Legislator Case Law & Legislation
921/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil liability for mental distress, upholding lower court's assessment of damages.

Case Number 921/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by plaintiffs against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment awarding €10,000 in damages for mental distress. The plaintiffs argued for a higher compensation, while the defendants contended the lower amount was appropriate given their financial status as former economic migrants. The court rejected the appeals because the lower court's evaluation of evidence and the specific amount awarded were not subject to appellate review under Greek civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; appellate review is limited to legal errors in applying substantive law or insufficient reasoning, excluding the court's discretionary assessment of evidence and the weighing of damages.

Keywords

AI generated
appellate review mental distress damages evidence assessment discretionary judgment civil liability Code of Civil Procedure legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 573 and 246 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 12 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 178, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 36/1988
Supreme Court 1186/2009
Supreme Court 1126/2009
Supreme Court 30/1997
Supreme Court 28/1997
Supreme Court 75/2009
Supreme Court 329/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 921 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 921/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Λ. του Β., κατοίκου ..., 2. Α. συζ. Γ. Λ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 3. Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 4. Δ. συζ. Κ. Μ., το γένος Ν. Λ., κατοίκου ..., 5. Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 6. Ε. συζ. Ε. Μ., κατοίκου ..., 7. Α. Τ., κατοίκου ..., με την ιδιότητα της κληρονόμου της Μ. χας Β. Θ., 8. Γ. Θ., κατοίκου ..., με την ιδιότητα της κληρονόμου της Μ. χας Β. Θ. και 9. Σ. συζ. Ι. Ο., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικολέττας Κορωνίδου.

Των αναιρεσιβλήτων και αναιρεσειόντων: 1. Χ. Π. του Ι. και 2. Ν. συζ. Χ. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκων αμφοτέρων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Γιωγιό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2.11.2005 και 18.12.2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1251/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις α) από 4 Νοεμβρίου 2009 και β) 10 Φεβρουαρίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε τις από 11 Ιανουαρίου 2011 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι από 4-11-2009 και 10-2-2010 αιτήσεις των Γ. Λ. κ.λ.π και Χ. Π., κ.λ.π αντιστοίχως, περί αναιρέσεως της ιδίας υπ' αριθμό 1251/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υπάρχουσας μεταξύ τους πρόδηλης συναφείας, αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 573 και 246 ΚΠολΔ).

Ι. Επί της από 4-11-2009 αιτήσεως αναιρέσεως των Γ. Λ. και λοιπών:

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988.

ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο. νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", προκύπτει ότι, κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας είναι προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, η οποία από πρόθεση επιχειρήθηκε, ή και από παράλειψη αυτού, η δε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991).

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι .η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προκαλέσει τη ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003).

Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ, βλ. ΑΠ 1615/1999). Τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ,.

εξαρτάται από το αν η πράξη ή η παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και. αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ως άνω αποτέλεσμα (ΑΠ 2/2009).

Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, με την προσβαλλομένη απόφασή του, και ειδικώς ότι τα αιτήματα των αγωγών, περί επιδικάσεως στους ενάγοντες, των αναφερομένων σε αυτές χρηματικών ποσών, τα οποία κατέβαλαν στην εργολήπτρια εταιρία έναντι του τιμήματος αγοράς των διαμερισμάτων, δηλαδή δαπάνησαν αυτά πριν από την επικαλούμενη με την αγωγή αδικοπραξία των εναγομένων και κατά συνέπεια η ζημία τους αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, καθώς και εκείνων, τα οποία αποτελούν τη δαπάνη, στην οποία θα υποβληθούν αυτοί, για την απόκτηση διαμερισμάτων ίσης αξίας με αυτή των διαμερισμάτων, των οποίων προσυμφώνησαν την αγορά, δηλαδή για μελλοντική ζημία τους, η οποία συνδέεται αιτιωδώς, με την αδικοπραξία των εναγομένων, αφού η ατύπως καταρτισθείσα συμφωνία περί μεταβιβάσεως των διαμερισμάτων, ήταν άκυρη, με αποτέλεσμα αυτοί να μην νομιμοποιούνται, και χωρίς την τέλεση της αδικοπραξίας, να αξιώσουν από τους εναγομένους να τους μεταβιβάσουν τα διαμερίσματα, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 919, 297, 298 και 904 ΑΚ.

