρεμμάτων περίπου για την εκπλήρωση των σκοπών του εναγόμενου Ο.Σ.Κ., συνισταμένων στην ανέγερση διδακτηρίων.
Η μεταβίβαση των τμημάτων αυτών θα γινόταν είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση, είτε με εκούσια εκποίηση από την Π.Σ.Ε.. Με τον ίδιο Ν. 252/1976 (άρθρο 1 παρ. 7) ορίστηκε ότι "προς αντιμετώπισιν επειγουσών αναγκών, επιτρέπεται εις τον Οργανισμόν Σχολικών Κτιρίων, όπως άνευ διαγωνισμού προβή εις την παρά της Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρείας μίσθωσιν ετέρου τμήματος του ιδίου γηπέδου, επί σκοπώ ανεγέρσεως δαπάναις του προσωρινών κτισμάτων προς χρήσιν διδακτηρίων, του αναγκαιούντος χώρου, του ύψους του μισθώματος, της διαρκείας της μισθώσεως και πάσης σχετικής λεπτομερείας καθορισθησομένων ελευθέρως κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβληθησομένων μερών".
Έτσι το ενάγον σωματείο με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως εκμίσθωσε στο εναγόμενο τότε ΝΠΔΔ του Ο.Σ.Κ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε αργότερα εκ του νόμου η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ο.Σ.Κ. Α.Ε." και στη θέση της οποίας υπεισήλθε και πάλι εκ του νόμου η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", τμήμα του ως άνω γηπέδου, εμβαδού 8 στρεμμάτων ως έγγιστα κατά το μισθωτήριο, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε, ήταν 16.467 τ.μ., τριγωνικής μορφής, κείμενο στον συνοικισμό Καισαριανής και προς την δυτικομεσημβρινή γωνία του όλου κτήματος, εκτός του μεσημβρινού μανδροτοίχου του πεδίου βολής των 300 μ.
και μεταξύ αυτού και της οδού ... και ήδη .... Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε οκταετής με έναρξη στις 22-7-1976 και λήξη στις 22-7-1984, ενώ συμφωνήθηκε ότι θα μπορούσε να παραταθεί μετά από πρόταση του μισθωτή για δύο ακόμη οκταετίες. Το μίσθωμα ορίστηκε σε 480.000 δραχμές ετησίως, προκαταβαλλόμενο ανά εξάμηνο και εντός του πρώτου μηνός κάθε εξαμήνου και αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία.
Το μίσθιο γήπεδο συμφωνήθηκε ότι θα χρησιμοποιείτο από τον Ο.Σ.Κ. για εγκαταστάσεις προσωρινών κτισμάτων προς χρήσιν διδακτηρίων και ότι οι αναγκαίες δαπάνες για τη διαμόρφωση του μισθίου θα βάρυναν τον μισθωτή, ενώ μετά τη λήξη της μίσθωσης τα επ’ αυτού ανεγερθέντα κτίσματα θα παρέμειναν προς όφελος της εκμισθώτριας Π.Σ.Ε..
Συγκεκριμένα, το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο από τον Ο.Σ.Κ., σύμφωνα με το Ν. 252/ 1976, για την ανέγερση προσωρινών κτισμάτων με σκοπό να χρησιμοποιηθούν αυτά ως διδακτήρια, προς αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών εξασφάλισης στέγης για τη λειτουργία σχολείων και τούτο διότι ο εναγόμενος Ο.Σ.Κ. επρόκειτο να ανεγείρει μόνιμα κτιριακά σχολικά συγκροτήματα σε παρακείμενη έκταση, που με βάση τον ίδιο νόμο, θα μεταβιβαζόταν σ’ αυτόν από την Π.Σ.Ε., για την εκπλήρωση των σκοπών του, που ήταν η ανέγερση εκπαιδευτήριων, των οποίων όμως η ανέγερση προβλεπόταν ότι θα ήταν χρονοβόρα.
Όμως, ο εναγόμενος ΟΣΚ, εν γνώσει του ενάγοντος σωματείου και χωρίς διαμαρτυρία ή αντίδραση από μέρους του τελευταίου, ανήγειρε στο μίσθιο μόνιμα κτιριακά σχολικά συγκροτήματα και συγκεκριμένα κατασκεύασε στο μίσθιο γήπεδο έξι κτιριακά σχολικά συγκροτήματα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και μόνιμη τοιχοποιία, στα οποία εγκαταστάθηκαν σταδιακά δημόσια σχολεία του Δήμου Καισαριανής.
