Supreme Court dismisses appeal on acquisitive prescription, ruling facts met statutory requirements for ownership transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The court found that the appellants had continuously possessed the disputed property for over twenty years, performing acts consistent with ownership, thereby fulfilling the legal prerequisites for acquisitive prescription. Consequently, the court rejected the appellant's arguments regarding the violation of civil code provisions and the improper application of evidence rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Articles 211, 216, 231 et seq., 713, 717, 974, 980, 994, 1045 of the Civil Code: Continuous possession for twenty years with acts of ownership constitutes acquisitive prescription, rendering appeals based on alleged violation of these provisions inadmissible or unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 921 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 921/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Σκάλτσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Α. Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2. Μ. συζ. Ν. Λ., το γένος Α. Ν., κατοίκου ..., 3. Σ. συζ. Δ. Π. το γένος Α. Χ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικής αποβιωσάσης (τέταρτης) αναιρεσίβλητης Ε. Μ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμαλή, Β. Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Ι. συζ. Κ. Φ., 3. Α. χας Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-1999 αγωγή των αρχικά εναγόντων κατά του ήδη αναιρεσείοντος,που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζαγοράς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2001 μη οριστική, 5/2003 οριστική, 6/2004 (διορθωτική της 5/2003) του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου (που δίκασε ως Εφετείο). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-6-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2045/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 2-12-2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 3-2008 έκθεσή του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση (από 22-6-2007) αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 19-3-2008, κατά την οποία όμως η συζήτησή της ματαιώθηκε. Με την από 13-5-2008 κλήση των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, που επέσπευσαν τη συζήτηση της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης, προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της η 29-4-2009.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο αυτή η Σ. Σ. Δ. Π. το γένος Α. και Ε. Χ., θυγατέρα της τετάρτης αναιρεσίβλητης Ε. θυγ. Α. Μ., ως εγγύτερη συγγενής αυτής και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, όπως αυτό προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Κρεμαλή, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε νόμιμα τον κατά την 14-1-2009 θάνατο της ως άνω άμεσης δικαιοπαρόχου της (Ε.
θυγ. Α. Μ.) και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία, έτσι, συνεχίστηκε νόμιμα. Κατά τη δικάσιμο αυτή εκδόθηκε η 2045/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τον σ' αυτή διαλαμβανόμενο λόγο. Ήδη, με την από 2-12-2009 κλήση τους, οι δεύτερος, τρίτη και η ως άνω δικαιοπάροχος της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων επανέφεραν προς συζήτηση την αίτηση αναίρεσης για τη δικάσιμο της 15-12-2010, κατά την οποία όμως η συζήτησή της αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 7-12-2011).
ΙΙ. Από τις 10796ΒΒ/14-4-2010, 10783ΒΒ/13-4-2010 ΚΑΙ 10776ΒΒ/13-4-2010, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου, ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των δευτέρου, τρίτης των αναιρεσιβλήτων και της εξ αδιαθέτου μοναδικής κληρονόμου της τετάρτης αναιρεσίβλητης, που επισπεύδουν τη συζήτηση - και του οποίου την παραγγελία αυτή ενέκριναν οι τελευταίοι με τα .../13-7-2007 και .../26-3-2009 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Βόλου Μαίρης Αναγνώστου, ακριβές αντίγραφο της από 2-12-2009 κλήσης τους με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 15-12-2010, που είχε οριστεί αρχικά, από την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, για τη στην αρχή της παρούσας οριζόμενη δικάσιμο (της 7-12-2011), επιδόθηκε νόμιμα στους πρώτο, πέμπτη και έκτη από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Κατά τη διάταξη αυτή, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την απόκτηση της συγκυριότητας του επιδίκου τμήματος ακινήτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους με τον αναφερόμενο στην ένδικη διεκδικητική αγωγή τους πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι εδαφική λωρίδα, που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού Χορευτού, της Κτηματικής Περιφέρειας Δήμου Ζαγοράς, έχει έκταση 37,95 τ.μ.
