Supreme Court dismisses appeal on fictitious declaration and document distortion grounds, upholding lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court distorted a 1992 contract and failed to recognize a fictitious declaration of will, but the court found these claims unmerited. The court ruled that the appellate court based its findings on multiple pieces of evidence, including witnesses, rather than relying exclusively on the disputed document, rendering the alleged distortion invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 138, 139, 180, 211, 214 of the Civil Code; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: A declaration of will is void if merely apparent and not made seriously, and an appeal based on document distortion fails if the court of first instance formed its judgment by weighing multiple evidentiary means rather than relying exclusively on the alleged distorted document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 920 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Σ. του Σ. και 2. Κ. συζ. Σ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιμόπουλο, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζ. Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 7-11-2011 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 15 Μαΐου 2000 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12654/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2010 αίτησή τους και με τους από 5-10-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά είναι εικονική και άκυρη, θεωρουμένη ως εάν να μην έγινε. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση περί της γενομένης μεταβολής στην υπάρχουσα νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τοιαύτης μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητος της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητος από τον αντισυμβαλλόμενο.
Η υπό την εικονική δε δικαιοπραξία καλυπτομένη άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι για την σύστασή της. Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκειμένη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Νόμιμη αιτία είναι ο νομικός σκοπός, για τον οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα και ο οποίος αναγνωρίζεται από τον νόμο ως λόγος μεταβιβάσεώς της. Τοιαύτη νόμιμη αιτία είναι μεν και η πώληση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 513 του ΑΚ ως αιτία μεταβιβάσεως, πλην άλλων, και της κυριότητος πραγμάτων, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητος και για τον λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενομένη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ ως αντικειμένη στην από λόγους γενικοτέρου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ.
Επομένως, εικονική σύμβαση πωλήσεως, καθώς και η τυχόν υποκρυπτομένη σ' αυτή σύμβαση περί μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτου προς εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση αυτής, είναι άκυρη και δεν μετάγει την κυριότητα του ακινήτου στον εικονικό αγοραστή, έστω και αν γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-9-1992 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Γκουτζαμάνη, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Ε.
χας Λ. Κ., κυρίας ενός οικοπέδου εμβαδού 267,99 τμ που βρίσκεται στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης επί της οδού ..., και του Δ. Γ., εργολάβου, ανέλαβε ο τελευταίος να ανεγείρει επί του ως άνω οικοπέδου και με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο ακάλυπτο χώρο (πυλωτή) και πέντε κυρίους ορόφους πάνω από την πυλωτή.
Με το παραπάνω εργολαβικό συμβόλαιο συμφώνησαν ότι η οικοπεδούχος θα μεταβιβάσει στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα της υπεδείκνυε αυτός ποσοστό 44,80% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αναλογούσε στις διηρημένες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν σ' αυτόν, ως αντάλλαγμα για τις διηρημένες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν στην ίδια, πλήρως αποπερατωμένες και κατάλληλες για χρήση.
Ο εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να αποπερατώσει την οικοδομή μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την παράδοση του οικοπέδου, εκδόθηκε δε από την αρμόδια πολεοδομική αρχή η υπ' αριθμόν .../3-10-1992 άδεια. Στη συνέχεια η παραπάνω κυρία του οικοπέδου με το υπ' αριθμ. .../1992 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Γιαννακοπούλου-Ζάχου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το παραπάνω οικόπεδο στα τέκνα της Α., Χ.
και Ε., κατά ποσοστό 29,6%, 28,11% και 42,29% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα λόγω γονικής παροχής και υπογράφηκε μεταξύ των ως άνω συγκυρίων και του εργολάβου η υπ' αριθμ. .../11-2-1993 πράξη της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, με την οποία τροποποιήθηκε το παραπάνω προσύμφωνο εργολαβικό συμβόλαιο, ως προς τα πρόσωπα των οικοπεδούχων και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα ελάμβανε καθένας από αυτούς, επαναλήφθηκαν περαιτέρω όλοι οι όροι και συμφωνίες αυτού, ο δε εργολάβος επανέλαβε την υποχρέωσή του να αποπερατώσει την όλη οικοδομή μέσα σε 18 μήνες από την έκδοση της άδειας και την παράδοση του οικοπέδου.
