Supreme Court partially allows appeal on overtime pay, remands case for clarification of working hours.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision on overtime compensation. The appellant argued that his daily work hours exceeded legal limits despite the lower courts' findings, while the opposing party maintained the employer's time records were accurate. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific timing of the appellant's daily activities and the necessity of breaks, leading to a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remand a case for further examination when the lower court's factual findings or reasoning are insufficient to support its conclusion on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 920 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 920/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/9/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 17/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη, από 11-10-2007 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, επικαλούμενος ατομική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων αυτής εκ μέρους του εργοδότη, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία να του καταβάλει ως διαφορές αποδοχών, αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 80.093,42 ευρώ, νομιμοτόκως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 94/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε το ποσό των 3.730,49 ευρώ.
2. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων άσκησε την από 9-7-2010 έφεση, επί της οποίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 148/2013 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας. Με αυτήν, η έφεση έγινε δεκτή, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε και η αγωγή έγινε και πάλι εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε το ποσό των 7.575,58 ευρώ. 3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§ 1, 2 και 4, 576§§1, ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της αυτή, κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. .../11-2-2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Ι. Κ., ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επισπεύθηκε με την φροντίδα του αναιρεσείοντος ο οποίος προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα, και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης του για αναίρεση της υπ’ αριθ. 148/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας με πράξη κατάθεσής του, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιο δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β2 Πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό ..., για τη δικάσιμο της 28-4-2015, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρα 122§1, 123, 126§1, 129 παρ.1, 230 §2, 498 §1 του ΚΠολΔ) κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο.
Περαιτέρω προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. .../16-6-2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Ι. Κ., ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία αναβλήθηκε από την αρχικά ορισθείσα ως άνω δικάσιμο της 28-4-2015 για τη δικάσιμο της 19 Ιανουαρίου 2016, κατά την οποία ματαιώθηκε, επισπεύθηκε εκ νέου, με την φροντίδα του αναιρεσείοντος ο οποίος προς το σκοπό αυτό, με την από 20-1-2016 κλήση του ενώπιον του Αρείου Πάγου και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου στο Β2 Πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό ..., για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, η αναιρεσίβλητη, αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επίδοση σε αυτή της ως άνω κλήσης (άρθρα 122§1, 123, 130§1, 230 §2, 498 §§1 του ΚΠολΔ) να παραστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, και να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576 §2 ΚΠολΔ).
4.- Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 του ν. 435/76 και 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) συνάγεται ότι, για την εργασία των υπαγομένων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά το Σάββατο [ή άλλη 6η ημέρα της εβδομάδος] και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο της ημερήσιας απασχόλησης, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904), διότι πρόκειται για παροχή εργασίας σε ημέρα αναπαύσεως από την οποία επέρχεται πλουτισμός του εργοδότη κατά παράβαση απαγορευτικών κανόνων δημόσιας τάξης (ΑΠ 66/2007, ΑΠ 633/2004).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις της ΚΥΑ 8900/1945 Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του β.δ. 748/1966, συνάγεται ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού αυτού και, στην περίπτωση που δεν χορηγείται σ’ αυτόν αναπληρωματική ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δικαιούται, επιπλέον, το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού, ως απόδοση του εντεύθεν αδικαιολογήτου πλουτισμού του εργοδότη (ΑΠ 437/2014, ΑΠ 2256/2009).
Ο πλουτισμός αυτός, ο οποίος στις εν λόγω περιπτώσεις αποτελεί νομική έννοια με συγκεκριμένο περιεχόμενο, συνίσταται σε ό,τι ο εργοδότης θα είχε καταβάλει σε κάποιον άλλο μισθωτό, με τα ίδια προσόντα, τον οποίο θα είχε απασχολήσει, επιτρεπτώς, στη θέση αυτού που απασχόλησε παρανόμως είτε κατά την 6η ημέρα της εβδομάδος [στην περίπτωση παροχής εργασίας κατά το Σάββατο] είτε κατά την ημέρα, κατά την οποία θα έπρεπε να έχει χορηγήσει την αναπληρωματική ανάπαυση [στην περίπτωση παροχής εργασίας κατά την Κυριακή].
Το βάρος επίκλησης του ενάγοντος στις περιπτώσεις αυτές εξαντλείται στην εξιστόρηση του ότι παρέσχε εργασία σε συγκεκριμένο εργοδότη [στον εναγόμενο], έναντι συγκεκριμένης, συμφωνημένης αμοιβής ή υπό περιστάσεις που δικαιολογούν την υπέρ αυτού εφαρμογή συγκεκριμένων νομοθετικών ή συλλογικών κανονιστικών ρυθμίσεων και ότι η παροχή της εργασίας αυτής, πέραν των άλλων, έγινε σε ημέρα Σαββάτου [ή άλλης, 6ης ημέρα της εβδομάδος] υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή σε ημέρα Κυριακή χωρίς τη μετά ταύτα χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως.
Εφ’ όσον τα περιστατικά αυτά εκτίθενται στην αγωγή, η έννομη συνέπεια, ήτοι το ότι ο εργοδότης αποκόμισε ωφέλεια από αιτία παράνομη, την οποία οφείλει να αποδώσει στον εργαζόμενο, επέρχεται εκ του νόμου. Ως εκ τούτου, ο εργαζόμενος [ο ενάγων] δεν είναι απαραίτητο να επικαλεσθεί παρανομία ή ακυρότητα της απασχόλησης και εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργοδότη, αφού όλα αυτά υπονοούνται με την εξιστόρηση των ήδη αναφερθέντων, ως άνω περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 11-10-2007 αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι, κατά μήνα Ιανουάριο 1992, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία τον προσέλαβε, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου, προκειμένου, με δικό της όχημα, να διανέμει προϊόντα αυτής σε πελάτες της, να εισπράττει το ανάλογο τίμημα για λογαριασμό της και να εκδίδει τα προσήκοντα φορολογικά στοιχεία.
