Legislator Case Law & Legislation
920/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fixed-term contract renewal, ruling it constitutes an indefinite-term contract.

Case Number 920/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the OTE's appeal against the First Instance Court's finding that successive fixed-term employment contracts automatically converted into an indefinite-term contract. The employee argued for termination compensation, while the employer claimed the contracts were validly renewed for specific reasons. The court held that without an objective legal justification, repeated renewals create a presumption of indefinite employment, rendering the employer's subsequent dismissal invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 671 of the Civil Code and Article 8 of Law 2112/1920; Successive fixed-term employment contracts without objective justification are deemed to have been renewed for an indefinite period, and any subsequent termination by the employer is invalid.

Keywords

AI generated
fixed-term contract renewal indefinite-term employment objective justification automatic conversion invalid dismissal labor law presumption successive contracts

Cited Legislation

AI generated
Article 671 of the Civil Code
Article 8, paragraph 1, section g of Law 2112/1920
Article 2, paragraph 2 of the General Personnel Regulations of OTE
Article 5 of Presidential Decree 81/2003
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
Article 8A of Presidential Decree 81/2003
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Articles 24 and 24a of the General Personnel Regulations of OTE
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 920 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 920/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (ΟΤΕ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Ηλιοπιερέα-Πιερράκο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Κουφοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 810/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία του χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης", στο δε άρθρο 8 παρ.1 εδ. γ' του ν.2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι ως άνω, όμως, διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση κατάρτισης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του αναμορφωμένου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ - ΟΤΕ), που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω ΕΣΣΕ- άρθρο 7 παρ.1 του v. 1876/1990), "Ο Οργανισμός (ΟΤΕ) δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.

Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και από την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό".

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο κάτω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ - ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, οι δε προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ.1 εδ. γ' του ν. 2112/1920 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της σύμβασης, ως ορισμένης διάρκειας, του υποχρεωτικά, βάσει νόμου, προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο μισθωτού, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΑΠ 694/2013).

2.Η επακολουθήσασα Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10-7-1999 και της οποίας η ισχύς άρχισε την 10-7-2001, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, ειδικά δε για την Ελλάδα, που έκανε χρήση σχετικής επιφύλαξης, άρχισε μετά ένα έτος, δηλαδή την 10-7-2002, ενσωματώθηκε τελικά στην ελληνική έννομη τάξη, την 2-4-2003, με το π.δ. 81/2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου".

Μέχρι τότε η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν στην ημεδαπή έννομη τάξη με το άρθρο 8 παρ.3 του ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Στο ως άνω π.δ. 81/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 180/2004, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Στο άρθρο 2 παρ.1 "Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ.1 του π.δ.164/2004 (ΦΕΚ Α' 134), το παρόν προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιριών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με το οποίο (άρθρο 3 περ.

γ') ορίζεται ότι ""Δημόσιος τομέας" νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιριών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003".

Τέτοια ανώνυμη εταιρία είναι και η αναιρεσείουσα (ΟΤΕ ΑΕ), η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003. β) Στο άρθρο 5 "Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... (παρ.1).

Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης (παρ.3). "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.

Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου (παρ.4). Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (παρ.5)".

Και γ) Στο άρθρο 8A παρ.1, "Στις διαδοχικές συμβάσεις που είναι ενεργείς ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134), ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω π.δ. (164/2004)".

Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 19-7-2004, και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω π.δ, απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.

Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ., οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό (ΟλΑΠ 16/2017).

Ειδικότερα, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο 8Α του π.δ. 81/2003 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004) και επί της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ορίζουν τα εξής: "1.

Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...

γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5. Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης...". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, που εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο 8Α του π.δ.81/2003, και επί της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τότε οι συναφθείσες με αυτή διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. (βλ.

Ολ. ΑΠ 16/2017, ΑΠ 1691/2018, ΑΠ 1198/2017, ΑΠ 1901/2017). 3. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2 και 6/2019, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ελέγχεται δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.