Σύμφωνα με τον συνημμένο στο παραπάνω προσύμφωνο πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας της μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής, σε κάθε όροφο της οικοδομής αντιστοιχεί ποσοστό 17% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, κατανεμημένο σε δύο διαμερίσματα που αποτελούσαν τον κάθε όροφο, εκτός από τον 5ο όροφο της οικοδομής που αποτελείται από ένα διαμέρισμα εμβαδού 150 τμ μικτών και 114,5 τμ καθαρών, ενώ ορίστηκε ότι 15% εξ αδιαιρέτου αντιστοιχεί στην μελλοντική καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής που παρακρατήθηκε από τους οικοπεδούχους.
Το διαμέρισμα αυτό του 5ου ορόφου, το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ στην κατατεθείσα στην Πολεοδομία κάτοψη του εν λόγω ορόφου, αποτελούμενο από τέσσερα δωμάτια, σαλοτραπεζαρία με κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο wc και χωλ, με ποσοστό στο οικόπεδο 17% εξ αδιαιρέτου, που αποτελούσε μέρος της εργολαβικής αμοιβής, ο ανωτέρω εργολάβος προσυμφώνησε να μεταβιβάσει λόγω πώλησης δυνάμει του υπ' αριθμ. .../5-10-1993 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Λεμονιάς Θεοχαρίδου προς την εναγομένη και να το παραδώσει πλήρως αποπερατωμένο μέχρι 30-12- 1994, αντί αναγραφόμενου στο προσύμφωνο τιμήματος από 21.000.000 δρχ., καταβλητέο σε δόσεις ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και μέχρι 31-1-1995, ήτοι ένα μήνα μετά την παράδοση αυτού και πραγματικού τιμήματος 34.000.000 δρχ..
Κατά τον παραπάνω χρόνο υπογραφής του εν λόγω προσυμφώνου η όλη οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο κατασκευής του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ο ανωτέρω εργολάβος αντιμετώπιζε από την αρχή ακόμη σημαντικά οικονομικά προβλήματα και δεν είχε χρήματα προκειμένου να προχωρήσει στην ανέγερση της οικοδομής και την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, με συνέπεια να καθυστερεί την πρόοδο των εργασιών και την αποπεράτωση της οικοδομής, παρόλο που από την εναγομένη είχε ήδη λάβει τουλάχιστον το ποσό των 22.000.000 δρχ.
Έτσι, το Φεβρουάριο του 1994 εγκατέλειψε την οικοδομή ημιτελή και χωρίς να έχει αποπερατώσει την κατασκευή του ως άνω διαμερίσματος του 5ου ορόφου, το οποίο βρισκόταν στο στάδιο της τοιχοποιίας και των επιχρισμάτων. Έκτοτε η εναγομένη κατέβαλε η ίδια χρήματα στα συνεργεία που της υπεδείκνυε ο εργολάβος και από τον Ιούλιο του 1994, μετά από συμφωνία με τον εργολάβο και τους οικοπεδούχους, συνέχισε με δικά της έξοδα τις εργασίες για την ολοκλήρωση της κατασκευής του διαμερίσματος του 5ου ορόφου, αλλά και άλλων χώρων της οικοδομής, και τον Μάρτιο του 1994 εγκαταστάθηκε στο εν λόγω διαμέρισμα το οποίο έλαβε στη νομή και κατοχή της με τη συμφωνία και των οικοπεδούχων νομέων αυτού.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο ως άνω εργολάβος στις 30-4-1993, ήτοι πριν την σύνταξη του προαναφερόμενου προσυμφώνου μεταβίβασης ολόκληρου του 5ου ορόφου στην εναγομένη (5-10-1993) και μετά τη σύνταξη της τροποποιητικής σύμβασης του εργολαβικού συμβολαίου (11-2-1993), υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω πώλησης, στους ενάγοντες ένα διαμέρισμα εμβαδού 65 τμ του 5ου ορόφου της εν λόγω οικοδομής, ο οποίος όροφος ήδη, με βάση τα κατατεθειμένα στην πολεοδομία σχέδια και τον συνημμένο στο εργολαβικό συμβόλαιο πίνακα ποσοστών, αποτελούνταν από ένα μόνο διαμέρισμα με ποσοστό 17% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο.