και εκτείνεται ανάμεσα στην ιδιοκτησία του καλούντος - εναγομένου Ι. Π., πρώην Δ. και συνιδιοκτήτης έκτασης των διαδίκων και ειδικότερα συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία καλούντος - εναγομένου, σε πλευρά μήκους 13,36 μ., νότια με συνιδιόκτητο ακίνητο των διαδίκων, σε πλευρά μήκους επίσης 13,36 μ., ανατολικά και σε πλευρά μήκους 2,77 μ.
με δημόσιο δρόμο Χορευτού και δυτικά σε πλευρά μήκους 2,90 μ. με αμφισβητούμενη μεταξύ των διαδίκων έκταση. Οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, καθώς και ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, δια του εκπροσώπου του Β. Α. ασκούσαν επ' αυτού πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, τουλάχιστον από αρχές Νοεμβρίου 1977 έως την άνοιξη του 1998 από κοινού και εξ αδιαιρέτου και κατά τα ποσοστά που αναφέρονται στους τίτλους τους.
Συγκεκριμένα ο πρώτος, κατά ποσοστό 1/3 των 4/24 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με την υπ' αρ. .../1998 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμ/φου Βόλου Σουζάνας Ψαρογιώργου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 67, αρ. ...) και ο δικαιοπάροχος του, κατά 2/12 εξ αδιαιρέτου σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. .../1966 και .../1967 συμβόλαια αγοράς, των Συμ/φων Αθηνών και Βόλου, Ανδρέου Αμιραδάκη και Στέργιου Δεληγιώργη αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα (τ. 46, αρ. ...
το πρώτο, τ.46, αρ. ... το δεύτερο). Η δεύτερη ενάγουσα Χ. Ν., που απεβίωσε στις 11-7-1999 και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι της, που αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../2002 πράξη αποδοχής του Συμ/φου Ζαγοράς Αλέξ. Αγγελίνη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 68, αρ. ...), κατά 2/24 εξ αδιαιρέτου, με Βάση την .../1966 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/ντος Ειρηνοδίκη Ζαγοράς Ιωάννη Ρουγκαλά, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 46, αρ. ...) και το υπ' αριθ. .../1966 δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Ειρηνοδίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 46, αρ. ...).
Η τρίτη ενάγουσα - 4η καθής η κλήση - Ε. Μ., κατά 6/24 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με το υπ' αριθ. .../14-9-1989 συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Ζερβού, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ, 60, αρ. ...) και οι δικαιοπάροχοι της, η πρώτη κατά 3/24 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με την .../1979 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου Αθηνών Δίον. Ζαχαράτου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 52, αρ. ...) και οι λοιποί δύο κατά 3/24 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας, με βάση την .../1979 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω Συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 52, αρ. ...) και το υπ' αρ. .../1982 συμβόλαιο διανομής του ίδιου ανωτέρω Συμ/φου που μεταγράφηκε νόμιμα (τ.54.
αρ. ...). Ο τέταρτος ενάγων, που απεβίωσε στις 16-6-2001 (οι κληρονόμοι του 5η και 6η καθών η κλήση δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη με την υπ' αρ. 58/2001 πράξη που επέδωσαν στον αντίδικο με την 10.715/25-10-2001 έκθεση επιδόσεως) και η πέμπτη ενάγουσα, κατά 3/24 εξ αδιαιρέτου καθένας, σύμφωνα με το υπ' αρ. .../1984 πωλητήριο συμβόλαιο, του Συμ/φου Αργαλαστής Γ.
Κωτσόβολου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 56, αρ. ...) και η δικαιοπάροχος τους, κατά 6/24 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με την .../1978 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, του Συμ/φου Ζαγοράς Αλεξ. Αγγελίνη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 52, αρ. ...). Εξάλλου από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στη θέση του επιδίκου και των ομόρων αυτού βόρεια και νότια ιδιοκτησιών, υπήρχε από πολύ παλιά κτίσμα, με πρόσοψη προς τον παραλιακό δρόμο Χορευτού, μήκους 27,30 μέτρων περίπου (βλ.
