Appeal dismissed; Supreme Court rejects distortion claim regarding evidence evaluation under Art. 559(20) CPolD.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a tax dispute over vacant land. The appellants argued the lower court distorted specific municipal documents, but the court found the judgment relied on multiple pieces of evidence rather than just the cited papers. Consequently, the court ruled that the appellants' complaint regarding evidence evaluation was inadmissible as it did not meet the strict threshold for distortion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(20) CPolD; The ground of distortion of document content under Art. 559(20) CPolD requires the adverse finding to stem exclusively or primarily from the alleged document, excluding cases where the court evaluates the document alongside other evidence to form a conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 922 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 922/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Ά. θυγ. Α. Σ., κατοίκου ..., 2. Σ. θυγ. Α. Σ., συζ. Ι. Δ., κατοίκου ..., 3. Μ. θυγ. Α. Σ., κατοίκου ... και 4. Δ. θυγ. Α. Σ., κατοίκου ..., μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων: α) της αποβιωσάσης μητέρας τους Ε. συζ. Α. Σ., θυγ. Α. Κ. και β) της αποβιωσάσης αδελφή τους Σ. θυγ. Α. Σ., και συνεχιστών, όπως δήλωσαν και δηλώνουν και πάλι της αρξάμενης αυτής δίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γαλανόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν και Κ. Κ. Ανώνυμη Εμπορική Τεχνική και Ξενοδοχειακή Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ ΑΕ", 2. Α. Τ. Λ., κατοίκου ..., μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης Έ. Λ. και συνεχιστού της δίκης αυτής, 3. Ι. Γ. Λ., κατοίκου ..., 4. Σ. συζ. Λ. Γ., θυγ. Ν. Χ., τέως χας Κ. Κ., κατοίκου ..., 5. Τ. θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 6. Ε. θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 7. Γ. Λ. Ζ., κατοίκου ..., μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής διαδίκου αποβιωσάσης Μ. Ζ. και συνεχιστού της δίκης αυτής και όχι ως ειδικού διαδόχου του Ι. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Βαθρακογιάννη και 8. της σχολάζουσας κληρονομίας του Ι. Σ. του Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον προσωρινό κηδεμόνα αυτής, δικηγόρο Αθηνών, Γ. Κ..
Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Παναγιώτα Βαθρακογιάννη δήλωσε ότι ο 3ος αναιρεσίβλητος Ι. Λ. απεβίωσε στις 3-4-2011 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Δ. Λ., το γένος Σ. Μ., και από τα τέκνα του Γ. Λ. του Ι. και Α. Λ. του Ι., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8317/2000 μη οριστική, 1319/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9665/2005, 592/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1813/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 16-11-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 24-9-2008 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου-Αρεοπαγίτη Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 3 Απριλίου 2011, επήλθε στην Αθήνα (Φιλοθέη Αττικής) ο θάνατος του τρίτου αναιρεσίβλητου Ι. Λ. του Γ.. Οι εγγύτεροι αυτού συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Δ. Λ., σύζυγός του και Γ. και Α. Λ., τέκνα του, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τις αναιρεσείουσες, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο επιφανείας 494 τ.μ., κείται στην κτηματική περιφέρεια και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Γαλατσίου Αττικής, όπως αυτό εμφαίνεται στο από μηνός Μαΐου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.
Κ., που είναι προσηρτημένο στο υπ' αριθμ. .../4-2-93 συμβόλαιο αποδοχής του συμ/φου Αμαρουσίου Αττικής Κων/νου Γκιούσα, με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ και συνορεύει κατά το ίδιο διάγραμμα, βορειοδυτικά επί πλευράς 30,80 μ. με τη διανοιγείσα οδό ... (προέκταση), νοτιοανατολικά επί πλευράς 16,05 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων, βορειοδυτικά επί πλευράς 16,35 μ.
με την οδό ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό 37 και νοτιοδυτικά επί πλευράς 30,30 μ. με πολυόροφη οικοδομή αγνώστων συνιδιοκτητών. Το εν λόγω επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα οικοπέδου, επιφανείας 901,10 τ.μ., που εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΑΟΝΗΘΙΚΛΜΝΒΔΕΑ και συνορεύει, βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΕΑΟΖΗΘ, μήκους 30.45 μ., με την οδό ...