ΑΠ 2/2013, 10/2011).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν στην προκείμενη περίπτωση και τα εξής ουσιώδη:

Ότι, με αφετηρία την πέμπτη (5η) κατά σειρά σύμβαση, που καταρτίστηκε στις 02.11.2005, έως και την τελευταία (δεκάτη) συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 5 του π.δ/τος 81/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 π.δ/τος 180/2004, προϋποθέσεις προκειμένου αυτές να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι οι συμβάσεις αυτές έφεραν το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και η ενάγουσα με τη, βάσει αυτών, εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης επρόκειτο περί διαδοχικών συμβάσεων, αφού καταρτίστηκαν μεταξύ του ίδιου εργοδότη (εναγομένης) και του ίδιου εργαζόμενου (ενάγουσας), με τους ίδιους ή έστω παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβούσε μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών (συμπεριλαμβανομένων και των μη εργασίμων ημερών), και ειδικότερα μετά τη λήξη της πέμπτης κατά σειρά σύμβασης (μετά και την άτυπη παράτασή της) στις 31.12.2006 μεσολάβησε χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός μέχρι την κατάρτιση της έκτης κατά σειρά σύμβασης την 1.2.2007 και αμέσως μετά τη λήξη αυτής στις 31.1.2008 καταρτίστηκε την επομένη ημέρα (01.02.2008) η έβδομη κατά σειρά σύμβαση, η οποία συνεχίστηκε ατύπως μέχρι την κατάρτιση της όγδοης σύμβασης στις 15.2.2009 και μετά τη λήξη αυτής στις 15.08.2009 μεσολάβησε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών μέχρι την κατάρτιση της ένατης σύμβασης την 01.09.2009, η οποία συνεχίστηκε ατύπως μέχρι την κατάρτιση της επομένης (δέκατης σύμβασης) στις 15.01.2010, η οποία έληξε (τυπικά μεν στις 15.04.2010 και μετά από άτυπη παράταση) στις 23.04.2010, οπότε η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, η δε συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών αυτών συμβάσεων υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, και ανέρχεται σε 51 μήνες (12 μήνες και 1 μήνας ατύπως η 5η + 12 μήνες η 6η + 12 μήνες και μισός μήνας ατύπως η 7η + 6 μήνες η 8η + 4 μήνες και μισός μήνας ατύπως η 9η + 3 μήνες η 10η), και επομένως, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου 5 του π.δ/τος 81/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ/τος 180/2004, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της εναγομένης, τεκμήριο που δεν καταρρίφθηκε από την τελευταία, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι, επομένως, οι ανωτέρω συμβάσεις (από την πέμπτη και μετά) συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 του π.δ/τος 81/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ/τος 180/2004 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με αφετηρία την έναρξη της πέμπτης σύμβασης τις 02.11.2005 και, εφόσον με τη λήξη και της ατύπου παρατάσεως της διαδοχικής δέκατης σύμβασης στις 23.04.2010 η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, που ισοδυναμεί με (άτυπη) καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για την οποία η εναγομένη δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο αυτής και δε κατέβαλε στην ενάγουσα τη δικαιούμενη αποζημίωση, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και η εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και επομένως η τελευταία αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική της απασχόληση και η εναγομένη έχει την αντίστοιχη υποχρέωση να αποδέχεται την εργασία της (να την απασχολεί) στο μέλλον.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη κατά το μέρος που αφορά τις συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης 5η έως 10η, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι η σχέση εργασίας που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, υποχρεώνοντας έτσι την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που δέχθηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τις 2-11-2005, υπαγόμενη στις διατάξεις του άρθρου 8Α του π.δ.81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, και του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 και 24α του Γ.Κ.Π.-ΟΤΕ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. 6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-3-2018 αίτηση για αναίρεση της 4/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 9 της 920/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Π.Π.