απόσπασμα εγκεκριμένου το 1967 ρυμοτομικού σχεδίου Χορευτού - Κοινότητας Ζαγοράς). Τούτο εξωτερικά ήταν ενιαίο, εσωτερικά όμως ήταν χωρισμένο σε τρείς ανεξάρτητες ιδιοκτησίες που ανήκαν κατ' αποκλειστική κυριότητα, η πρώτη (βόρεια στον Λ. δικαιοπάροχο του εναγομένου, η δεύτερη (μεσαία) στον Γ. Π., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων και του εναγομένου και η τρίτη (νότια), στην Κ., οι οποίοι και τις χρησιμοποιούσαν, άλλοι κατοικούντες οι ίδιοι σ' αυτές και άλλοι εκμισθώνοντας αυτές σε τρίτους.
Το κτίσμα αυτό καταστράφηκε από σεισμό το 1956 και κατεδαφίστηκε το 1975 από την τότε Κοινότητα Ζαγοράς. Το 1977, οι Κ. Κ., Χ. Ν., Κ. Δ., δια του εκπροσώπου του Β. Α. και η Ά. - Μ. Λ. και Ε. Π., δια του συζύγου της πρώτης Ε. Λ., που όλοι ήταν συγκύριοι του μεσαίου εκ των προαναφερομένων ακινήτων, θέλησαν να προβούν στη διανομή του.
Σημειώνεται ότι ο Κ. Δ. και οι: Ά. - Μ. Λ. και Ε. Π., ήταν επί πλέον, ο πρώτος αποκλειστικός κύριος του πρώτου ακινήτου και οι λοιπές συγκύριες κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου του τρίτου ακινήτου. Όλοι λοιπόν οι ανωτέρω ενδιαφερόμενοι ανέθεσαν στην Τοπογράφο Μηχανικό Ι. Μ. τη -σύνταξη σχετικού Τοπογραφικού, αφού οι ίδιοι της υπέδειξαν τα όρια του προς διανομή ακινήτου, αλλά και των ομόρων ήτοι του πρώτου και τρίτου, αποκλειστικής κυριότητας Λ.υ και Ά. - Μ.
Λ. και Ε. Π., όπως προεκτέθηκε. Η ανωτέρω Τοπογράφος συνέταξε το από 4-11-1977 τοπογραφικό που απεικόνιζε το κοινό ακίνητο και οριοθετούσε τα τρία ακίνητα και οριζόταν, το πρώτο (βόρειο) ακίνητο, με εμβαδό 157,40 τ.μ. και πρόσοψη προς την παραλιακή οδό 12,30 τ.μ., το δεύτερο, με εμβαδό 1.733,22 τ.μ, και πρόσοψη στον Παραλιακό δρόμο 6.5 μ.
και το τρίτο (νότιο) με εμβαδό 203 τ.μ. και πρόσοψη στον παραπάνω δρόμο 14,50 μ. Το ως άνω τοπογραφικό δεν ήταν τόσο ακριβές (ως προς την έκταση του Δ.) όπως διαπίστωσε ο Τοπογράφος Μηχανικός Κ.. Βάσει των λοιπών τοπογραφικών και άλλων στοιχείων υπολογίζεται με πρόσοψη 12 μέτρα. Του ανωτέρω τοπογραφικού έλαβε γνώση και ο Κ.
Λ. που διέμενε και διαμένει στην Αυστραλία, του το έστειλε ο εκπρόσωπος του Β. Α. και το αποδέχθηκε, μάλιστα δε του απέστειλε και πληρεξούσιο που προσάγεται, δικό του και των αδερφών του, με το οποίο τον διόριζαν ειδικό πληρεξούσιο και εκπρόσωπο τους και του παρείχαν ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα όπως αντ' αυτών προβεί εις εξώδικη διανομή όλης της κοινής τους περιουσίας.
Η ανωτέρω άτυπη διανομή του συνιδιόκτητου ακινήτου, δεν ολοκληρώθηκε με σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, όμως οι ανωτέρω ενδιαφερόμενοι έκτοτε (Νοέμβριο 1977), εξουσίαζαν τα τρία ακίνητα, που με την ευκαιρία της προτιθέμενης διανομής οριοθετήθηκαν όπως ατύπως συμφωνήθηκε. Έτσι λοιπόν οι ενάγοντες αλλά και οι υπόλοιποι συγκύριοι του μεσαίου ακινήτου, για να μεταβούν στο πίσω μέρος του, όπου υπήρχε πορτοκαλεώνας, περνούσαν από το κομμάτι αυτό που εφάπτεται του παραλιακού δρόμου και εκτείνεται ανάμεσα από το πρώτο και τρίτο ακίνητο και έχει πλάτος 6,50 μέτρα (πρόσοψη) και 13,36 μέτρα μήκος.