Και συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-4- 1993 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Σιούλη-Στεφανίδου ο ίδιος παραπάνω εργολάβος προσυμφώνησε να μεταβιβάσει λόγω πώλησης στους ενάγοντες και κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου στον καθένα ένα διαμέρισμα του 5ου ορόφου της ως άνω οικοδομής, εμβαδού 65 τμ μικτών και 50 τμ καθαρών, αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, καθιστικό, κουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, με ποσοστό στο οικόπεδο 7/100 εξ αδιαιρέτου, έναντι τιμήματος από 7.000.000 δρχ., από τα οποία, κατά τα αναγραφόμενα στον εν λόγω προσύμφωνο 2.000.000 δρχ.
κατέβαλαν οι ενάγοντες σε μετρητά πριν εμφανισθούν στο συμβολαιογράφο, ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε σε δόσεις και συγκεκριμένα 2.000.000 δρχ. με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου που θα γινόταν με την αποπεράτωση του σκελετού, 1.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση της τοιχοποιίας μέχρι 30-7-1993, 1.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων μέχρι 30-10-1993 και 1.000.000 δρχ.
με την παράδοση του διαμερίσματος τελείως αποπερατωμένου στις 30-7-1994. Το παραπάνω διαμέρισμα κατά το χρόνο υπογραφής του ως άνω προσυμφώνου μεταβίβασης του στους ενάγοντες, δεν εμφανιζόταν στην κάτοψη του 5ου ορόφου που είχε κατατεθεί στην Πολεοδομία Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εκδοθεί η νόμιμη άδεια της οικοδομής, ούτε και έγινε οποιαδήποτε τροποποίηση ώστε να φαίνεται η ύπαρξη και κατασκευή του, ούτε και ποτέ κατασκευάσθηκε μέχρι και σήμερα από τον εργολάβο, ο οποίος είχε υποσχεθεί τη μεταβίβαση ολόκληρου του 5ου ορόφου στην εναγομένη κατά τα άνω.
Από το χρόνο υπογραφής του παραπάνω προσυμφώνου (30-4-1993) μεταξύ του εργολάβου και των εναγόντων, μέχρι και τον Φεβρουάριο του 1994 που κατά τα άνω ο εργολάβος εγκατέλειψε την οικοδομή, οι ενάγοντες ουδέποτε εμφανίστηκαν στην οικοδομή ή ενδιαφέρθηκαν για το διαμέρισμα που προσυμφώνησαν να αγοράσουν. Μετά την εγκατάλειψη της οικοδομής από τον εργολάβο, ο πρώτος ενάγων τον Φεβρουάριο του 1994 και αφού πληροφορήθηκε ότι η εναγομένη αγόρασε ολόκληρο τον 5ο όροφο της οικοδομής, επισκέφθηκε τον σύζυγο της Γ.
Τ. στο κατάστημα του επί της οδού ... και του κατέστησε γνωστό ότι ο εργολάβος του όφειλε το ποσό των 2.000.000 δρχ. από εκπρόθεσμη παράδοση ενός άλλου διαμερίσματος που είχε αγοράσει από αυτόν σε άλλη οικοδομή και ότι προς εξασφάλιση της απαίτησης του αυτής καταρτίστηκε μεταξύ τους το υπ' αριθμ. .../30-4-1993 παραπάνω προσύμφωνο για την πώληση διαμερίσματος του 5ου ορόφου της εν λόγω οικοδομής, εμβαδού 65 τμ.
