Unjust enrichment claim allowed after contract rescission; previous dismissal reversed by Supreme Court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court reversed the lower court's dismissal of an unjust enrichment claim filed by a contractor against a client. The contractor had rescinded a construction contract after the client failed to pay the full amount, leaving the contractor enriched by the difference between the payment made and the work's value. The court held that the contract's termination created the necessary lack of legal cause for the enrichment, making the claim valid despite the prior contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 et seq. of the Civil Code; Unjust enrichment claims are admissible only when the legal cause for enrichment is absent or defective, which occurs upon the rescission of a contract that previously justified the transfer of value.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 922 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 922/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: ........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουκοδήμο.
Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μάλλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 34/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 26/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαΐου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από ή χωρίς παροχή, θεμελιώνονται στα εξής στοιχεία: α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) τη συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΟλΑΠ 2|87, ΑΠ 673/99).
Η αξίωση δε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΟλΑΠ 22/2003).
Έτσι, αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία, άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτή δικαιώματά του.
Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν μπορεί να ασκηθεί αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως επί λύσεώς της ένεκα υπαναχωρήσεως ή πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως ή εκδόσεως δικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 388 ΑΚ(ΑΠ1457/2001).Εξάλλου, κατά τα άρθρα 383 και 385 ΑΚ, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, ο δανειστής έχει δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, αν δε περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, πλην άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.
Δεν απαιτείται να τάξει προηγουμένως εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση της παροχής, κατά την πρώτη των πιο πάνω διατάξεων, αν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, ή αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης. Περαιτέρω, αν ο δανειστής αποδέχτηκε μέρος της παροχής και όπως έχει δικαίωμα, κατά το άρθρο 316 ΑΚ, δεν το απέκρουσε, ενώ η εκπλήρωση του υπολοίπου καθυστερείται, υπάρχει μερική υπερημερία του οφειλέτη, η οποία, εφόσον υφίσταται πριν από τον ορισμό τής κατά το άρθρο 383 ΑΚ προθεσμίας, ρυθμίζεται, ελλείψει ειδικών διατάξεων, με την ανάλογη εφαρμογή των κανόνων περί ολικής υπερημερίας, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 384 και 486 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή γίνεται διάκριση, αν ο δανειστής έχει ή όχι συμφέρον στην γενόμενη ήδη μερική εκπλήρωση. Όταν έχει τέτοιο συμφέρον, αφενός οφείλει να καταβάλει ανάλογο τμήμα της αντιπαροχής και αφετέρου μπορεί να ασκήσει, ως προς το καθυστερούμενο μέρος της παροχής, τα ίδια δικαιώματα που έχει σε περίπτωση ολικής υπερημερίας, δηλαδή α) να ζητήσει την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση ή β) να τάξει, σύμφωνα με το άρθρο 383, προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους και, εφόσον αυτή παρέλθει άπρακτη, να ζητήσει αποζημίωση για μερική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει, ως προς το μέρος αυτό, από τη σύμβαση.
Στην αντίθετη περίπτωση, που ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στη γενόμενη ήδη μερική εκπλήρωση, μπορεί ή α)να τάξει την κατά το άρθρο 383 πρόσθετη προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους, μαζί με την δήλωση ότι μετά την πάροδο αυτής θα αποκρούσει την όλη παροχή, οπότε, εφόσον παρέλθει η προθεσμία, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση ή β) να θεωρήσει τη μερική υπερημερία ως ολική και αποκρούοντας το μέρος της παροχής, που ήδη εκτελέστηκε, να απαιτήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση, χωρίς να τάξει προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους, εφόσον βέβαια συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 383 ΑΚ και όταν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι δεν θα εκπληρωθεί το υπολειπόμενο μέρος της παροχής, χωρίς το οποίο αυτό που ήδη εκτελέστηκε είναι άχρηστο (ΑΠ 1765/2005).