και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ΘΙΚΛΜ, μήκους 22,90 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με ιδιοκτησία Π., νοτιοδυτικά επί πλευράς ΔΕ, μήκους 30,20 μ., με ιδιοκτησία αγνώστου και νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ΜΝΒΓΔ, μήκους 28,95 μ., με ιδιοκτησίες αγνώστων, το οποίο λόγω ρυμοτομίας διαχωρίστηκε σε τρία τμήματα όπως εμφαίνονται στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα, ήτοι 1) το επίδικο στη συμβολή των οδών ...
και της ρυμοτομούμενης οδού ..., 2) τμήμα επιφανείας 111 τ.μ., με τα στοιχεία ΖΗΘΙΚΛΗΝΞΖ απέναντι από το επίδικο και 3) το ρυμοτομούμενο, επιφανείας 296,10 τ.μ., με τα στοιχεία ΑΟΖΝΒΑ, που αποτελεί μέρος της οδού ... . Το όλο ακίνητο καθώς και έκταση γύρωθεν αυτού, 9 στρεμμάτων, το οποίο είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης αρχικά κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγομένων Κ.
Ι. Κ. και Ε. Κ. ύστερα από διανομή μεγαλύτερης ακόμη έκτασης 124 στρεμμάτων περίπου που διατάχθηκε με την 540/1918 απόφαση του το Πρωτοδικείο Αθηνών, με έδαφος βραχώδες και άγονο και με επιφάνεια ιδιαίτερα επικλινή έως κρημνώδη σε ορισμένα σημεία, χρησιμοποιούνταν ως λατομείο από το έτος 1933 υπό την εκμετάλλευση του Α.
Σ. του Ι., που είχε μισθώσει την όλη έκταση από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγομένων. Πριν από το έτος 1950 ο πατέρας των εναγουσών Α. Σ., που ήταν άστεγος με την ανοχή τόσο των εκμισθωτών όσο και του μισθωτή, είχε εγκαταστήσει εντός του χώρου του λατομείου πρόχειρο μεταλλικό από λαμαρίνες κτίσμα (καλύβα) για να διαμένει με την οικογένειά του.
Το έτος 1955 πέθανε ο ανωτέρω εκμεταλλευτής του λατομείου Α. Σ. και την εκμετάλλευση την συνέχισαν τα παιδιά του μέχρι το έτος 1959 που η επιχείρηση πτώχευσε και διέκοψε τις εργασίες της. Ήδη, από το έτος 1956 ο πατέρας των εναγουσών με την οικογένεια του μεταφέρθηκε σε δύο πρόχειρα οικήματα που χρησιμοποιούνταν από τον Α.
Σ. ως γραφείο της επιχείρησής του λατομείου και για τη φύλαξη των εργαλείων. Διέμενε με την οικογένεια του στα κτίσματα αυτά, χωρίς αντάλλαγμα, με τη συμφωνία να παραδοθούν στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων μόλις τα ζητήσουν. Το έτος 1959 οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Μ. συζ. Γ. Χ., Έ. συζ. Τ. Λ., αμφότερες το γένος Κ.
Κ., Δ. Κ., Κ. Κ., Β. χήρα Α. Σ. και Μ. θυγ. Α. Σ., ζήτησαν την απόδοση των κτισμάτων και επειδή ο πατέρας των εναγουσών αρνήθηκε άσκησαν σε βάρος του αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής τους επί των παραπάνω κτισμάτων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής στις 17-2-1959 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο πατέρας των εναγουσών ομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονταν στην αίτηση και ζήτησε να του χορηγηθεί προθεσμία εκκενώσεως των κτισμάτων και απόδοση της νομής στους αντιδίκους του μέχρι την 15-5-1959, που οι τελευταίοι συμφώνησαν (βλ.