Ότι, αν και είχε συμφωνηθεί να απασχολείται με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας το οποίο, άλλωστε, ισχύει γενικώς για τους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων πάσης φύσεως, η εναγομένη, κατά τους θερινούς μήνες (Ιούλιο και Αύγουστο) των ετών 2003, 2004, 2005 και 2006, τον υποχρέωσε να εργασθεί και κατά τα Σάββατα, χωρίς [όπως εμμέσως, πλην σαφώς, αναφέρεται] να του καταβάλει πρόσθετη αμοιβή, καθώς και κατά τις Κυριακές, χωρίς να του χορηγήσει αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και πέραν των λοιπών αιτημάτων της αγωγής, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το κατά τους δικούς του υπολογισμούς νόμιμο ημερομίσθιο αφ’ ενός για 8 Σάββατα του θερινού διαστήματος ενός εκάστου των ως άνω ετών, κατά τα οποία υποχρεώθηκε να εργασθεί (επί μέρους σύνολο 1.651,44 ευρώ) και αφ’ ετέρου για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως για 8 Κυριακές ενός εκάστου των ιδίων χρονικών διαστημάτων, κατά τις οποίες, επίσης, υποχρεώθηκε να εργασθεί (επί μέρους σύνολο ετέρων 1.651,44 ευρώ), με συνέπεια να πλουτίσει παράνομα σε βάρος του η εναγομένη.
Με το περιεχόμενο αυτό και σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί παραπάνω, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη. Το Εφετείο Εύβοιας, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ επικύρωση της αντίστοιχης κρίσης της τότε εκκαλουμένης 94/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, έκρινε ως αόριστα τα εν λόγω αιτήματα της αγωγής, παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο αυτών.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5.-Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το ζήτημα των χρονικών ορίων της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, το Εφετείο Ευβοίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, σε εκπλήρωση της συμβάσεως εργασίας που τον συνέδεε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, εκτελούσε συστηματικά, κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, το δρομολόγιο από τη Χαλκίδα στην Κάρυστο με επιστροφή, μεταφέροντας προϊόντα, τα οποία εμπορευόταν η εναγομένη, ξεφορτώνοντας τα με τη σύμπραξη βοηθού στα καταστήματα διαφόρων πελατών, όπου στάθμευε καθ’ οδόν, εκδίδοντας τα σχετικά τιμολόγια και εισπράττοντας το ανάλογο τίμημα.
Ότι κατά τις ημέρες Τρίτη και Πέμπτη εκτελούσε το δρομολόγιο από τη Χαλκίδα στην Αθήνα με επιστροφή, παραλαμβάνοντας εμπορεύματα από προμηθευτές της εναγομένης. Ότι όταν μετέβαινε στην Κάρυστο, παρουσιαζόταν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης περί την 06:30 ώρα, συμμετείχε στη φόρτωση του αυτοκινήτου και αναχωρούσε περί την 07:30 ώρα.
Ότι για να διανύσει την απόσταση από τη Χαλκίδα μέχρι την Κάρυστο (περίπου 122 χλμ) χρειαζόταν περίπου 2 ώρες, αν ληφθεί υπ’ όψη ότι μπορούσε να κινείται με ταχύτητα από 60 έως 80 χλμ/ω. Ότι κατά τη μετάβασή του έπρεπε να κάνει περίπου 40 στάσεις, για να παραδώσει εμπορεύματα κλπ, την καθεμιά με διάρκεια περίπου 5 λεπτά της ώρας.
Ότι για την επιστροφή του χρειαζόταν λιγότερο χρόνο, διότι το αυτοκίνητο δεν ήταν φορτωμένο και αυτός δεν είχε την υποχρέωση να διακόπτει διαρκώς την πορεία του. Ότι υπό τις περιστάσεις αυτές μπορούσε να προλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του μέσα στο νόμιμο ωράριο, χωρίς να είναι αναγκασμένος να απασχολείται πέραν αυτού.
Ότι αυτός, όπως προκύπτει από τους δίσκους του ταχογράφου του αυτοκίνητου, διέκοπτε καθημερινά την οδήγηση επί τρίωρο, από ώρα 11:00 έως ώρα 14:00, και επέστρεφε στη Χαλκίδα περί την 17:00 ώρα, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση της σύμβασης εργασίας. Ότι κατά τις μεταβάσεις του στην Αθήνα, η διαδρομή, η φόρτωση του αυτοκινήτου και η επιστροφή στη Χαλκίδα ολοκληρωνόταν πάντοτε πριν από τη συμπλήρωση του νομίμου ωραρίου.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Ευβοίας κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι κατά την καθημερινή εκτέλεση της εργασίας του ο ενάγων δεν υπερέβαινε τα νόμιμα χρονικά όρια και, κατόπιν αυτού, επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη 94/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε απορρίψει ως αβάσιμα τα αιτήματα της αγωγής για την επιδίκαση αμοιβή για υπερεργασία και υπερωρίες.
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά, στις ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε και βάσει των οποίων κατέληξε στην έννομη συνέπεια που προαναφέρθηκε. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο πλήττονται γενικώς, αλλά απαραδέκτως, οι ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 148/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