Επίσης η Μ. Ν., κατά το έτος 1990 μετέφερε δια μέσου αυτού με αυτοκίνητο οικοδομικά υλικά, κατά την κατασκευή οικοδομής της σε αποκλειστικής κυριότητας ακίνητο της, δυτικά του συνιδιόκτητου. Η Ε. Μ. τοποθετούσε υλικά στο επίδικο. Ασκούσαν συνεπώς οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους στο τμήμα του επιδίκου, που προεκτέθηκε, εμφανείς πράξεις νομής, με διάνοια συγκυρίου, όπως και στο συνεχόμενο μείζον ακίνητο, υπό τα όμματα και με τη συναίνεση του εκπροσώπου του δικαιοπαρόχου του εναγομένου.
Ενισχυτικό της απόψεως ότι οι ενάγοντες εξουσίαζαν από το 1977 και εντεύθεν το συνιδιόκτητο ακίνητο όπως συμφωνήθηκε, αποτελεί το γεγονός ότι στο χρονικό αυτό διάστημα ορισμένοι εξ αυτών διενήργησαν συμβολαιογραφικές πράξεις (πωλήσεις, αποδοχές κληρονομιάς), βασιζόμενοι στο προαναφερόμενο από 4-11- 1977 τοπογραφικό, το οποίο προσαρτούσαν στις πράξεις τους αυτές.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρότι έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση, ο εναγόμενος, κατά την αγορά, με το υπ' αρ. .../10-12-1997 πωλητήριο συμβόλαιο, του Συμ/φου Βόλου Αθ. Δροσογιάννη, που νόμιμα μεταγράφηκε (τ. 66, αριθ. ...), από τον Κ. Δ. και με βάση το .../8-10-1997 ειδικό πληρεξούσιο εκείνου προς τη σύζυγο του (εναγομένου) Ε.
Π., τόσο του αποκλειστικής του κυριότητας ακινήτου (βορείου εκ των τριών προαναφερομένων) όσο και του ποσοστού του (5/20 εξ αδιαιρέτου) επί του συνιδιόκτητου (μεσαίου), ουδόλως έλαβε υπόψη την ανωτέρω κατάσταση. Έτσι και ενώ στο ανωτέρω πληρεξούσιο, δεν περιγράφεται κατ' ακριβή έκταση και όρια το ακίνητο του Κ.
Δ., δικαιοπαρόχου του εναγομένου, που η ειδική πληρεξούσια του Ε. Π. εντέλλεται να μεταβιβάσει στον εναγόμενο, ούτε και στον τίτλο εκείνου και ενώ ο τελευταίος γνώριζε το από 4-11-1977 τοπογραφικό διάγραμμα της Τοπογράφου I. Μ., με βάση νεώτερο τοπογραφικό της ίδιας ως άνω Τοπογράφου, που ανατρέπει το προηγούμενο της και ορίζει ότι το ακίνητο του εναγομένου έχει πρόσοψη 13,80 μέτρα συνέταξε το υπ' αριθμ. .../10-12-1997 συμβόλαιο αγοράς, συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτό και τμήμα του συνιδιόκτητου ακινήτου, πλάτους 1,80 μ.
περίπου μειώνοντας έτσι την πρόσοψη του και συνεπώς το εμβαδόν του. Τον Ιούλιο δε του 1998, κατά την κατασκευή πέτρινης πεζούλας περιμετρικά του ακινήτου του, ενσωμάτωσε σε αυτό το ανωτέρω τμήμα του επιδίκου και έκτοτε το κατέχει. Το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, ήτοι ένα (1) μέτρο περίπου ενσωματώθηκε στη συνεχόμενη ιδιοκτησία της Σ.
