Supreme Court dismisses appeal for lack of specific facts and clear violation of substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Larissa Daycare Organization against lower court decisions regarding employee bonuses. The appellant argued the original suit was vague and violated constitutional principles but failed to provide specific factual premises supporting these claims. The court ruled that without detailed exposure of the factual assumptions underlying the lower court's decision, a direct violation of substantive law cannot be proven, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a direct violation of substantive law is inadmissible if the factual premises relied upon by the court of first instance are not clearly and fully exposed in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 920 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Βρεφονηπιακών και Παιδικών Σταθμών Δήμου Λάρισας" το οποίο εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Βλιτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., 2)..., 3)..., 4)..., 5. ..., 6)..., 7)..., 8)..., 9)..., 10)..., 11).... 12)..., 13)..., 14)..., 15)..., 16)..., 17)..., 18)... και 19)..., όλων κατοίκων .... Δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 188/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 14-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...και ...εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 14-10-2008 ένδικης αίτησης του ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Οργανισμός Βρεφονηπιακών και Παιδικών Σταθμών Δήμου Λάρισας", για αναίρεση των 188/2008 και 71/2006 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και του Ειρηνοδικείου Λάρισας, αντίστοιχα, με τις προσαρτώμενες σ' αυτή πράξεις α) του Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται το παρόν (Β2) Τμήμα αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης και β) του Πρόεδρου του παρόντος Τμήματος, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η παρούσα, καθώς και κλήση για συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Πρέπει, επομένως, εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νόμιμη, από τη σειρά του οικείου πινακίου, εκφώνηση της υπόθεσης, να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ 2 ΚΠολΔ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 και 554 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι τελεσίδικες αποφάσεις, εναντίον των οποίων και στρέφεται το ένδικο αυτό μέσον. Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων υπόκεινται σε αναίρεση απευθείας, μόλις γίνουν τελεσίδικες. Εάν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τότε, εάν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή η έφεση απορριφθεί κατ' ουσίαν είτε γίνει δεκτή.
Ως κατ' ουσίαν απόρριψη θεωρείται και η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος. Στην περίπτωση αυτή τα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αν θεμελιώνουν αναιρετικούς λόγους, προτείνονται ως λόγοι αναιρέσεως κατά της ερήμην του εκκαλούντος αποφάσεως του Εφετείου, που ενσωματώνει την πρωτόδικη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος η 71/2006 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο-εργοδότης των εναγόντων να καταβάλει στους τελευταίους τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του εναγομένου, επί της οποίας εκδόθηκε η 188/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και με την οποία η έφεση απορρίφθηκε, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος (άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το εναγόμενο άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητείται η αναίρεση και των δύο ως άνω αποφάσεων, ήτοι του Ειρηνοδικείου και του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Η αίτηση αυτή, καθόσον απευθύνεται κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, παραδεκτά ασκείται, εφόσον το αναιρεσείον, με δήλωσή του, που περιέχεται σ' αυτή και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 98 παρ. 2, 296 και 299 ΚΠολΔ).
Καθόσον, όμως, απευθύνεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης, η αίτηση είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων καθώς και οι αποφάσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται να προσβληθούν με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, μόνο 1)αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν συντρέχει περίπτωση μη νόμιμης συγκρότησης του δικαστηρίου, 3) αν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία του ή την καθ' ύλη αρμοδιότητά του και 4) αν αποκλείστηκε παράνομα η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νόμιμη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ., αντιστοίχως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή στους ενάγοντες, υπαλλήλους του εναγομένου, επιδόματος, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που την θεμελιώνουν και ειδικότερα δεν αναφέρεται το είδος της παρεχόμενης από τους ενάγοντες εργασίας τους.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται ποσοτική αοριστία της αγωγής και, επομένως, ελέγχεται αναιρετικά, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ , είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι ο λόγος αυτός δεν περιέχεται στους προβλεπόμενους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ 2ο, 3ο και 4ο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάσθηκαν διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν ορθά και ειδικότερα α) των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 Ν. 2470/1997, 48 παρ. 3 ΝΔ περί παραγραφής (μέρους) τω ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων και 281 Α.Κ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αόριστοι, καθόσον στο αναιρετήριο ουδόλως εκτίθενται οι παραδοχές, στις οποίες στηρίχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, για να εξαγάγει το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο, κατά τα άνω, κατέληξε, ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, συνακόλουθα δε να γίνει εφικτός και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2008 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. "Οργανισμός Βρεφονηπιακών και Παιδικών Σταθμών Δήμου Λάρισας", για αναίρεση των 71/2006 και 188/2008 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Λάρισας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αντίστοιχα.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