Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination due to procedural violations of public sector hiring laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 65 individuals against a lower court ruling that rejected their claim for indefinite-term employment contracts. The plaintiffs argued they were hired for fixed-term contracts without following the mandatory procedures required by Greek public sector employment laws. The court held that converting these contracts to indefinite terms would violate specific statutes governing public sector hiring and the prohibition against indefinite renewals, thus upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 671 of the Civil Code and Articles 1 and 8 of Law 2112/1920; The court ruled that converting fixed-term employment contracts to indefinite-term contracts in the public sector violates mandatory statutory procedures and constitutional prohibitions against indefinite renewals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 922 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 922/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: αναφέρονται 65 αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Ελληνικών Αυτοκινητοδρόμων", με τον διακριτικό τίτλο "Τ.Ε.Ο. Α.Ε.", που εδρεύει στη Ν. Φιλαδέλφεια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοντομαρίνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 563/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1683/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 6-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, τα δε εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και εδώ.
Από τα εδάφια αυτά, το μεν εδάφιο β' ορίζει ότι, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, το δε εδάφιο γ' ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτόν να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε από το δικαστήριο με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους σε μεταγενέστερη δικάσιμο με επισημείωση στο πινάκιο, ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο κατά την οποία χορηγήθηκε η αναβολή δεν καλείται και πάλι για εμφάνιση κατά τη νέα, μετά την αναβολή, δικάσιμο, εφόσον όμως είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά την αρχική, από την οποία η αναβολή, δικάσιμο, οπότε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο επέχει θέση κλητεύσεώς του.
Διαφορετικά απαιτείται νέα κλήτευσή του για τη συζήτηση. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 568 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα...", κατά δε το άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι".
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η από 21.11.2005 αίτηση των 1) ...... κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1683/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη μετ' αναβολή προσδιορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν.
Όπως προκύπτει από την επισημειωματική πράξη της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ........ επί επικυρωμένου ακριβούς αντιγράφου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, την προκειμένη συζήτηση επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως επιμελήθηκαν οι αναιρεσείοντες δια δικηγόρου Αθηνών, ο οποίος έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος όλων αυτών (αναιρεσειόντων) την κάτω από το πιο πάνω αντίγραφο κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, κατά παραγγελία του οποίου η παραπάνω δικαστική επιμελήτρια στις 17 Νοεμβρίου 2006 επέδωσε στην αναιρεσίβλητη το ως άνω επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 20.2.2007.
Κατά την τελευταία δικάσιμο, με αίτηση των αναιρεσειόντων, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, παρά το ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω τελευταία νόμιμη μετά από αναβολή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 575 και 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' του ίδιου Κώδικα, η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. 2. Επειδή με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2938 της 2/6.8.2001 το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Οδοποιΐας" και η ανώνυμη εταιρεία "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.", που συστάθηκε με την υπ'αριθ. 6252/3.4.1985 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (Φ.Ε.Κ.
ΤΑΕ και Ε.Π.Ε. 794/10.4.1985), συγχωνεύτηκαν σε ένα νομικό πρόσωπα, που συστάθηκε με τον εν λόγω νόμο και λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Ελληνικών Αυτοκινητοδρόμων" και το διακριτικό τίτλο "Τ.Ε.Ο. Α.Ε.". Η τελευταία αυτή εταιρεία (αναιρεσίβλητη), η οποία, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, αποτελεί δημόσια επιχείρηση, υπεισήλθε αυτοδικαίως, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του "Ταμείου Εθνικής Οδοποιΐας" και της εταιρείας "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.".
Η αναιρεσίβλητη, ως εκ της ιδιότητάς της ως δημόσιας επιχειρήσεως, από τη σύστασή της υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 του βν. 1256/1982, επαναοριοθετήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν.1892/1990 και συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν.1943/1991, ενώ υπάγεται στο δημόσιο αυτόν τομέα, επίσης λόγω της ιδιότητάς της αυτής, και αναφορικά με την εφαρμογή του ν.2190/1994 σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού (άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου τούτου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2527/1997).
Επίσης και η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.", ως εκ της ιδιότητας και της προελεύσεώς της, υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά την έννοια των αμέσως πιο πάνω διατάξεων. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του Α.Κ. και 1 του ν.2112/1920, συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Περαιτέρω ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν.2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν.2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.
Εξάλλου, με τις παρ. 7 και 8, που προστέθηκαν στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά την τελευταία αναθεώρησή του (Φ.Ε.Κ. 84 Α' /17.4.2001 και 85Α'/18.4.2001) ορίστηκαν : α) Ότι "η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής" (παρ.7). Και β) ότι "νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου" (παρ.8).
Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ.1 του π.δ. 81 της 27-3/2.4.2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1 εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο του 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2.4.2003), όπως η εν λόγω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή την αντικατάσταση του άρθρου 5 με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, λαμβανομένου υπόψη ότι το προαναφερόμενο π.δ/μα είχε εφαρμογή και στο προσωπικό του ως άνω δημόσιου τομέα μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ.164/2004, "η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.
α. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης. Αν δικαιολογείται από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, αν η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, αν γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, αν γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός....
Αν η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη....Αν ο εργαζόμενος αμείβεται από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού ή προϋπολογισμού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που προορίζονται σύμφωνα με τον προϋπολογισμό για εργασία ορισμένου χρόνου. Αν η ανάγκη της εκμετάλλευσης για παροχή εργασίας υφίσταται μόνο προσωρινά.
Αν η ιδιομορφία της εργασιακής σχέσης ή οι κείμενοι στο πρόσωπο του εργαζόμενου λόγοι δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια...Αν πρόκειται για απασχολήσεις εποχικού χαρακτήρα ή για κάλυψη εποχιακών αναγκών...". Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 15.9.2003 αγωγή τους οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι αυτοί προσλήφθηκαν, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες μετά την εκάστοτε λήξη τους ανανεώνονταν επίσης για ορισμένο χρόνο, οι μεν 38 πρώτοι από αυτούς από την ανώνυμη εταιρεία με τη επωνυμία "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.", στην οποία εργάστηκαν μέχρι τη σύσταση της αναιρεσίβλητης, στην οποία εξακολούθησαν να εργάζονται με βάση αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι δε υπόλοιποι 30 από αυτούς από την ίδια την αναιρεσίβλητη, ότι υπό τις αλλεπάλληλες αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που η λειτουργίας τους ανάγεται, κατά τα ειδικότερα στην ένδικη αγωγή αναφερόμενα αναφορικά με κάθε έναν αναιρεσείοντα, στο χρονικό διάστημα από 20.12.1993 έως 7.11.2003, υπήρχε κατ' ουσίαν για κάθε έναν από αυτούς (αναιρεσείοντες) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ότι ειδικότερα αυτοί είχαν προσληφθεί, για να εργάζονται στα όρια των Νομών Αττικής, Κορινθίας, Αχαΐας, Αρκαδίας, Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Λάρισας και να προβαίνουν στην καθαριότητα των Εθνικών Οδών, να συγκεντρώνουν τα απορρίμματα από όλη την έκταση των δρόμων και των χώρων στάθμευσης σε κάδους αποθηκεύσεως και να αδειάζουν αυτά σε απορριμματοφόρα, να συμμετέχουν στη διαδικασία εκφορτώσεως των απορριμμάτων στις χωματερές, να κόβουν τα χόρτα από τους δρόμους, να καθαρίζουν εξωτερικά τα φρεάτια, τις πινακίδες σημάνσεως και τα στηθαία ασφαλείας και ότι οι παραπάνω ανάγκες που κάλυπταν δεν ήταν έκτακτες ή περιοδικές, αλλά μόνιμες, πάγιες και διαρκείς, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή διαλαμβανόμενα.
Ζήτησαν δε με την αγωγή τους αυτήν οι αναιρεσείοντες να αναγνωριστεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου. Η αγωγή αυτή ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, νομικά αβάσιμη. Και αυτό γιατί, κατά τα σ' αυτήν εκτιθέμενα, οι αναιρεσείοντες είχαν προσληφθεί με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς να έχει τηρηθεί προηγουμένως η διαδικασία που προβλέπεται από το ν.2190/1994, τήρηση η οποία όμως ήταν απαραίτητη, αφού οι εργοδότριές τους εταιρείες ("Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε." και αναιρεσίβλητη) υπάγονταν, όπως προαναφέρθηκε, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αναφορικά με τις προσλήψεις σ' αυτές προσωπικού.
Επομένως και υπό την εκδοχή ότι οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εργοδοτριών τους, δεν μπορούν εδώ να έχουν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 671 του ΑΚ και 1 και 8 του ν.2112/1920, ακριβώς διότι η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου θα προσέκρουε στις διατάξεις του ν.2190/1994 και, περαιτέρω, στις προπαρατιθέμενες διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία από τις οποίες ρητώς απαγορεύεται η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, οι στην προκειμένη περίπτωση ανανεώσεις των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν προσέκρουαν στις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ.81/2003, που, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 και άρχισε να ισχύει από της 2.4.2003, ακριβώς διότι δικαιολογούνταν κυρίως από τον αντικειμενικό λόγο της μη υπάρξεως δυνατότητας καταρτίσεως συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου λόγω της μη τηρήσεως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, της διαδικασίας που προβλέπεται στο ν.2190/1994.
Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων ήταν νομικά αβάσιμη και στη συνέχεια να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση αυτών κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 563/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας έτσι την τελευταία απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.
γ' του ν.2112/1920, καθώς και εκείνες της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (ιδίως το άρθρο 5 αυτής), για την προσαρμογή προς τις διατάξεις της οποίας εκδόθηκε το π.δ. 81 της 27-3/2.4.2003, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2003. Γι' αυτό ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2005 αίτηση των 1) ..... κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1683/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