Ειρήσθω ότι με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του Ν. 252/1976 δεν δόθηκε στο ενάγον το δικαίωμα να εκμισθώνει ελεύθερα το γήπεδό του, αλλά του παρασχέθηκε η ευχέρεια να εκμισθώσει περιορισμένο τμήμα του γηπέδου του στον Ο.Σ.Κ. και μόνο για να αντιμετωπισθούν οι επείγουσες ανάγκες διασφάλισης διδακτηρίων για τους μαθητές του Δήμου Καισαριανής και με την ίδια διάταξη ορίσθηκε ότι οι διάδικοι είχαν δικαίωμα με ελεύθερες διαπραγματεύσεις να συμφωνήσουν μόνο συγκεκριμένα θέματα και αποκλειστικά επί "του αναγκαιούντος χώρου, του ύψους του μισθώματος, της διάρκειας της μισθώσεως και πάσης σχετικής λεπτομερείας".
Η ως άνω μίσθωση παρατάθηκε με αίτημα του αρχικά εναγομένου Ο.Σ.Κ. για μία ακόμη οκταετία, δηλαδή μέχρι 27-2-1992 και το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε δικαστικά στο ποσό των 500.000 δραχμών το εξάμηνο. Ακολούθως, πριν λήξει η παράταση της μισθώσεως, με το άρθρο 50 του Ν. 1731/9-9-1987 ορίστηκε ότι "αίρεται η αφιέρωση στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία γηπέδου στην ...
και ο χαρακτηρισμός του ως εκτός συναλλαγής που έγινε με το υπ’ αριθ. ...1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βασιλάκη, η δε κυριότητά του επανέρχεται στο Δημόσιο". Σε προηγούμενη δίκη που ανοίχθηκε με την από 25-2-1993 αγωγή του ενάγοντος σωματείου (Π.Σ.Ε.), με την οποία αυτό, επικαλούμενο λήξη του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως και παράνομη παρακράτηση του μισθίου λόγω λήξης της μισθώσεως, ζητούσε την απόδοση του μισθίου και την επιδίκαση οφειλομένων μισθωμάτων και αποζημιώσεως χρήσεως για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, κατέστη αντικείμενο διαφορετικών απόψεων το θέμα εφαρμογής ή μη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987.
Υποστηρίχθηκε από το εναγόμενο τότε Ν.Π.Δ.Δ του Ο.Σ.Κ. ότι με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 αφαιρέθηκε από το ενάγον σωματείο η κυριότητα της έκτασης που του είχε παραχωρηθεί με το Ν. 4778/1930 και το ...1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Βασιλάκη και ότι η ως άνω μίσθωση, στην οποία το ενάγον σωματείο στήριζε τα δικαιώματά του από τα οποία απέρρεαν οι ασκηθείσες με την αγωγή εκείνη αξιώσεις του, είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου.
Τούτο είχε ως συνέπεια ότι το εναγόμενο τότε Ν.Π.Δ.Δ. δεν είχε υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του μισθίου γηπέδου στο ενάγον σωματείο, που είχε πλέον απωλέσει την ιδιότητα του εκμισθωτή και κατ’ επέκταση το τελευταίο δεν είχε αξίωση για αποζημίωση χρήσεως, μη νομιμοποιούμενο στην άσκηση της αγωγής εκείνης, ενώ η κυριότητα του επίδικου μισθίου περιήλθε, ως μετακλητή, από τις 9 Σεπτεμβρίου του έτους 1987, στο Ελληνικό Δημόσιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου Ο.Σ.Κ. έγινε δεκτός από το Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αρ. 3818/1996 απόφασή του, κατά την εκδίκαση της έφεσης του Ο.Σ.Κ. κατά της υπ’ αρ. 3539/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί η τελευταία απόφαση και να απορριφθεί η από 25-2-1993 αγωγή του ενάγοντος σωματείου ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό ότι η ως άνω μίσθωση έληξε με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο Ο.Σ.Κ. όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο στην κυριότητα του οποίου ανήκε πλέον με βάση το Ν. 1731/1987. Μετά την άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος σωματείου αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε η με αριθμό 1599/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέα, ακολούθως δε, λόγω αρνήσεως εφαρμογής νόμου ως αντισυνταγματικού, παρέπεμψε τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια με την 11/1999 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, λόγω του ερμηνευτικού προβλήματος που είχε ανακύψει από το άρθρο 50 του Ν. 1731/1987, σε σχέση με τη φύση της παραχώρησης που είχε γίνει με το Ν. 4778/1930 και του είδους και της αξίας της έκτασης του μισθίου, κρίθηκε ότι είχε ανακύψει ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και γι’ αυτό οι παραπεμφθέντες από το Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου λόγοι παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Με την με αριθμό 20/2001 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 κρίθηκε αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος με συνέπεια την υποχρέωση των Δικαστηρίων να μη την εφαρμόσουν και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης.
