Legislator Case Law & Legislation
920/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds due to lack of identity of parties and dispute in prior judgments.

Case Number 920/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Glyfada's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a disputed forest area. The lower court rejected the res judicata argument because the previous final judgments lacked identity of parties and the specific dispute with the current case. The Court upheld this ruling, finding no violation of res judicata principles and ordering the appellant to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(16) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; Res judicata requires identity of parties and dispute, which is absent when prior judgments involved different claimants or distinct legal issues compared to the current litigation.

Keywords

AI generated
res judicata identity of parties identity of dispute final judgments appeal dismissal legal costs forest land dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 1459/2003 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 920 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Γλυφάδας, που έχει έδρα τη Γλυφάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λακαφώση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οικοτροφείου του Τάγματος των Καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ" που έχει έδρα τον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Συλλόγου με την επωνυμία "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός" που έχει έδρα την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ι. Δ. Ζ., κατοίκου ..., 4) Κ. Δ. Ζ., κατοίκου ..., 5) Κ. συζ. Μ. Β., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ..., 6) Ι. - Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Κ. - Α. Ζ. του Π., κατοίκου ..., 8) Φ. - Κ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης Π. Ζ., 9) Α. Ζ. του Μ. - Λ., κατοίκου ..., 10) Μ.-Ζ. χήρας Ι. Σ., κατοίκου ..., 11) Ο. (Μ.) Μ. συζ. Δ., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., 12) Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 13) Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., 14) Ν. Μ. Ζ., κατοίκου ... και 15) Ν. Α. του Δ.. Το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σαββόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 19/2/2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Σταθακοπούλου και οι λοιποί (3ος έως 15ος) δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: 1)την από 26/1/1987 αγωγή, 2)την από 10/7/1987 (με αριθμό κατάθεσης 5502/1987) ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση, 3)την από 22/7/1987 πρόσθετης παρέμβασης (με αριθμό κατάθεσης 6056/1987), 4)την από 11/9/1987 (με αριθμό κατάθεσης 6744/1987) πρόσθετη παρέμβαση, και 5)την από 11/9/1987 (με αριθμό κατάθεσης 6770/1987) πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3469/1987, 2865/2000 μη οριστικές, 8321/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 936/2006 μη οριστική, 7431/2009 οριστική και 1304/2011 διορθωτική αυτής του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 7431/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1304/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/6/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 80, 81 παρ. 3 και 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά την δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτόν κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στην συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1643/2012, ΑΠ 1328/2012).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου συλλόγου με την επωνυμία "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός", του τρίτου αναιρεσιβλήτου Ι. Ζ., του τέταρτου αναιρεσιβλήτου Κ. Ζ., της πέμπτης αναιρεσίβλητης Κ. συζ. Μ. Β., του έκτου αναιρεσιβλήτου Ι.-Α. Ζ., της έβδομης αναιρεσίβλητης Κ.-Α.

θυγ. Π. Ζ., της όγδοης αναιρεσίβλητης Φ.-Κ. θυγ. Δ. Ζ., του ένατου αναιρεσιβλήτου Α. Ζ., της δέκατης αναιρεσίβλητης Μ.-Ζ. χήρας Ι. Σ., της ενδέκατης αναιρεσίβλητης Ο. (Μ.) συζ. Δ. Μ., του δωδέκατου αναιρεσίβλητου Ν. Α., του δέκατου τρίτου αναιρεσίβλητου Α. Α., του δέκατου τέταρτου αναιρεσίβλητου Ν. Ζ. και δέκατου πέμπτου αναιρεσίβλητου Ν.

Α., που είχαν ασκήσει πρόσθετη υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου εναγόμενου παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχαν κληθεί και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς όμως να παραστούν πλην του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι οι προσθέτως παρεμβάντες δεν ανέλαβαν τον δικαστικό αγώνα και δεν κατέστησαν κύριοι διάδικοι, ούτε η αναίρεση αφορά τις παρεμβάσεις αυτές.

Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, παρέστη ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και προσθέτως παρεμβάς "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός", χωρίς όμως να ασκήσει και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου πρόσθετη υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου παρέμβαση, ενώ οι λοιποί ως άνω με αριθμητικά στοιχεία από αριθ. 3 έως και αριθ. 15 αναιρεσίβλητοι και προσθέτως παρεμβάντες δεν παρέστησαν, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως πρώτο αναιρεσίβλητο εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...