Π. όπως προκύπτει από τον παραλληλισμό των τίτλων και των τοπογραφικών της τη σημερινή υφισταμένη κατάσταση και τα ανωτέρω συμφωνηθέντα και επιβεβαιώνεται από τον πραγματογνώμονα Β., διορισμένο εκ του Επιμελητηρίου, στην υπ' αρ. 25/30-7-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προέβη στην προαναφερόμενη ενέργειά του οδηγούμενος από τα παλιά θεμέλια της αποθήκης του δικαιοπαρόχου του, που βρέθηκαν στη νότια πλευρά του ακινήτου του, όπου συνορεύει με το επίδικο.
Το γεγονός αυτό, που επιβεβαιώθηκε από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα Ε. Κ., δεν αναιρεί τα όσα προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή κατά το έτος 1977, όλοι οι ενδιαφερόμενοι συμφώνησαν στον προπεριγραφέντα άτυπο καθορισμό των εμβαδών και των διαστάσεων μεταξύ των οποίων και των προσόψεων των τριών συνεχόμενων ακινήτων, που προεκτέθηκαν και τμήμα του επιδίκου πλάτους 1,80 μ.
ενέταξαν στο συνιδιόκτητο και τα όσα αποδείχθηκαν ήτοι ότι πράγματι εκείνοι εξουσίαζαν έκτοτε τα ακίνητα τους αυτά, όπως με κοινή τους συμφωνία οριοθετήθηκαν. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι από το 1977 τουλάχιστον, οι ενάγοντες νέμονταν το προαναφερόμενο επίδικο τμήμα (1,80 χ13,36) και όχι το μείζον εμβαδού 37,95 τ.μ όπως ισχυρίζονται, έως τον Ιούλιο του 1998, ασκώντας επ' αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, γενόμενοι έτσι κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος του εναγομένου ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου τμήματος από το 1954, ώστε να καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου, του διαληφθέντος τμήματος του επιδίκου ακινήτου, διαστάσεων 1,80X13,36 μέτρων, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε, απέρριψε ως αβάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εν μέρει, ως προς το τμήμα αυτό του επιδίκου, την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων στην έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, εφόσον, κατά τις σαφείς παραδοχές του Πρωτοδικείου, οι ενάγοντες από το έτος 1977 και μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1998, δηλαδή επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία, νέμονταν από κοινού, ο καθένας κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του, το προαναφερόμενο τμήμα του επιδίκου, διαστάσεων 1,80 X 13,36 μέτρων, ως περιλαμβανόμενο στο μείζον κοινό ακίνητο της συγκυριότητας αυτών και του δικαιοπαρόχου του εναγομένου, ασκώντας επάνω σ' αυτό τις αναφερόμενες συγκεκριμένες εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, οι οποίες και συνιστούν αναμφίβολα πράξεις νομής, συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτών όλες οι απαιτούμενες από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 560 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, για παραβίαση, με εσφαλμένη εφαρμογή, των προαναφερομένων διατάξεων του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το ίδιο άρθρο 560 αριθ. 1 εδ.α' και β' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί ότι "ο Β. Α. είχε την εντολή και εξουσία εκπροσώπησης του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Κ. Δ. στην άσκηση συννομής και στο επίδικο τμήμα, που ανήκε στο ακίνητο της αποκλειστικής κυριότητας του τελευταίου, ενώ η εξουσία εκπροσώπησης του ως άνω αντιπροσώπου περιοριζόταν μόνο στην κοινή περιουσία του Κ.
Δ.", παραβίασε αφενός τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία δεν είναι δυνατόν ο Κ. Δ. να αποδέχθηκε την άσκηση, δια αντιπροσώπου, χρησικτησίας σε βάρος της ιδιοκτησίας του, και αφετέρου τις διατάξεις των άρθρων 211, 216, 231 επ., 713, 717, 974, 980, 994 και 1045 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς το πρώτο μεν μέρος του, εφόσον το εκτιθέμενο πραγματικό περιστατικό δεν συνιστά δίδαγμα κοινής πείρας, ούτε επίσης χρησιμοποιήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών, αλλά χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς το δεύτερο δε μέρος του, αφού με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι η παραπάνω παραδοχή δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την κτήση συγκυριότητας επί του επιδίκου από τους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία, εκφέρθηκε δε εκ περισσού από το Πρωτοδικείο και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2007 αίτηση του Ι. Π. για αναίρεση της 156/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