υπ' αριθμ. 71/1959) του Ειρηνοδικείου Αθηνών), Με βάση τις ομολογίες του πατέρα των εναγουσών και την προθεσμία που του χορηγήθηκε για την απόδοση της νομής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 71/1959 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που διέταξε την αποβολή του πατέρα των εναγουσών και την εγκατάσταση των ως άνω αιτούντων. Κατόπιν νέων παρακλήσεων ταυ πατέρα των εναγουσών η απόφαση δεν εκτελέστηκε και επιτράπηκε από τους τότε αιτούντες - δικαιοπαρόχους των εναγομένων-να παραμείνει και να διαμείνει με την οικογένειά του στα παραπάνω κτίσματα χωρίς αντάλλαγμα.
Στη συνέχεια, όμως το Μάιο του 1970 οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Μ. συζ. Γ. Χ., Έ. συζ. Τ. Λ., Δ. Ι. Κ., Κ. Ι. Κ., Β. χα Α. Σ. και Μ. συζ. Λ. Ζ. το γένος Α. Σ., ζήτησαν εκ νέου με αίτηση τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την απόδοση των κτισμάτων από τον πατέρα των εναγουσών, που αρνήθηκε. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1398/1970 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία ο πατέρας των εναγουσών ως χρησάμενος και αντιποιούμενος τη νομή υποχρεώθηκε να αποδώσει στους τότε αιτούντες τη νομή των δύο κτισμάτων.
Παράλληλα οι ίδιοι (αιτούντες) άσκησαν τακτική αγωγή νομής και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14768/1973 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτοί αναγνωρίστηκαν συννομείς των κτισμάτων, ότι παρείχαν χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση τους στον πατέρα των εναγουσών, που αντιποιήθηκε τη νομή και διατάχθηκε να τους αποδώσει τη νομή των δύο κτισμάτων.
Ήδη, από 30-3-71 είχε εκτελεστεί η παραπάνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (1398/70) και συντάχθηκε η .../30-3-1971 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ. Δ.. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι ως άνω αποφάσεις αφορούν δύο κτίσματα του λατομείου όπου διέμενε μόνος ο πατέρας τους Α.
Σ., διότι ήταν σε διάσταση με τη μητέρα τους Ε. Σ. και ότι τα κτίσματα αυτά ήταν άλλα από το κτίσμα, που κατοικούσαν οι ίδιες με τη μητέρα τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν αποδεικνύεται, ενώ τα όσα καταθέτουν οι επιμέλεια, των εναγουσών εξετασθέντες μάρτυρες δεν κρίνονται πειστικά. Μάλιστα, ο εξ αυτών (μαρτύρων) Π.
Χ. για πρώτη φορά καταθέτει (πρωτοδίκως) ότι οι γονείς των εναγουσών διέμεναν χωριστά, ενώ στις παραπάνω προηγούμενες δίκες δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Εξάλλου και οι ίδιες οι ενάγουσες αναφέρουν στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ότι η μητέρα τους διέμενε με τον πατέρα τους στον οικίσκο που βρίσκεται στο επίδικο.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με απόφαση του Δήμου Γαλατσίου Αττικής επιβλήθηκε στη μητέρα των εναγουσών φόρος ακαλύπτων χώρων για τα έτη 1967, 1968 και 1969 για οικόπεδο εκτάσεως 1575 τ.μ. στην οδό ..., για το οποίο είχε πληροφορίες ο Δήμος ότι αυτή ήταν νομέας. Με νεότερη όμως απόφαση του Δήμου διαγράφηκαν από το βεβαιωτικό κατάλογο φόρου ακαλύπτων χώρων (βλ. 3786/1973 έγγραφη απάντηση του Δήμου Γαλατσίου προς την απώτερα δικαιοπάροχο των εναγομένων Μ.
Χ.). Αντίθετα προέκυψε ότι φόρος ακαλύπτων χώρων μεταξύ άλλων και για οικόπεδο στη συμβολή των οδών ... και ..., επιβλήθηκε σε βάρος των δικαιοπαρόχων των εναγομένων (Έ. Λ., Μ. Χ., Α. Λ.) που προσέβαλαν τις σχετικές πράξεις με προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και εκδόθηκαν σχετικές αποφάσεις (βλ.