και πρότεινε στην εναγομένη, δια του συζύγου της, να τους καταβάλει αυτή το ποσό των 2.000.000 δρχ. που τους όφειλε ο εργολάβος και να ακυρώσουν το προσύμφωνο, με βάση το οποίο είχε προσυμφωνηθεί εικονικά, η προς αυτούς μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος του 5ου ορόφου εμβαδού 65 τμ. μικτών. Τα ίδια παραπάνω περί οφειλής του εργολάβου στους ενάγοντες και περί κατάρτισης του προσυμφώνου μεταβίβασης της κυριότητος προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησης, επιβεβαίωσε στον σύζυγο της εναγομένης και ο εργολάβος της οικοδομής και κατόπιν αυτών η εναγομένη δέχθηκε την παραπάνω πρόταση και άρχισε διαπραγματεύσεις με τον εργολάβο, και συμφωνήθηκε τελικά να συνταχθεί στο όνομα της εναγομένης το οριστικό συμβόλαιο σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../1993 προσυμφώνου, προκειμένου να μεταβιβασθεί η κυριότητα του 5ου ορόφου στην εναγομένη, προς τούτο δε ο εργολάβος υπέγραψε τη σχετική δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου και κάλεσε τους οικοπεδούχους να υπογράψουν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Λεμονιάς Θεοχαρίδου, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η οριστικοποίηση του εν λόγω προσυμφώνου, λόγω άρνησης των οικοπεδούχων να υπογράψουν επειδή ο εργολάβος δεν είχε καταβάλει τις βαρύνουσες αυτόν εισφορές στο IΚΑ.
Μετά ταύτα η εναγομένη άσκησε κατά του εργολάβου αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του και κατά την 15-11-1994 που εκδικάστηκε η υπόθεση ο πρώτος ενάγων προσήλθε στο δικαστήριο προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας υπέρ της εναγομένης και μάλιστα δημιουργήθηκε και επεισόδιο μεταξύ αυτού και του εργολάβου.
Μετά ταύτα και στη συνέχεια, μέχρι και την εγκατάσταση της εναγομένης σε ολόκληρο τον 5ο όροφο τον Μάρτιο του 1995, οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή πρόβαλαν αντιρρήσεις ή προσκόμματα στην εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης του 5ου ορόφου (στον οποίο περιλαμβανόταν και το φερόμενο ως προσυμφωνηθέν να πωληθεί σ' αυτούς διαμέρισμα των 65 τμ.), στις οποίες εργασίες προέβη κατά τα άνω η εναγομένη με δικές της αποκλειστικά δαπάνες, στη συνέχεια δε αύξησαν το αιτούμενο από αυτούς ποσό των 2.000.000 δρχ.
σε 4.000.000 δρχ. προκειμένου να προβούν στην ακύρωση του προσυμφώνου και τελικά προέβησαν με αυτοσύμβαση στη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../3-5-1996 οριστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση, σε εκτέλεση του παραπάνω προσυμφώνου, δυνάμει του οποίου (οριστικού συμβολαίου) διατείνονται ότι απέκτησαν την κυριότητα του διαμερίσματος των 65 τ.μ.
μικτών στον 5ο όροφο της εν λόγω οικοδομής αιτούμενοι την απόδοσή του από την εναγομένη. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης προέκυψε, ότι η σύμβαση πώλησης που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. .../3-5-1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση, που συντάχθηκε σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../30-4-1993 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Σιούλη-Στεφανίδου, δυνάμει των οποίων (συμβολαίων) επικαλούνται οι ενάγοντες ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος, είναι άκυρη ως εικονική, διότι οι συμβαλλόμενοι, εργολάβος και ενάγοντες, δεν απέβλεψαν στη μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω διαμερίσματος, αλλά επεδίωξαν μέσω της μεταβίβασης την εξασφάλιση της απαίτησης του πρώτου των εναγόντων κατά του εργολάβου- φερομένου πωλητή, ύψους 2.000.000 δρχ., προερχόμενης από απαιτήσεις του από την εκπρόθεσμη παράδοση σ' αυτόν ενός διαμερίσματος εμβαδού 144, 20 τ.μ.