Επομένως, οι υπ' αριθμός 1,2,3, και 5, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 17 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη, ως σφάλμα, η κρίση ότι δεν δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Τούτο όμως δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά από τον αρ. 1 αυτού, κατά τα προδιαληφθέντα.

Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το οικείο σκέλος του, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζημιώθηκαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων κατά το ποσό των 140218 ευρώ συνολικώς, το οποίο επιδίκασε σε αυτούς κατ' ισομοιρία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 480 ΑΚ, δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε ποιο ποσό είχε καταβάλει ο κάθε ενάγων από το ως άνω συνολικό ποσό. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφήρμοσε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες.

Συνεπώς, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

II. Επί της από 10-2-2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Ι. Π. και της Ν. συζ. Χ. Π.:

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 11-10-1999 εξώδικη δήλωση της εταιρίας "Χ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", την από 3-12-1999 εξώδικη απάντηση των αναιρεσειόντων, την υπ' αριθμό 292/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το από 12-3-2001 σημείωμα των αναιρεσειόντων, την από 25-11-2004 εξώδικη δήλωση απάντηση των αναιρεσειόντων, την υπ' αρ. πρωτ. 9964/17-12-1998 αίτηση της εργολάβου εταιρίας "Χ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", καθώς και τις από 11-10-1999, 19-9-2000, 13-2-2008 και 22-9-2004 εξώδικες δηλώσεις της άνω αναφερόμενης εργολήπτριας εταιρίας. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά τα οικεία μέρη τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι φερόμενοι, κατά την αναίρεση, ως προταθέντες και μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την ως άνω έννοια του νόμου αλλά αρνήσεις και συμπεράσματα αυτών από τις αποδείξεις και επιχειρήματα.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και έκτος, κατά τα οικεία μέρη τους, καθώς και ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και όλα τα αναφερόμενα παραπάνω έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και τα πρακτικά της δίκης και δεν στήριξε σε αυτά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος, κατά τα οικεία μέρη τους, καθώς και ο έβδομος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ,Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου, κατά την προδιαληφθείσα διάταξη, νοείται η εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν τα διδάγματα χρησιμεύουν κατά τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1188/2007, ΑΠ 1413/2007, ΑΠ 1445/2007, ΑΠ 1506/2007, ΑΠ 2075/2007).

Παρέπεται ότι η παραδοχή, κατά την οποία ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει το έργο αντί ορισμένης αμοιβής ενώ αυτή έπρεπε να είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ούτε την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, οι οποίοι μάλιστα δεν αναφέρονται, και δεν αποτελεί παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Συνεπώς, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, η ανάλυση, εκ μέρους του δικαστηρίου, των αξιουμένων με την αγωγή δαπανών, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ (Πρβλ. ΑΠ 185/1998). Επομένως ο έκτος, κατά το οικείο μέρος του, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, έναντι των μεγαλυτέρων αξιουμένων με την αγωγή ποσών, από τους ενάγοντες, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε 34.155 ευρώ στον καθένα από τους τρίτο και τέταρτη. Τα ποσά αυτά το Εφετείο περιόρισε σε 17.527 ευρώ για τον καθένα από αυτούς, ώστε δεν επιδίκασε πλείονα των αιτηθέντων. Επομένως, ο πέμπτος και ο έκτος, κατά το οικείο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκε ότι συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχικό άλγος και ταλαιπωρία, για την απάμβλυνση των οποίων πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το ύψος αυτής, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, του βαθμού της υπαιτιότητας των εναγομένων, της• κοινωνικής και περιουσιακής καταστάσεως των διαδίκων, οι οποίοι. είναι πρώην οικονομικοί μετανάστες στην αλλοδαπή, τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εναγόμενοι, οι τελευταίοι όμως είναι σε ευνοϊκότερη θέση, ως κύριοι της επίδικης ακίνητης οικοδομής, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για κάθε ενάγοντα. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό .της προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφήρμοσε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες.

Συνεπώς, ο όγδοος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 75/2009, ΑΠ 329/2007). Παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα μάρτυρα σε σχέση με τους άλλους. Επομένως, ο ένατος, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 183 και 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 4-11-2009 και 10-2-2010 αιτήσεις των διαδίκων, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1251/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