τις υπ' αριθμ. 6321/79, 6322/1979, 6030/80, 6045/80, 3062/82, 3078/82, 3079/82, 6055/80 αποφάσεις διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών). Ούτε βέβαια αποδεικνύεται καλλιέργεια του επιδίκου ακινήτου με φύτευση δέντρων και άλλες σχετικές υλικές πράξεις, δεδομένου ότι το έδαφος του επιδίκου ήταν πλήρως άγονο και όπως καταθέτουν κι'αυτοί ακόμη οι μάρτυρες των εναγουσών στο επίδικο υπήρχαν τρεις συκιές και τρεις ελιές, από τα οποία μόνο ένα δέντρο συκιά ήταν "ήμερο".
Με βάση τα παραπάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, δεν αποδεικνύεται ότι η μητέρα των εναγουσών Ε. Σ. ενήργησε στο επίδικο υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου. Αντίθετα διέμενε στα κτίσματα του επιδίκου με την οικογένεια της όχι με την πεποίθηση ότι κυρία αυτών, αλλά ως σύζυγος του Α. Σ., στον οποίον είχε παραχωρηθεί η χρήση των κτισμάτων από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγομένων χωρίς αντάλλαγμα.
Στη συνέχεια για το χρονικό διάστημα από το έτος 1971 μέχρι το έτος 1990 δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες ή η μητέρα τους ενήργησαν οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο, ούτε η μητέρα των εναγουσών διέμενε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, σε κτίσμα εντός του επιδίκου από την παραπάνω έκθεση αποβολής (30-3-1971) μέχρι το θάνατό της (1981).
Οι περί αυτού σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών ότι στον οικίσκο των 30.τ,μ, διέμεναν οι ενάγουσες με τη μητέρα τους, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε βεβαίωση για τη σύνδεση της χρησιμοποιούμενης ως κατοικίας από τη μητέρα των εναγουσών - όπως αυτές ισχυρίζονται - με τις παροχές ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, αποχέτευσης κ.λ.π., ούτε απόδειξη για δαπάνες κατανάλωσης κατά τα έτη αυτά, δεν κρίνονται πειστικές.
Ούτε είναι αληθές ότι μετά το θάνατο της μητέρας τους (1981) και μέχρι το 1990 οι ενάγουσες χρησιμοποιούσαν το επίδικο ως ορνιθώνα. Οι τελευταίες (ενάγουσες) επικαλούνται και προσκομίζουν την από 5-ΙΟΙ 992 εξώδικη δήλωση, στην οποία αναφέρεται ότι από το καλοκαίρι του 1990 παρείχαν χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του επιδίκου στον Α.
Α. για να το χρησιμοποιήσει για την εγκατάσταση ορνίθων και λοιπών κατοικίδιων ζώων, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι έγινε η εγκατάσταση αυτή. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι τα έτη 1988 - 1989 η πρώτη εναγομένη εταιρία προέβη στην ανέγερση δύο πολυωρόφων οικοδομών σε οικόπεδα συνεχόμενα του επιδίκου και κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών το επίδικο εχρησιμοποιείτο για την εναπόθεση άχρηστων υλικών, ενώ διανοίχθηκε εντός αυτού διαγώνιος δρόμος για τη διευκόλυνση της διέλευσης των φορτηγών αυτοκινήτων για τη μεταφορά των οικοδομικών υλικών.
Οι ενάγουσες, οι οποίες με την .../4-2-93 πράξη του συμ/φου Αμαρουσίου αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους χωρίς όμως να τη μεταγράψουν, με τα από 21-1-93, 3-6-94,και 31-5-95 ιδιωτικά συμφωνητικά παρείχαν στην εταιρία με την επωνυμία "Κεραυνός Ο.Ε." το δικαίωμα εγκατάστασης και διατήρησης στην πρόσοψη του επιδίκου ακίνητοι" διαφημιστικών πινακίδων έναντι ετησίου μισθώματος, όπως και στην εταιρία με την επωνυμία "DOMUS ΕΠΕ" κατά τα έτη 1997 και 1998.
Όπως αποδεικνύεται όμως οι διαφημιστικές πινακίδες ευρίσκονταν εκτός του επιδίκου επί του πεζοδρομίου της οδού ... . Επίσης από το έτος 1998 εμφανίζονταν οι ενάγουσες να έχουν γραφτεί στο βεβαιωτικό κατάλογο φόρου ακαλύπτων χώρων για κτίσμα 30 τ.μ. και οικόπεδο 111 τ.μ. επί των οδών ... και ... 37 και έκτοτε καταβάλουν σχετικό - φόρο.