του 5ου ορόφου μιας οικοδομής επί της οδού ... και ... στη Θεσσαλονίκη, που είχε αγοράσει αυτός από τον ίδιο εργολάβο σε προγενέστερο χρόνο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../4-11-1988 προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Στεφανίδου, για το οποίο διαμέρισμα το οριστικό συμβόλαιο καταρτίσθηκε με αυτοσύμβαση στις 31-12-1993, ήτοι μετά πέντε έτη από της υπογραφής του προσυμφώνου, καθότι ο εργολάβος δεν ήταν σε θέση να συμπράξει στη μεταβίβασή του.
Ειδικότερα το ως άνω προσύμφωνο δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, δηλαδή ήταν εικονικό, πράγμα που γνώριζαν οι παραπάνω συμβαλλόμενοι κατά την κατάρτισή του. Και συγκεκριμένα οι συμβαλλόμενοι, ενάγοντες και εργολάβος, ήθελαν πραγματικά όχι να πωληθεί μελλοντικά στους ενάγοντες το εν λόγω διαμέρισμα, αλλά να εξασφαλιστεί η πιο πάνω απαίτηση του πρώτου ενάγοντος, δηλαδή τα 2.000.000 δραχμές που του όφειλε ο εργολάβος.
Έτσι το προσύμφωνο, ως εικονικό αναφορικά με την πώληση και ως αντίθετο προς τα άρθρα 174, 1033 και 1239 Α.Κ. σχετικά με τη μεταβίβαση, είναι άκυρο. Γι' αυτό και η μεταβίβαση στους ενάγοντες, η οποία έγινε με το υπ' αριθμ. .../1996 οριστικό συμβόλαιο σε εκτέλεση του προσυμφώνου και με βάση τον όρο για αυτοσύμβαση (αναφορικά με τους οικοπεδούχους και τα ποσοστά επί του οικοπέδου), είναι άκυρη, αφού αποδείχθηκε πλήρως, ότι οι γενόμενες με το επίδικο προσύμφωνο και οριστικό συμβόλαιο δηλώσεις βουλήσεως, τόσο των εναγόντων με τις ιδιότητες που παρίστανται, όσο και του εργολάβου, για την περιεχόμενη στα συμβόλαια αυτά δικαιοπραξία της πώλησης και της μεταβίβασης της κυριότητας του εν λόγω διαμερίσματος, δεν έγιναν στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά και ότι αυτό που θέλησαν πράγματι οι αντισυμβαλλόμενοι δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, αλλά ότι οι εικονικές αυτές δηλώσεις έγιναν για τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν, ήτοι, την εξασφάλιση των προαναφερόμενων απαιτήσεων του αντισυμβαλλόμενου πρώτου ενάγοντος.
Δηλαδή, ο εργολάβος Δ. Γ. και οι ενάγοντες συμφώνησαν να προβούν στην κατάρτιση του ανωτέρω προσυμφώνου, με το οποίο υποσχέθηκε ο εργολάβος να πωλήσει και να μεταβιβάσει εικονικά την κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος εμβαδού 65 τμ. του 5ου ορόφου προς αυτούς, προκειμένου να εξασφαλισθούν οι ως άνω απαιτήσεις του πρώτου ενάγοντος κατά του εργολάβου, ενώ δεν καταβλήθηκε εκ μέρους των φερόμενων ως αγοραστών - εναγόντων οποιοδήποτε ποσό προς τον φερόμενο ως πωλητή - εργολάβο έναντι του αναγραφόμενου στο προσύμφωνο και οριστικό συμβόλαιο τιμήματος.