Τέλος, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ καθώς και από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/98).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει στην από 2-12-2003 αγωγή της, όπως το περιεχόμενό της επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), α) ότι με προφορική συμφωνία που κατάρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την ...... του 2001, ανέθεσε σ' αυτόν και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να επεκτείνει και διαπλατύνει υφιστάμενη σε ακίνητό της ιδιωτική οδό, μήκους 170 μέτρων και πλάτους τριών μέτρων, σε συνολικό μήκος 250 μέτρων και πλάτος 3,5 μέτρων, β) ότι η αμοιβή του εναγόμενου, για την περάτωση του έργου, συμφωνήθηκε στο ποσό των 7.336,75 ευρώ, η οποία έπρεπε να καταβληθεί τμηματικώς σε δύο δόσεις, από τις οποίες, η πρώτη, ύψους 2.934,70 ευρώ προκαταβολικά και η δεύτερη, ύψους 4.402,05 ευρώ με την παράδοση του έργου, γ) ότι με την έναρξη των εργασιών αυτή κατέβαλε στον εναγόμενο το πιο πάνω ποσό της προκαταβολής (2.934,70 ευρώ), αλλ' όμως, ύστερα από πέντε ημέρες και ενώ η διάνοιξη είχε προχωρήσει μόνο κατά 37 μέτρα, ο τελευταίος σταμάτησε τις εργασίες, απαιτώντας αύξηση της αμοιβής του, δ) ότι κατόπιν τούτου, αυτοί συνέταξαν το από ......ιδιωτικό συμφωνητικό, τροποποιητικό της αρχικής συμφωνίας τους, με το οποίο αφενός επανακαθορίστηκε η αμοιβή του εναγομένου στο συνολικό ποσό των 10.858,39 ευρώ και αφετέρου συμφώνησαν ως δήλη ημέρα παράδοσης τού έργου την 30η Απριλίου 2002, ε) ότι αυτή στις .......
προκατέβαλε στον εναγόμενο άλλα 1.467,35 ευρώ και έτσι το συνολικό ποσό της προκαταβολής ανήλθε σε 4.402,65 ευρώ(2.934,70 + 1467,35), στ) ότι όμως ο εναγόμενος, αφού εκτέλεσε μέρος του έργου, όπως στη εξέλιξη τούτο επανασυνομολογήθηκε, συλλέγοντας μόνο τα 682 κυβικά μέτρα ωφέλιμων πλακών, τελικώς σταμάτησε τις εργασίες, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίησή της, ζ) ότι έτσι παρήλθε η συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να καταστεί μερικά υπερήμερος, η) ότι κατόπιν τούτου, αυτή, στις ......, δηλαδή μετά την επέλευση της μερικής υπερημερίας, προσκάλεσε τον εναγόμενο να συνεχίσει και αποπερατώσει το έργο, δηλώνοντάς του, ότι στην περίπτωση κατά την οποία αυτός δεν θα επιλαμβάνονταν αμέσως της αποπεράτωσης του έργου, αυτή θα υπαναχωρούσε από τη σύμβαση και θ) ότι παρά την κοινοποίηση αυτή και τις πολλές άλλες σχετικές προφορικές οχλήσεις της προς τον εναγόμενο, ο τελευταίος τίποτα δεν έπραξε.
Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της, δηλώνοντας με αυτήν ότι υπαναχωρεί από την σύμβαση, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να της καταβάλει, μεταξύ άλλων, το ποσό των 3.277,11 ευρώ, κατά το οποίο αυτός έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της, ως διαφορά δηλαδή μεταξύ του πιο πάνω ποσού των 4.402,05 ευρώ που αυτή του είχε προκαταβάλει και της αξίας του έργου που αυτός εκτέλεσε, ανερχόμενης, όπως η ίδια την υπολογίζει, στο ποσό των 1.124,94 ευρώ (4.402,05 - 1.124,94).
Με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού παρατίθενται σ' αυτήν, για τη θεμελίωσή της, τα από το νόμο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαιτούμενα στοιχεία α) της περιουσιακής μετακίνησης από την ενάγουσα στον εναγόμενο, στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης έργου, του πιο πάνω ποσού των 4.402,05 ευρώ και β) της λήξης πλέον της αιτίας, μετά την υπαναχώρηση της ενάγουσας από τη σύμβαση , που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη, αφού, περαιτέρω, αναφέρεται στην αγωγή, ότι η συναφθείσα και λυθείσα με την υπαναχώρηση εργολαβική σύμβαση καλύπτει την καταβολή μόνο του ποσού των 1.124,94 ευρώ, στο οποίο, κατά την ενάγουσα, ανέρχεται η αξία του εκτελεσθέντος έργου.
Επομένως, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που έκρινε αντιθέτως, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά παραδοχή έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή και την είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και έτσι ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, που ταυτίζεται με τον αντίστοιχο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 26/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