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Γαλατσίου περί χαρακτηρισμού σε κοινόχρηστο χώρο του οικοδομικού τετραγώνου 50 - όπου βρίσκεται το επίδικο - υπέβαλαν εμπρόθεσμα ενστάσεις οι ενάγουσες και από τους εναγομένους ο Ι. Λ.. Με αίτηση δε του ίδιου εναγομένου έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 19/1986 πράξη της πολεοδομίας Αθηνών περί προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών κειμένων επί της οδού ...
στο Δήμο Γαλατσίου, όπου δεν γίνεται καμιά, μνεία για τις ενάγουσες μεταξύ των φερομένων ως ιδιοκτητών. Επίσης, κατόπιν ενεργειών των εναγομένων εκδόθηκε το από 20-2-1992 Προεδρικό διάταγμα με το οποίο χορηγήθηκε σ' αυτούς δικαίωμα μεταφοράς συντελεστή δόμησης αντί αποζημιώσεως για τη ρυμοτομηθείσα ως άνω έκταση, που αποτελεί μέρος της οδού ... (βλ.
ΦΕΚ 276/24-3-1992 τέταρτο τεύχος). Τέλος, στο όνομα της πρώτης εναγομένης εταιρίας εκδόθηκε η 2676/1990 οικοδομική άδεια ανέγερσης ισογείου καταστήματος επί του επιδίκου ακινήτου, που έχει ήδη αναθεωρηθεί τα έτη 1993 και 1998. Με τις υπ' αριθμ. 25/1990 και 104/1990 αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Γαλατσίου αποφασίστηκε η αναστολή των οικοδομικών αδειών σε τμήματα των οικοδομικών τετραγώνων 50 (που βρίσκεται το επίδικο) και 102.
Το συμβούλιο ΧΟΠ της Πολεοδομίας Αθηνών όμως γνωμοδότησε ομόφωνα για τη μη αναστολή των αδειών στα παραπάνω οικοδομικά τετράγωνα (βλ. 4555/92 γνωμοδότηση). Εν τω μεταξύ, το έτος 1998 η πρώτη εναγομένη εταιρία ενήργησε εκσκαφές στο επίδικο ακίνητο προκειμένου να προβεί στην ανέγερση οικοδομής. Έτσι, με βάση τις παραπάνω παραδοχές η δικαιοπάροχος των εναγουσών μητέρα τους Ε.
Σ. δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο από το έτος 1943 μέχρι το θάνατο της (1981), ώστε να καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ούτε οι ίδιες οι ενάγουσες άσκησαν πράξεις νομής από το 1981 και μέχρι το 1990, ενώ από το έτος αυτό (1993) που άρχισαν να ασκούν πράξεις νομής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία και άρα δεν κατέστησαν συγκύριες του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγουσών-αναιρεσειουσών, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους, ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ΑΚ. Ειδικότερα, οι ειρημένες πραγματικές του διαπιστώσεις ανταποκρίνονται πλήρως στο ότι τόσο η δικαιοπάροχος των εναγουσών-αναιρεσειουσών, όσο και οι ίδιες δεν κατέστησαν κύριες του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού η μεν δικαιοπάροχος μητέρα τους Ε. Σ. δεν άσκησε πράξεις νομής σ' αυτό (επίδικο) από το έτος 1943 μέχρι του θανάτου της, επισυμβάντος το έτος 1981, οι δε ίδιες (ενάγουσες-αναιρεσείουσες), κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1981 έως το έτος 1990 δεν άσκησαν πράξεις νομής σ' αυτό (επίδικο), μετά δε το έτος 1993 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, άρχισαν να ασκούν πράξεις νομής σ' αυτό, πλην όμως δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία στο πρόσωπό τους. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή τους, που ως βάση της είχε την έκτακτη χρησικτησία, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αν τα ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση και κατά τα οποία, α) ουδείς προβαίνει σε οριοθέτηση, επιμέτρηση, τοπογράφηση, περίφραξη δενδροφύτευση και καλλιέργεια ενός ακινήτου και πληρωμή φόρων και προστίμων και ΤΑΠ κτίσματος, αν δεν είναι κύριος αυτού, β) όταν κοινοποιείς εξώδικο σ' αυτόν που έχεις παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση ακινήτου, για να σου το αποδώσει, σημαίνει ότι ο προς ον το εξώδικο βρισκόταν εντός του ακινήτου, γ) ουδείς μπορεί να εισπράττει μισθώματα επί μία πενταετία για διαφημιστικές πινακίδες που δεν είναι τοποθετημένες στο χώρο κυριότητας, νομής και κατοχής του, αλλά σε κοινόχρηστο χώρο (πεζοδρόμιο) και δ) όταν ένα ακίνητο δεν ανήκει σ' αυτόν που το διεκδικεί, δεν σημαίνει ότι ανήκει σ' αυτόν από τον οποίο το διεκδικεί.