Τελικά, με την με αριθμό 1093/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως άνω με αριθμό 3818/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκασή της και στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 6655/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου Ο.Σ.Κ.
ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατέστη τελεσίδικη η υπ’ αρ. 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ ακολούθως απορρίφθηκε και η ασκηθείσα κατά της υπ’ αρ. 6655/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αναίρεση του εναγομένου Ο.Σ.Κ. με την υπ’ αρ. 1822/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι παρόλο που η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή της έκρινε κατά το έτος 2001 ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 ήταν αντισυνταγματική διότι κατά την έννοια του Ν. 4778/1930 με την κατάρτιση και μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου η Π.Σ.Ε.
έγινε οριστική και όχι προσωρινή ή μετακλητή κυρία του γηπέδου των 710 στρεμμάτων, με μόνους τους περιορισμούς του νόμου που καταχωρήθηκαν στο συμβόλαιο και αφορούσαν στην εκμετάλλευση και χρήση αποκλειστικώς για εγκατάσταση σκοπευτηρίου και στην απαγόρευση διαθέσεώς του, το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, με τα Ν.Π.Δ.Δ.
των Σχολικών Εφορειών, χρησιμοποιούσε και διαχειριζόταν ως σχολεία τα ανεγερθέντα από τον Ο.Σ.Κ. στο μίσθιο κτίρια εκπαιδευτηρίων, από της δημοσιεύσεως και ισχύος του Ν. 1731/1987 και με βάση τον νόμο αυτό, δηλαδή από 9-9-1987, συνέχισε να κατέχει, να χρησιμοποιεί και να διαχειρίζεται με τις Σχολικές Εφορείες το επίδικο μίσθιο και τα εκπαιδευτήρια που είχαν ανεγερθεί σ’ αυτό ως δημόσια πλέον σχολεία, έκτοτε δε, δηλαδή από τότε που το επίδικο μίσθιο ακίνητο και τα σχολεία που είχαν ανεγερθεί σ’ αυτό περιήλθαν με βάση τον ως άνω νόμο στο Δημόσιο και κατείχοντο πλέον απ’ αυτό ως δημόσια σχολεία, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
του Ο.Σ.Κ., θεωρώντας με βάση τον Ν. 1731/1987 που δεν είχε κριθεί μέχρι τότε ως αντισυνταγματικός ως κύριο του μισθίου και των εκπαιδευτηρίων το Ελληνικό Δημόσιο σταμάτησε να καταβάλλει μισθώματα στο ενάγον. Το ενάγον σωματείο από τότε που δημοσιεύθηκε ο Ν. 1731/1987, παρόλο που το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. του Ο.Σ.Κ. σταμάτησε να του καταβάλλει μισθώματα, αποδεχόμενο αρχικά τον αντισυνταγματικό νόμο 1731/1987, αφού δεν άσκησε καμμία αγωγή για να κηρυχθεί αντισυνταγματικός ο νόμος και να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί της όλης εκτάσεως που του παραχωρήθηκε, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου μισθίου, δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των μισθωμάτων και αδράνησε για μία εξαετία, οπότε για πρώτη φορά κατά το έτος 1993, μετά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως, επικαλέστηκε με την από 25-2-1993 αγωγή του την επίδικη μίσθωση και ζήτησε να του καταβληθούν τα μέχρι τη λήξη της στις 27-2-1992 μισθώματα και αποζημίωση χρήσεως λόγω παρακρατήσεως του μισθίου από το μισθωτή Ο.Σ.Κ.