με αριθμούς, αντίστοιχα, 11280Δ/28-5-2012, 11277Δ/28-5-2012, 9653Ζ/29-5-2012, 9654Ζ/29-5-2012, 9590Ζ/23-5-2012 με την από 23-5-2012 έγγραφη απόδειξη του αξιωματικού του Αστυνομικού Τμήματος Τάξης Α' Γλυφάδας και υπό την ίδια χρονολογία έγγραφη βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή που έχει προσυπογραφεί από τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο, 9628Ζ/29-5-2012, 11368Δ/31-5-2012, 9591Ζ/23-5-2012 με την από 23-5-2012 έγγραφη απόδειξη του αξιωματικού του Αστυνομικού Τμήματος Τάξης Α' Γλυφάδας και υπό την ίδια χρονολογία έγγραφη βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή που έχει προσυπογραφεί από τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο, 9589Ζ/23-5-2012, 11279Δ/28-5-2012, 11786Δ/20-7-2012, 9713Ζ/1-6-2012 με την από 1-6-2012 έγγραφη απόδειξη του αξιωματικού του Αστυνομικού Τμήματος Τάξης Νέου Κόσμου και υπό την ίδια χρονολογία έγγραφη βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή που έχει προσυπογραφεί από τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο και 11878Δ/28- 5-2012.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, με την απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και κατ' αυτών και την κλήτευσή τους εκπληρώθηκε η υποχρέωση κλήσης αυτών στην συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ κρίνεται όχι από το αιτιολογικό αλλά από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης.

Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι' αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ).

Κατ' εξαίρεση βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού (ΑΠ 1182/2012). Ειδικότερα, η αιτιολογία καθ' εαυτή δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του διαδίκου και όταν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, λόγω αβασιμότητας της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε κατόπιν προβληθείσας ενστάσεώς του, αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του, και συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί ηττημένος διάδικος, ο οποίος βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της αποφάσεως, οπότε με την άσκηση της εφέσεως υφίσταται γι' αυτόν η δυνατότητα να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια.

Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτήν ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχόμενων" αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1094/2009).

Εξαιρετικώς, έννομο συμφέρον για άσκηση αντεφέσεως αναγνωρίζεται και στον διάδικο που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο (ΑΠ 1174/2009). Έτσι, στην περίπτωση ειδικότερα, κατά την οποία ο εκκαλών παραπονείται με την έφεσή του, γιατί του απορρίφθηκε η αγωγή κατά παραδοχή ενστάσεως του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δι' αυτής ασκουμένου δικαιώματος, ο εναγόμενος παραδεκτά ασκεί αντέφεση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την απόδειξη της βάσεως της αγωγής, γιατί το κεφάλαιο της αντεφέσεως συνέχεται αναγκαστικά με το εκκληθέν περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής κεφάλαιο, αφού το τελευταίο προϋποθέτει το πρώτο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των αμέσως παρακάτω σημειουμένων κατά περίπτωση δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Δήμος Γλυφάδας με την από 26-1-1987 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Οικοτροφείο του Τάγματος Καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ" κατέχει την λεπτομερώς περιγραφόμενη σ' αυτή εδαφική έκταση, που περιήλθε σ' αυτό, δυνάμει του μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. .../28-1-1929 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Οικονομοπούλου λόγω πωλήσεως και ότι η έκταση αυτή αποτελεί τμήμα μείζονας κοινόχρηστης έκτασης, που χαρακτηρίστηκε ως "άλσος" στο ρυμοτομικό σχέδιο της Γλυφάδας, το οποίο εγκρίθηκε με την επίσπευση των μέχρι τότε αναφερόμενων συνιδιοκτητών της με το ΠΔ 30/31-7-1925, όπως συμπληρώθηκε και ολοκληρώθηκε με το ΠΔ 11-9-1926, και η οποία έκταση περιήλθε, λόγω της ιδιότητάς της ως κοινόχρηστης στην ιδιοκτησία του ενάγοντος-αναιρεσείοντος Δήμου, και ότι το εναγόμενο ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα της αναφερόμενης έκτασης, διότι κατά τον ως άνω χρόνο της μεταβίβασης προς αυτό, η έκταση αυτή ήταν ήδη κοινόχρηστη και κατά συνέπεια ανεπίδεκτη συναλλαγής.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο-πρώτο αναιρεσίβλητο να του αποδώσει την επίδικη έκταση. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε με τις πρόσθετες υπέρ του εναγομένου παρεμβάσεις, που άσκησαν οι καθολικοί διάδοχοι των δικαιοπαρόχων του μετά από ανακοίνωση της δίκης, που ανοίχθηκε με την αγωγή και προσεπίκληση, εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχτηκε μεν ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα της μεγαλύτερης κοινόχρηστης έκτασης, απέρριψε όμως την αγωγή, κατά παραδοχή ενστάσεως του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δι' αυτής ασκουμένου δικαιώματος.

