Legislator Case Law & Legislation
922/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract abuse claim due to lack of materiality and procedural errors.

Case Number 922/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding the termination of his employment contract. The appellant argued that the employer abused its right to terminate by failing to consider his request for alternative work, which would have negatively impacted his pension and social security status. The court held that the lower court correctly rejected these claims as they were not material to the case and did not constitute grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 669 AC; Art. 281 AC: The right to terminate an indefinite-term employment contract is not unlimited and is subject to restrictions; if termination is an abuse of right, it is void, but economic restructuring decisions are generally not subject to judicial review unless the selection of the terminated employee was arbitrary or failed to consider alternative solutions.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abuse of right economic restructuring alternative work offer social security impact procedural materiality judicial review limits

Cited Legislation

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 922 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 922/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Πετρόγλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 756/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 1152/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 25-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται όμως αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συμβάσεως συγκεκριμένου εργαζόμενου ως έσχατου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συγκεκριμένα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας εξεύρεσης απ' αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο από απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή.

Επομένως, ο εργοδότης που επιχειρεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας στα πλαίσια της αναδιάρθωσης της επιχείρησής του, διατηρεί τη δυνατότητα, εφόσον ο μισθωτός δεν αποδέχεται τη μεταβολή αυτή, να καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική από μόνο το λόγο ότι έγινε ύστερα από την απόκρουση της βλαπτικής μεταβολής, εκτός αν συντρέχουν στην περίπτωση αυτή και άλλα κρίσιμα περιστατικά, όπως είναι η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων του εργοδότη.

Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που είναι χημικός, πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσλήφθηκε στις 15-4-1976 από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη που είναι επιχείρηση βιομηχανικής επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων χάρτου, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως Υποδιευθυντής Αγορών στα γραφεία της στην ....

Στη συνέχεια για το διάστημα των ετών 1984 έως 1992 απασχολήθηκε ως Διευθυντής Β' Αγορών, ενώ το έτος 1992 ορίστηκε Διευθυντής Α' Αγορών. Με την ιδιότητα αυτή εργάστηκε μέχρι τις 24-4-2003, οπότε η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή του σύμβαση, προσφέροντας του τη νόμιμη αποζημίωση ύψους 74.819,65 ευρώ, την είσπραξη της οποίας, όμως, αυτός (ενάγων) αρνήθηκε και έτσι η αναιρεσίβλητη κατέθεσε το ανωτέρω ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το υπ' αριθμ....

γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης. Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο, μετά τον Αύγουστο του έτους 2002 τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας ανέλαβε το Bolton Group, ένας πολυεθνικός όμιλος εταιρειών καταναλωτικών προϊόντων, κατόπιν δε οδηγιών του ομίλου αυτού η αναιρεσίβλητη προέβη σε εναρμόνιση των διαδικασιών προμηθειών και της οργάνωσης της σύμφωνα με τα πρότυπα του παραπάνω ομίλου.

Περαιτέρω, η τελευταία στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της για μείωση του εργατικού κόστους εξήγγειλε πρόγραμμα εθελουσίας μείωσης του προσωπικού της για οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα προκειμένου αυτή να καταστεί ανταγωνιστική και βιώσιμη. Το προσωπικό ανταποκρίθηκε στο πρόγραμμα αυτό και υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις, συμφωνώντας στην οικειοθελή αποχώρηση με καταγγελία της σύμβασης και την είσπραξη του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης που προέβλεπε το πρόγραμμα, η οποία (πρόσθετη αποζημίωση) θα προσαυξανόταν αντιστρόφως ανάλογα προς την ηλικία των αποχωρούντων.

Έτσι κατά τον μήνα Απρίλιο του 2003 αποχώρησαν οικειοθελώς 10 εργαζόμενοι, ενώ απολύθηκε, εκτός από τον αναιρεσείοντα, και ο διευθυντής .... Ο τελευταίος δεν υπέβαλε αίτηση οικειοθελούς αποχώρησης εντός του προσδιορισθέντος από την εναγόμενη χρονικού διαστήματος υποβολής των σχετικών αιτήσεων και αποδοχής αυτών.

Ακόμη αυτός παρόλο που κατείχε διευθυντική θέση δεν μπόρεσε να εναρμονιστεί με τις νέες διαδικασίες προμηθειών που επέβαλε ο όμιλος Bolton. Έτσι ο διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσίβλητης ... κάλεσε τον αναιρεσείοντα και αφού του υπέδειξε ότι δεν μπόρεσε να εναρμονιστεί με τις παραπάνω διαδικασίες, του πρότεινε να παραμείνει στην εταιρεία με διαφορετική σχέση και με τον ίδιο μισθό μέχρι να συνταξιοδοτηθεί, δεδομένου ότι του υπολειπόταν χρόνος 20 μηνών για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης.