και μετά τη λήξη της μισθώσεως. Έτσι, ναι μεν λόγω της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 50 του Ν.1731/1987 το ενάγον σωματείο εξακολουθούσε και μετά την έκδοση και δημοσίευση του ως άνω νόμου να έχει την κυριότητα του μισθίου ακινήτου και να είναι εκμισθωτής τούτου και το εναγόμενο ΝΠΔΔ του Ο.Σ.Κ. εξακολουθούσε να είναι μισθωτής τούτου, πλην όμως από του έτους 1987 που εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε ο ως άνω αντισυνταγματικός νόμος, το αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ του Ο.Σ.Κ.
σταμάτησε να κατέχει ως μισθωτής το μίσθιο, το οποίο έκτοτε, εν γνώσει του ενάγοντος σωματείου και χωρίς αντίδραση από μέρους του, νεμόταν και κατείχε αρχικά το Δημόσιο ως έχον την κυριότητά του και μάλιστα ως δημόσια σχολεία διά του Ν.Π.Δ.Δ. της οικείας Σχολικής Εφορείας του άρθρου 40 του Ν. 1566/1985, στην οποία περιήλθαν και ανήκαν τα δημόσια σχολεία του Δήμου Καισαριανής, αντιποιούμενο την κυριότητα και νομή του ενάγοντος σωματείου και στη συνέχεια, από της ισχύος του Ν. 1894/1990, το νεμόταν και το κατείχε ως δημόσια σχολεία της περιφέρειάς του ο Δήμος Καισαριανής, αντιποιούμενος δική του κυριότητα επί τούτου.
Μάλιστα, επειδή το ενάγον σωματείο γνώριζε ότι στην πραγματικότητα το μίσθιο από της δημοσιεύσεως του ως άνω αντισυνταγματικού νόμου δεν το κατείχε και δεν το χρησιμοποιούσε ως μισθωτής το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. του Ο.Σ.Κ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε δια νόμου αρχικά η ανώνυμη εταιρεία "Ο.Σ.Κ. Α.Ε." και στη συνέχεια η ανώνυμη εταιρεία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", αλλά το κατείχαν και το χρησιμοποιούσαν ως κτιριακές εγκαταστάσεις δημοσίων σχολείων αρχικά το Δημόσιο διά του Ν.Π.Δ.Δ.
της οικείας Σχολικής Εφορείας του Δήμου Καισαριανής και στη συνέχεια ο Δήμος Καισαριανής, αντιποιούμενοι δική τους κυριότητα επί τούτου με βάση την αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 και τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 40 του Ν. 1566/1985 και του Ν. 1894/1990, παρόλο που είχε εκδοθεί η υπ’ αρ. 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υποχρέωνε την εναγόμενη "Ο.Σ.Κ.
Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε ως μισθώτρια στη θέση του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. του Ο.Σ.Κ., να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στο ενάγον σωματείο, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ’ αρ. 1822/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, το ενάγον σωματείο δεν προέβη από τότε τουλάχιστον που κατέστη αμετάκλητη στην εκτέλεσή της και δεν απέβαλε έστω και τυπικά την εναγόμενη μισθώτρια από το μίσθιο με σύνταξη της σχετικής εκθέσεως αποβολής και εγκαταστάσεως, και τούτο διότι γνώριζε μεν, μετά την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ότι λόγω της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 εξακολουθούσε αυτό να είναι εκμισθωτής και η εναγομένη "Ο.Σ.Κ.
Α.Ε." μισθώτρια του επίδικου μισθίου, πλην όμως γνώριζε επίσης και ότι η τυχόν εκτέλεση της ως άνω αμετάκλητης εξωστικής αποφάσεως δεν θα επέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα, αφού την κατοχή και τη χρήση του μισθίου την είχε ο Δήμος Καισαριανής, ο οποίος κατείχε και νεμόταν το μίσθιο ακίνητο και τα επ’ αυτού δημόσια σχολεία, ως κύριος τούτου, με βάση την ως άνω αντισυνταγματική διάταξη και τις διατάξεις του Ν. 1894/1990.
