Legislator Case Law & Legislation
920/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court failure to consider evidence proving adverse possession claims.

Case Number 920/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for adverse possession. The plaintiff argued that the appellate court failed to consider specific documents submitted to prove her possession of the property. The court found that while the appellate court mentioned considering evidence, it did not explicitly address the specific documents regarding the plaintiff's possession, rendering the decision legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11g of the Code of Civil Procedure; Art. 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court of first instance failed to consider evidence adduced by the parties, and a decision is void if it is not indisputably clear that all legally submitted evidence was taken into account.

Keywords

AI generated
adverse possession appeal admissibility evidence consideration Code of Civil Procedure indisputable clarity property rights legal representation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11g of the Code of Civil Procedure
Art. 335 of the Code of Civil Procedure
Art. 338-340 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 920 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Φ., κατοίκου Η.Π.Α και προσωρινά …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κούκουλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. χήρας Ι. Μ., 2)Δ. Μ. του Ι. και 3) Γ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδιαμαντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 13-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 26-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα ήτοι το από 3 Μαρτίου 1946 τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε με επιμέλεια του παππού της αναιρεσείουσας Ν.

Κ. και τις αναφερόμενες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο η αναιρεσειουσα για την απόδειξη πράξεων νομής. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες της από 28-3-2008 αγωγής συννέμονταν το επίδικο ακίνητο διανοία συγκυρίων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη από αυτούς και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου οι υπόλοιποι από αυτούς ο καθένας από τους υπολοίπους, τουλάχιστον από το έτος 2004 όταν απεβίωσε ο δικαιοπάροχος τους Ι.

Μ. του Σ. μέχρι και το χρόνο άσκησης της υπό κρίσης αγωγής τους το έτος 2008. Ειδικότερα επισκέπτονταν αυτό κατά τους θερινούς μήνες τόσο η πρώτη ενάγουσα τακτικά και μερικές φορές με τους υπόλοιπους ενάγοντες τέκνα της και το επέβλεπαν, έχοντας αναθέσει και την τακτικότερη επίβλεψη τους στους προστήθεντες τους Ε.

Χ. και Α. Κ.. Το έτος 2006 προέβησαν στην επίστρωση του με κηπευτικό χώμα, στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου με την κατασκευή μικρών παρτεριών και σκαλοπατιών τα οποία επίχρισαν και κατασκευάζοντας στη δυτική άκρη του επιδίκου ακινήτου μιας σιδερένιας πέργκολας για την αναρρίχηση των φυτών. Στη συνέχεια το έτος 2007 από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του έτους αυτού με την επίβλεψη των εργασιών του προστηθέντος από αυτούς αρχιτέκτονα μηχανικού Ε.

Χ. άρχισαν την πλακόστρωση των μονοπατιών τα οποία είχαν χαραχθεί κατά μήκος του ακινήτου δηλ. από την εξώπορτα της αυλής έως το πλάτωμα με την πέργκολα και δεξιά και αριστερά αυτού, ενώ τον Αύγουστο του ιδίου έτους όταν η πρώτη ενάγουσα διέμεινε στη νήσο Σύμη με εντολή της τοποθετήθηκε κατά μήκος του μονοπατιού μια διακοσμητική μπορντούρα από βότσαλα χωρίς ποτέ μέχρι τότε να ενοχληθούν από την εναγόμενη για τις εργασίες αυτές.

Όμως τον Οκτώβριο του 2007 κατά την μετάβαση του προστήθεντος Ε. Χ. στο επίδικο ακίνητο διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη αυθαίρετα είχε βγάλει την σιδερένια καγκελόπορτα στη νότια πλευρά της περίφραξης και στον τοίχο του μαντρότοιχου είχε αναγράψει με κόκκινη μπογιά και με τεράστια γράμματα τις λέξεις FOR SALE ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ Μ.

Κ. καθώς και ένα τηλέφωνο Αθηνών και οι ίδιες λέξεις και το τηλέφωνο είχαν γραφτεί με την ίδια κόκκινη μπογιά μέσα στο ακίνητο πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής. Με τις ενέργειες της αυτές η εναγόμενη διατάραξε την ακώλυτη σύννομη των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά της υπέστησαν οι ενάγοντες ηθική βλάβη και ως εκ τούτου το αιτούμενο των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.

Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω η από 28-3-2008 αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Αντίθετα από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα της από 13-10-2009 αγωγής Α. Κ. του Φ. απέκτησε την συγκυριότητα των 3/8 εξ αδιαιρέτου στα αναφερόμενα στην αγωγή τέσσερα ακίνητα που όπως αναφέρθηκε παραπάνω απαρτίζουν το ενιαίο επίδικο ακίνητο, με τους αναφερόμενους στην αγωγή της τρόπους.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ν. Κ. του Φ. κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1944 έως τον θάνατό του το έτος 1979 άσκησε στο επίδικο ακίνητο οποιαδήποτε πράξη νομής που να προδιάζει στη φύση του διάνοια κυρίου, αφού και ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό σχετικά με την διενέργεια πράξεων νομής στο επίδικο από τον ανωτέρω Ν.

Κ. του Φ. κατά το χρονικό διάστημα 1944-1979 και ως εκ τούτου ουδέποτε αυτός κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως όταν αυτός απεβίωσε το έτος 1979 και φέρεται να αφήνει με την από 27-11-1967 ιδιόγραφη μυστική διαθήκη του που νόμιμα δημοσιεύθηκε και η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προσκομίζεται από την ενάγουσα, το επίδικο ακίνητο στον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Φ.

Κ. του Ν. ο οποίος αποδέχθηκε τη κληρονομιά της με τις με αριθμό ...1981 και ...1981 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης-Βάμπουλη-Βέλλη, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τη με αριθμό ...1984 διορθωτική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας Συμβολαιογράφου που νόμιμα καταχωρήθηκε στα βιβλία μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, δεν ήταν όπως προαναφέρθηκε κύρια του επιδίκου ακινήτου και ως εκ τούτου ο Φ.

Κ. δεν κατέστη ψιλός κύριος ούτε η μητέρα του Α. χα Ν. Κ. επικαρπώτρια αυτού, αφού απέκτησαν παρά μη κυρίου. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο αμέσως αναφερόμενος ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα στο 1979 έως το έτος 2001, οπότε απεβίωσε, άσκησε στο επίδικο διάνοια κυρίου και με καλή πίστη οποιαδήποτε εμφανή υλική πράξη νομής και κατοχής που να προσδιάζει στη φύση του, αφού και η κατάθεση του μάρτυρα Φ.

Τ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για την ύπαρξη πράξεων νομής και; κατοχής του Φ. Κ. περιορίστηκε στο ότι έχει ακούσει να ισχυρίζεται προφορικά σ’ αυτόν ο τελευταίος αναφέροντας επί λέξει " Άκουγα τον Φ. Κ. να λέει ότι τα ακίνητα ήταν δικά του" και ο ίδιος μάρτυρας δεν αναφέρθηκε έχοντας άμεση γνώση σε οποιαδήποτε εμφανή υλική πράξη νομής και κατοχής με καλή πίστη του Φ.

Κ. στο επίδικο ακίνητο κατά το χρονικό διάστημα 1979-2001 διανοία κυρίου και συνεπώς ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ούτε με τακτική, αλλ’ ούτε και με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως η ενάγουσα που αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα της με την με αριθμό ...22-10-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σύμης, Ε.

Μ. που νόμιμα μεταγράφηκε δεν κατέστη συγκύρια κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων λόγω κληρονομικής διαδοχής αφού απέκτησε παρά μη κυρίου. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι για το πέραν του έτους 2001 χρονικό διάστημα ο ανωτέρω μάρτυρας της ενάγουσας αναφέρει επί λέξει "Όταν πέθανε ο Κ. Φ. ενδιαφέρθηκε για τα ακίνητα η κόρη του Μ..

Η Μ. μου είπε 2001, 2002, 2003 ότι θέλει να πουλήσει το ακίνητο. Την ρώτησα εάν το πούλησε και μου είπε όχι, γιατί βρίσκομαι στα Δικαστήρια. Τι πλακοστρώσεις και τις άλλες εργασίες στο ακίνητο μου είπε ότι τις έκανε η A. Μ." χωρίς να αναφέρεται στη κατάθεση του για πράξεις νομής διανοία κυρίας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο.

Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα της από 13-10-2009 αγωγής δεν κατέστη συγκυρία του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ούτε με παράγωγο ούτε και με πρωτότυπο τρόπο και ως εκ τούτου η αγωγή αυτή πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμη".

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού παρά τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα σε συνδυασμό με το ως άνω περιεχόμενο της απόφασης που δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε καμία πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας χωρίς να δέχεται ότι κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα άσκησαν πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 38/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός απ’ αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