Κατά της ως άνω πρωτόδικης οριστικής απόφασης ο ήδη αναιρεσείων Δήμος άσκησε την από 17-9-2004 έφεσή του, αλλά και το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο άσκησε την από 30-3-2005 αντέφεσή του, με τις οποίες ζητούν για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτές και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έτσι ώστε κατά μεν τον αναιρεσείοντα Δήμο να γίνει δεκτή η αγωγή του διά της απορρίψεως της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δι' αυτής ασκουμένου δικαιώματος, κατά δε το εναγόμενο-πρώτο αναιρεσίβλητο να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, λόγω κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, όσον αφορά τη βάση της αγωγής περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αντέφεση ασκήθηκε παραδεκτά, διότι, αφού ο ενάγων-αναιρεσείων με την έφεσή του παραπονέθηκε επειδή απορρίφθηκε η διεκδικητική ακινήτου αγωγή του κατά παραδοχή της ενστάσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, το κεφάλαιο της αντεφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την απόδειξη της βάσεως της αγωγής περί του ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που χαρακτηρίζεται ως κοινόχρηστος χώρος στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο, συνέχεται αναγκαστικά με το εκκληθέν περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κεφάλαιο.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ως παραδεκτή την αντέφεση, δεν έσφαλε και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, 625/2008, ΑΠ 328/2008). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 1573/2006).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Εξάλλου, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι όλη η έκταση των 800 στρεμμάτων είναι κοινόχρηστο άλσος. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε στην ουσία ρητά αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η έκταση που μεταβιβάστηκε στο πρώτο αναιρεσίβλητο βρίσκεται έξω από το σχέδιο πόλεως και έξω από κοινόχρηστο χώρο και δεν περιήλθε κατά κυριότητα στην Κοινότητα Ευρυάλης και ήδη Δήμο Γλυφάδας, ενώ προέκυψαν αναμφίβολα όλοι οι ισχυρισμοί του, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001). Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου κοινόχρηστου Άλσους του Δήμου Γλυφάδας και ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα της αναφερόμενης έκτασης, διότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης προς αυτό, η έκταση αυτή ήταν ήδη κοινόχρηστη και κατά συνέπεια ανεπίδεκτη συναλλαγής, και ειδικότερα: 1) την με αριθμό 327/10-2-1922 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, 2) το με αριθμό 64 της 2 Μαΐου 1922 Φ.Ε.Κ.

στο οποίο δημοσιεύτηκε το από 28-4-1922 διάταγμα περί εγκρίσεως σχεδίου ρυμοτομίας συνοικισμού Ευρυάλης-Γλυφάδας, 3) την με αριθμό .../3-3-1922 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Οικονομόπουλου με το συνημμένο σ' αυτήν πιστοποιητικό μεταγραφής, 4) δύο αιτήσεις των τότε συγκυρίων από 30-6-1925 και 18-7-1925 με τις οποίες ζήτησαν την επέκταση του οικισμού με την αναφερόμενη δήλωση παραίτησης, 5) αντίγραφο του με αριθμό 203/31-7-1925 Φ.Ε.Κ., 6) φωτοτυπικό αντίγραφο της εφημερίδας των νόμων στην οποία δημοσιεύθηκε το από 11-9/7-10-1926 διάταγμα περί συμπληρώσεως οικοδομικού κανονισμού Ευρυάλης Γλυφάδας, 7) την από 26-8-1926 δήλωση και πρόσκληση των τότε συγκυρίων, 8) φωτοτυπικό αντίγραφο του με αριθμό .../9-9-1925 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Γ. Οικονομόπουλου, 9) το από του έτους 1925 εκπονηθέν έγχρωμο σχέδιο ως Γενικόν Σχέδιον Συνοικισμού Γλυφάδας, 10) την με αριθμό .../4-4-1933 πράξη αποδοχής, με την οποία η τότε Κοινότητα Γλυφάδας αποδέχτηκε την δωρεά που έγινε με το .../1925 συμβόλαιο όλων των κοινοχρήστων χώρων, μεταξύ των οποίων και το Άλσος Γλυφάδας, 11) τις αποφάσεις 2015/1933 του Πρωτοδικείου Αθηνών και 1384/1935 του Εφετείου Αθηνών, 12) αντίγραφο της από 30-10-1953 αγωγής των τότε συγκυρίων-δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, 13) αντίγραφο της 15/27-3-1958 αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου Γλυφάδας, 14) το .../24-11-1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.