Πράγματι, όταν μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 514/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου που αναφερόταν στο γεγονός ότι δεν είχε εκτελεστεί η ως άνω εξωστική απόφαση, το ενάγον σωματείο στις 25-6-2010 εκτέλεσε, για πρώτη φορά, την ως άνω εξωστική απόφαση, με τη σύνταξη της υπ’ αρ. 676/25-6-2010 έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Α. Σ. και πάλι δεν εγκαταστάθηκε στο μίσθιο και δεν απέκτησε την κατοχή του, διότι παρεμποδίστηκε από ανθρώπους του Δήμου Καισαριανής που αντιποιείται δικαιώματα νομής και κυριότητας στο μίσθιο ακίνητο στο οποίο υπάρχουν κτιριακές εγκαταστάσεις δημοσίων σχολείων της περιφέρειάς του. Ενόψει όλων των ανωτέρω και ειδικότερα των συνθηκών υπό τις οποίες παραχωρήθηκε δωρεάν από το Δημόσιο στο ενάγον σωματείο η όλη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η έκταση του επίδικου μισθίου, η οποία παραχωρήθηκε αποκλειστικά για την προώθηση των σκοπών του σωματείου και όχι για την καθ’ οιονδήποτε τρόπο οικονομική εκμετάλλευσή της, του γεγονότος ότι η μοναδική περίπτωση εκμετάλλευσης είναι η ένδικη, που εξαιτίας της απαγόρευσης επιτράπηκε με νόμο, του γεγονότος ότι η κατασκευή των σχολικών κτιρίων στην έκταση του επίδικου μισθίου άρχισε τη δεκαετία του 1970 και σταδιακά ολοκληρώθηκε, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, κατά την οποία οι εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες είχαν ήδη εκδηλώσει την πρόθεση για περιέλευση της ένδικης έκτασης στο δημόσιο, που την είχε παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα, στο ενάγον σωματείο, για την εγκατάσταση σκοπευτηρίου και χρησιμοποίησή της μόνο για το σκοπό αυτό, του γεγονότος ότι εν γνώσει του ενάγοντος σωματείου και χωρίς διαμαρτυρία από μέρους του, κατασκευάστηκαν μόνιμες κτιριακές σχολικές εγκαταστάσεις και όχι προσωρινές και του γεγονότος ότι ήδη από τη δεκαετία του 1970 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 στο μίσθιο και στα επ’ αυτού κτίσματα είναι εγκατεστημένα και λειτουργούν μέχρι και σήμερα δημόσια σχολεία, τα οποία αρχικά το Ν.Π.Δ.Δ.
του ΟΣΚ και στη συνέχεια η εταιρεία "Ο.Σ.Κ. Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη η εναγόμενη εταιρεία, αδυνατούσαν να τα εξώσουν, η αξίωση του ενάγοντος σωματείου, για επιδίκαση της ένδικης αποζημίωσης χρήσης από μέρους του Ο.Σ.Κ. και ήδη από μέρους της εναγόμενης εταιρείας "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", στηριζόμενη μόνον στο ότι μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987, εξακολουθεί να θεωρείται μισθώτρια του επίδικου μισθίου, στο οποίο υπάρχουν τα δημόσια σχολεία, η εναγόμενη εταιρεία, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος του ενάγοντος σωματείου να απαιτήσει αποζημίωση χρήσεως λόγω παρακρατήσεως του μισθίου μετά τη λήξη της μισθώσεως και είναι καταχρηστική και απαγορευτέα.
Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω και αφού έχει κριθεί δεσμευτικά για το Δικαστήριο αυτό, με την υπ’ αρ. 514/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι ή ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή και δεν είναι αόριστη, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη με αριθμό 2789/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κρατηθεί και δικασθεί κατ’ ουσίαν η υπόθεση κατά το μέρος που παραπέμφθηκε, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος σωματείου ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή και κατά το μέρος που αφορά αποζημίωση χρήσεως λόγω παρακρατήσεως του μισθίου μετά τη λήξη της μισθώσεως. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
Εξαφανίζει τη με αρ. 2789/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσία.
Απορρίπτει την αγωγή, κατά τα στο σκεπτικό αναφερθέντα. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