Ο αναιρεσείων όμως, δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και κατόπιν τούτου η διοίκηση της αναιρεσίβλητης προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και κατέβαλε σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων μετά την απόλυσή του από την αναιρεσίβλητη εταιρεία εργάστηκε από 20-5-2003 έως 31-12-2003 στην εταιρεία "Χαρτοποιία Κομοτηνής ΑΒΕΕ".

Επομένως η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, που έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της αναιρεσίβλητης, μετά και την εκ μέρους του αναιρεσείοντος απόρριψη της πρότασης της τελευταίας να παραμείνει εργαζόμενος σ' αυτήν με άλλη σχέση και με τον ίδιο μισθό μέχρι τη συνταξιοδότησή του, δεν ήταν καταχρηστική, αφού, δεν είναι καταχρηστική η απόλυση του μισθωτού που συντελείται στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης μετά την εκ μέρους του απόρριψη της προταθείσας από τον εργοδότη εναλλακτικής λύσης (της απασχόλησης σε άλλη θέση, της ανάληψης άλλων καθηκόντων κλπ) και αν ακόμη αυτή αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και δη κατά τη βάση της, περί ακυρότητας, λόγω παράβασης της αρχής απόλυσης ως εσχάτου μέσου". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την παραδοχή του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν ήταν καταχρηστική, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις (648, 656, 669 και 281, 288, 174 και 180 ΑΚ, αλλ' ούτε παραβίασε και την προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.

αρχή της αναλογικότητας), αφού με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, επιπλέον δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που δικαιολογούν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και καθιστούν εφιστούν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, που έγινε στα πλαίσια οικονομικοτεχνικής αναδιάρθωσης της επιχείρησης της αναιρεσιβλήτου για λόγους μείωσης του εργατικού κόστους, προκειμένου αυτή να καταστεί ανταγωνιστική και βιώσιμη, δεν είναι καταχρηστική, καθόσον έγινε για τους ανωτέρω λόγους και μετά την απόρριψη από τον αναιρεσείοντα: 1) της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη εναλλακτικής λύσης ήτοι της απασχόλησης του σε άλλη θέση ή της ανάληψης άλλων καθηκόντων και 2) της εθελουσίας αποχωρήσεως του με πρόσθετη αποζημίωση, όπως έπραξαν άλλοι συνάδελφοί του.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως δεύτερος, τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δ, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ, γιατί δεν έλαβε υπόψη, το πρώτο και το δεύτερο μέρος του μοναδικού λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος που αφορούσε τους ισχυρισμούς του περί καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, καθόσον:

α) η αναιρεσίβλητη, που του ζητούσε ως εναλλακτική λύση την απασχόλησή του σε άλλη θέση ή την ανάληψη άλλων καθηκόντων, ουσιαστικά ζητούσε να συμπράξει σε καταδολίευση του ΙΚΑ, αφού η ίδια παροχή της μέχρι τότε εξαρτημένης εργασίας του θα "βαφτιζόταν" πλέον ως "ελεύθερη παροχή υπηρεσιών" και ιδιαιτέρως βλαπτική για τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά του συμφέροντα, δεδομένου ότι προκειμένου να ανταπροκριθεί σ' αυτήν θα έπρεπε 20 μόλις μήνες πριν την συνταξιοδότησή του να ασφαλισθεί στο ΤΕΒΕ και να κάνει έναρξη στην Εφορία ως ελεύθερος επαγγελματίας για να εκδίδει στην αντίδικό του δελτίο παροχής υπηρεσιών, με αποτέλεσμα συνταξιοδοτικά μεν να εμπέσει σε καθεστώς διαδοχικής ασφάλισης, ασφαλιστικά δε να επιβαρύνεται κάθε μήνα με το ποσό των 250 ευρώ τουλάχιστον για ασφαλιστικές εισφορές ΤΕΒΕ, οι οποίες δεν θα είχαν κανένα αντίκρισμα σε συνταξιοδοτικό επίπεδο, και β) κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων προτίμησε εσφαλμένα αυτόν και όχι κάποιον από τους προτεινομένους απ' αυτόν και επιπλέον παρέλειψε να αποφανθεί επί του αγωγικού του ισχυρισμού περί παραβίασης της αρχής της απόλυσης ως έσχατου μέσου, οι οποίοι (ισχυρισμοί) ασκούσαν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω αναφερόμενος, με στοιχεία, ισχυρισμός τον οποίο προέβαλε ο αναιρεσείων προς απόκρουση της αγωγής δεν ήταν ουσιώδης στην προκείμενη περίπτωση και ως εκ τούτου δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από το Εφετείο να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, εφόσον, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης μετά την εκ μέρους του πρώτου απόρριψη της προταθείσας από την εργοδότιδά του εναλλακτικής λύσης της απασχόλησης σε άλλη θέση ή της ανάληψης άλλων καθηκόντων δεν ήταν καταχρηστική και αν ακόμη αυτή αποτελούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, όπως ο αναιρεσείων με τον ανωτέρω ισχυρισμό προέβαλε.

Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος που αναφέρονται στο λόγο αυτό και τους απέρριψε κατ' ουσίαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 1152/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