Επομένως, η προβαλλόμενη κατά τα άνω από την εναγομένη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο νόμιμη ένσταση ακυρότητας της επικαλούμενης από τους ενάγοντες μεταβίβασης της κυριότητας, λόγω εικονικότητας, υποκρυπτόμενης στην πραγματικότητα καταπιστευτικής μεταβίβασης που είναι άκυρη ως αντίθετη στο νόμο (άρθρα 138, 1033, 513 Α.Κ.), την οποία επαναφέρουν νόμιμα, είναι βάσιμη από ουσιαστική άποψη, αφού υπό την εικονική πώληση καλύπτεται σύμβαση καταπιστευτικής μεταβιβάσεως της κυριότητος του ακινήτου, η οποία, ως αντικείμενη σε απαγορευτικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι άκυρη.
Ενόψει δεν των όσων αποδείχτηκαν, οι ενάγοντες δεν έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και, επομένως ,πρέπει, κατά παραδοχή της πιο πάνω ένστασης της εναγομένης, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη". Ακολούθως, κατόπιν επικυρώσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε το Εφετείο, ότι το υπ' αριθμ. .../3.5.1996 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννου Μπαρότσου, ήταν εικονικό και άκυρο, διότι οι σ' αυτό περιεχόμενες δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, περί δήθεν πωλήσεως στους αναιρεσείοντες του επιδίκου διαμερίσματος, δεν έγιναν σπουδαίως, αλλά κατά το φαινόμενο, εν γνώσει της εικονικότητος όλων των συμβαλλομένων, καθώς και ότι υπό την εικονική ως άνω πώληση υπεκρύπτετο καταπιστευματική μεταβίβαση της κυριότητος του επιδίκου διαμερίσματος προς εξασφάλιση απαιτήσεως του φερομένου ως αγοραστού στην σύμβαση αυτή πρώτου αναιρεσείοντος κατά του φερομένου ως πωλητού σ' αυτή Δ.
Γ. εκ 2.000.000 δραχμών, απορρεούσης από την προς αυτόν (στον πρώτο αναιρεσείοντα) πώληση άλλης οριζοντίου ιδιοκτησίας και την αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων του εν λόγω πωλητού ως προς την έγκαιρη παράδοση του διαμερίσματος αυτού. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, γιατί εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα περιστατικά περί της εικονικότητος του άνω πωλητηρίου συμβολαίου και της σε αυτό ενσωματωμένης εμπραγμάτου συμβάσεως με αντικείμενο την μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος προς τους αναιρεσείοντες, εντεύθεν δε και περί της ακυρότητος λόγω εικονικότητος των εν λόγω δικαιοπραξιών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το άνω δικαστήριο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον πρώτο λόγο, του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, και πρώτο, δεύτερο και τρίτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, με τον δεύτερο κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως προβάλλονται αιτιάσεις για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί την μη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της στην αγωγή των αναιρεσειόντων αναφερομένης πολυωρόφου οικοδομής, όσον αφορά το επίδικο διαμέρισμα των 65 τ.μ., μη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο κτήσης κυριότητας από τους αναιρεσείοντες, παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1001, 1002, 1102, 1117 ΑΚ.
Οι αιτιάσεις αυτές, είναι απορριπτέες ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων από τον παραπάνω λόγο, αλλά λόγω της εικονικότητος και της εξ αιτίας αυτής ακυρότητος της προαναφερομένης πωλήσεως.
ΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).
Συνεπώς, δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ. 469/1984), ενώ, αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν ισχυρισμούς λυσιτελείς, ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ. 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ. 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8β Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον στην αγωγή των αναιρεσειόντων διαλαμβανόμενο ουσιώδη ισχυρισμό περί του ότι το επίδικο διαμέρισμα των 65 τ.μ.