Α. Πολυκαλά, 15) αντίγραφα των αποφάσεων 3975/1976 του Εφετείου Αθηνών και 350/1981 του Αρείου Πάγου, οι οποίες εξεδόθησαν σε δίκη μεταξύ του Δήμου Γλυφάδας και του Π.Ι.Κ.Π.Α., 16) αντίγραφο της 3145/1982 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την από 28-12-1978 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Π.-Χ. και του συνημμένου σ' αυτήν σχεδιαγράμματος, 17) 3535/1970 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, 18) αντίγραφο του 3365/22-5-1948 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, 19) την 3469/1987 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 20) την 418/1989 Εισηγητική Έκθεση και 21) την 492/1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Α.

Π.-Ρ. με το συνημμένο σχεδιάγραμμα. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων και περιέχονται στην υπ' αριθ. 418/1989 έκθεση του Εισηγητή Δικαστή, που διορίστηκε με την 3469/1987 πράξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την υπ' αριθ. 495/1992 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονας Α.

Ρ., τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε με την προαναφερόμενη πράξη ... και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, αρκετά των οποίων ειδικώς μνημόνευσε, όπως τις επικαλούμενες εφετειακές αποφάσεις και την 495/1992 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ορισθείσας πραγματογνώμονας Α.

Ρ., χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά και όλα τα υπόλοιπα από αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται, ότι με το να δεχτεί το Εφετείο ότι "από το με αριθ. 640194/15-1-1992 έγγραφο της Νομαρχίας Πειραιά, Γραφείο Πολεοδομίας Αργυρούπολης αποδεικνύεται ότι η έκταση που μεταβιβάστηκε βρίσκεται έξω από το σχέδιο πόλεως και έξω από κοινόχρηστο χώρο", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, αφού μάλιστα από την πραγματογνωμοσύνη της Α.

Ρ. προκύπτει ότι για τον καθορισμό των επί μέρους εντός ή εκτός σχεδίου τμημάτων της ιδιοκτησίας απαιτείται η σύνταξη διαγράμματος εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου στο έδαφος. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το ως άνω έγγραφο της Νομαρχίας Πειραιά που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης.

Έτσι το Εφετείο που απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος Δήμου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο πιο πάνω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 331 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ειδικότερα το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 613/2007).

Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο άρθρ. 325 ΚΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων.

Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 249/2011).

Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1459/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, αποδίδεται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από τις επικαλούμενες και προσκομισθείσες υπ' αριθ. 3975/1976 και 3145/1982 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που ήδη έχουν καταστεί αμετάκλητες, με διάδικους στην μεν πρώτη το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Π.Ι.Κ.Π.Α.

του οποίου δικαιοπάροχοι ήταν οι ίδιοι οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου-πρώτου αναιρεσιβλήτου, και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Δήμος, στην δε δεύτερη και πάλι οι δικαιοπάροχοι του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ο αναιρεσείων Δήμος, και οι οποίες έκριναν ότι η επίδικη στις δίκες εκείνες έκταση βρίσκεται μέσα στην ευρύτερη έκταση του Δάσους ή Άλσους που είναι κοινόχρηστος χώρος.

Η σχετική ένσταση δεδικασμένου προτάθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία όμως η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι οι αποφάσεις αυτές δεν αποτελούν δεδικασμένο για την προκείμενη υπόθεση, καθόσον δεν υφίσταται ταυτότητα διαδίκων και διαφοράς. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες περί δεδικασμένου διατάξεις, εφόσον πράγματι στην προκείμενη υπόθεση δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα διαφοράς ως προς την επίδικη έκταση.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν με χωριστή υπεράσπιση, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2011 αίτηση του Δήμου Γλυφάδας για αναίρεση της 7431/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 1304/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οικοτροφείο του Τάγματος των Καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ" και Συλλόγου με την επωνυμία "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός", αντίστοιχα, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