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.8β ΚΠολΔ, ψέγεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διότι δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στο λόγο αυτό ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, για την άσκηση από τις ίδιες και τους δικαιοπαρόχους τους πράξεων νομής επί του επίδικου ακινήτου, οι οποίοι θεμελίωναν την ένδικη αγωγή τους. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των ήδη αναιρεσειουσών λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339,395 ΚΠολΔ, εφόσον έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες, η κατάθεση μάρτυρα που δεν ολοκληρώθηκε δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αλλά μπορεί το δικαστήριο να τη λάβει υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, την αποδεικτική της βαρύτητα.
Επομένως, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ημιτελούς κατάθεσης μάρτυρα, ως τεκμηρίου, δε δημιουργεί τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.11α ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, ως δικαστικό τεκμήριο, την ημιτελή κατάθεση της μάρτυρος Ε.
Μ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, όπως εκτιμήθηκε από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 438 και 440ΚΠολΔ ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί προέχοντος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία, ήτοι, ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό της, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση να είναι αδύνατη η εκτέλεση της.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις ,διότι συγχέει τα κτίσματα του πατέρα των αναιρεσειουσών επί του επιδίκου με το δικό τους οικίσκο που, σύμφωνα με το λόγο αυτό αναίρεσης, υπάρχει επ' αυτού, διότι υπολαμβάνει όλο το χώρο του επιδίκου ως γκρεμώδη, χωρίς να κάνει διαχωρισμό του κατάλληλου για καλλιέργεια τμήματος του, καθώς και διότι εμφανίζει τις αναιρεσείουσες να έχουν εγγραφεί από το έτος 1998 στο βεβαιωτικό κατάλογο φόρου ακάλυπτων χώρων από τον οποίο αυτές διαγράφηκαν όχι με δική τους θέληση, αλλά από το Δήμο Γαλατσίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν πλημμέλειες αυτές δεν εντοπίζονται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά στο σκεπτικό αυτής και ανάγονται αποκλειστικά στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Ο από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείών, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η δικαιοπάροχός τους δεν ήταν νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων, ήτοι α) του με αριθ. ΒΚ 571/68 έγγραφο του Δήμου Γαλατσίου, που απευθύνεται στη δικαιοπάροχό μητέρα τους, για οφειλή φόρων ακαλύπτων χώρων για το έτος 1968 του επιδίκου, β) του με αριθ. 595/26-2-1970 έγγραφου του ως άνω Δήμου, που απευθύνεται στην ανωτέρω δικαιοπάροχό-μητέρα τους, σύμφωνα με το οποίο ο Δήμος Γαλατσίου συνομολογεί ότι η ανωτέρω δικαιοπάροχός τους είναι νομέας του επιδίκου ακινήτου και βεβαίωσε φόρους ακαλύπτων χώρων για τα έτη 1967, 1968 και 1969, και γ)του με αριθ. 3786/13.6.1973 εγγράφου του ίδιου ως άνω Δήμου, που απευθύνεται στη Μ.
Χ., από το οποίο προκύπτει ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους ήταν νομέας του επιδίκου. Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μόρφωσε την παραπάνω κρίση του, από πλείστα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις των αναφερομένων μαρτύρων και έγγραφα και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα επικαλούμενα συγκεκριμένα έγγραφα και, επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2007 αίτηση των Ά. Α. Σ. κ.λπ., για αναίρεση της 592/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