περιλαμβανόταν στην νομίμως, με βάση τα στην αγωγή αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, συσταθείσα οριζόντια ιδιοκτησία επί της στην αγωγή αυτή μνημονευομένης πολυωρόφου οικοδομής. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό, πλην όμως έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή της υπό της αναιρεσειούσης προταθείσης ενστάσεως εικονικότητος του άνω πωλητηρίου συμβολαίου και όχι λόγω της μη νομίμου συστάσεως της οριζοντίου ιδιοκτησίας, στην οποία, κατά τις σχετικές παραδοχές, περιλαμβάνεται και το επίδικο διαμέρισμα.
Επομένως, ο άνω αναιρετικός λόγος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο, κατά το τέταρτο μέρος, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υπό των αναιρεσειόντων προταθέντα ισχυρισμό, ότι μεταξύ αυτών και του άνω πωλητού του επιδίκου διαμερίσματος αρχικά είχε συμφωνηθεί ως εμβαδόν του τα 60 τ.μ.
και κατόπιν τα 65 τ.μ. για λόγους αναγομένους στην λειτουργικότητα των εσωτερικών αυτού χώρων. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλ' απλό πραγματικό επιχείρημα στα πλαίσια της γενικής και ανεπτυγμένης αρνήσεως της ενστάσεως εικονικότητος από τους αναιρεσείοντες και, επομένως, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ο οποίος για τον λόγο αυτό είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Παρεκτός του ότι το Εφετείο απήντησε και στον ισχυρισμό αυτό, όπως προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών του και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι, προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, και τέταρτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (αλλά και από τον αριθμό 8β του ιδίου άρθρου με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, πράγματι όμως από τον αριθμό 11γ, κατ' ορθή υπαγωγή του, στον λόγο αυτό, αναφερομένου νομικού σφάλματος) συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες νομίμως επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους και προσεκόμισαν στο Εφετείο και ειδικότερα, α) τα υπ' αριθμ. .../1992, .../1992, .../1993 και .../1996 συμβολαιογραφικά έγγραφα, β) το διάγραμμα (κάτοψη) του πέμπτου ορόφου της άνω πολυκατοικίας, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συστατικής πράξεως που περιέχεται στην .../1992 συστατική πράξη, γ) την από 23/11/2001 βεβαίωση της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος περί αναλήψεως από τους αναιρεσείοντες από τραπεζικό τους λογαριασμό στην εν λόγω τράπεζα του ποσού των 4.500.000 δραχμών, δ) σχεδιάγραμμα κατόψεως του επιδίκου διαμερίσματος, επισυναφθέν στο υπ' αριθμ. .../30.4.1993 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Στεφανίδου. Από την στην προσβαλλομένη, όμως, απόφαση ενυπάρχουσα διαβεβαίωση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσαχθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύονται τα ανωτέρω υπό στοιχ.
α', β', γ' και δ' έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι συνεκτιμήθησαν και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενες άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
IV. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ' αυτό, εκ της εν λόγω δε συνεκτιμήσεως άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από την συνεκτίμηση άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ' αριθμ. .../ 1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ελένης Γκουτζαμάνη, κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της περί εικονικότητος ως άνω ενστάσεως της αναιρεσιβλήτου από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως μαρτύρων και εγγράφων, τα οποία προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι που έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων για το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητος, χωρίς να μορφώσει την εν λόγω δικανική κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν, κατά το περιεχόμενό του, ως άνω έγγραφο, (σχετιζόμενο με την νόμιμη υπόσταση της οριζοντίου ιδιοκτησίας, την οποία, όμως, το Εφετείο έκρινε ως υφισταμένη), χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, αναφορικώς προς το περί υπάρξεως της εικονικότητος ανωτέρω πόρισμα.
Επομένως, ο προαναφερόμενος (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/6/2010 αίτηση των Σ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 431/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 4-10-2011 πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