Legislator Case Law & Legislation
920/2007 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for violating interpretative rules of Greek Civil Code regarding contract clauses.

Case Number 920/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision of 7695/2004, remanding the case for retrial. The appellants argued the lower court erred by conflating two distinct contractual clauses regarding liquidated damages and rent retention into a single obligation. The court found the appellate court violated interpretative rules of the Civil Code by failing to distinguish these separate agreements and applying contradictory reasoning. Consequently, the decision was overturned to ensure proper legal interpretation of the contract terms.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Greek Civil Code; The court must strictly apply interpretative rules to distinguish separate contractual obligations and cannot conflate distinct clauses regarding damages and retention of rent without clear justification.

Keywords

AI generated
Greek Civil Code interpretative rules contractual clauses liquidated damages retention of rent appeal annulment legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Greek Civil Code
Article 200 of the Greek Civil Code
Article 508(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 920 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 920/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)........ και 2) ..........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-1-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)............και 2)...............,οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Καραβίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-1998 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ............,που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2908/1999 μη οριστική, 524/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7695/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Μαρτίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβιάζονται σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση κενού ή αμφιβολίας για την έννοια μιας δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ή δεν παραθέτει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 28/1997, Ο. ΑΠ 30/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο, μέρος δεύτερο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και εκ πλαγίου με το να περιλάβει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με το ....... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευανθίας Μαρκουλάκου - Λεμονή, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο καθολικός δικαιοπάροχος των εναγουσών ......... πώλησε στους εναγομένους και ήδη εφεσίβλητους -εκκαλούντες κατά ποσοστό 90% και 10% αντιστοίχως ένα εξαώροφο ημιτελές κτίριο στην Αθήνα και επί της λεωφόρου ........

αριθ.... Με το ίδιο συμβόλαιο ανέλαβε περαιτέρω ο εν λόγω να αποπερατώσει το ακίνητο, όπως και τους περιβάλλοντες κοινόχρηστους χώρους του, με δικά του μέσα και τεχνικό προσωπικό, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη συνημμένη στο συμβόλαιο οικεία συγγραφή υποχρεώσεων. Ως χρόνος παράδοσης του έργου, πλήρως και ολοσχερώς αποπερατωμένου, ορίσθηκε η 1η-5-1997, ως τίμημα δε το ποσό των 332.596.000 δραχμών, το οποίο και πιστώθηκε για τρεις μήνες από την υπογραφή του συμβολαίου, προκειμένου να χορηγηθούν μέχρι τότε στους αγοραστές -εργοδότες ισόποσα δάνεια από τραπεζικά πιστωτικά ιδρύματα.

Συναφώς και για την περίπτωση καθυστέρησης της αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου πέραν του μηνός από τον άνω χρόνο παράδοσης του, συνομολογήθηκε περαιτέρω σε βάρος του εργολάβου αποζημίωση και ποινική ρήτρα ποσού 4.000.000 δραχμών για κάθε έναν από τους επόμενους έξι μήνες, μετά την παρέλευση των οποίων οι εργοδότες θα εδικαιούντο είτε να εξακολουθήσουν να του καταλογίζουν το ίδιο μηνιαίο ποσό είτε να κηρύξουν αυτόν έκπτωτο και να αποπερατώσουν οι ίδιοι το έργο.

Αυθημερόν και μετά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου, οι συμβαλλόμενοι κατάρτισαν μεταξύ τους το, ομοίως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, από ......... ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο πωλητής -εργολάβος ανέλαβε την περαιτέρω υποχρέωση έναντι των αγοραστών - εργοδοτών να τους παραδώσει το κτίριο μισθωμένο σε πρόσωπο ή πρόσωπα της έγκρισής τους, αντί μηνιαίου μισθώματος 4.000.000 δραχμών.

Περαιτέρω ορίσθηκε ότι "για την ανειλημμένη αυτή υποχρέωσή του, ο πωλητής ............δέχθηκε ως εγγύηση εκτελέσεως και παρακράτησαν στα χέρια τους οι αγοραστές από το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης το ποσό των σαράντα οκτώ εκατομμυρίων δραχμών (48.000.000), ήτοι τα μισθώματα ενός έτους και θα το αποδώσουν στον πωλητή μετά τη σύναψη των μισθώσεων ολόκληρης της οικοδομής και την παράδοση όλων των μισθωτηρίων συμφωνητικών από τον πωλητή στους αγοραστές ......

και ............ Ρητώς συμφωνείται ότι το ποσό του άνω παρακρατουμένου από τους αγοραστές ποσού των 48.000.000, θα μειώνεται και θα αποδίδεται στον πωλητή κατά το μίσθωμα, που θα επιτυγχάνεται μετά μίσθωση οριζόντιας ή οριζόντιων ιδιοκτησιών τμηματικώς από την 1 Μαΐου 1997 μέχρι 30 Απριλίου 1998". Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, καθίσταται προφανές ότι η υπό κρίση αγωγή στηρίζεται κατά την, κριθείσα νόμιμη και εξεταζόμενη, κυρία βάση της στις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 682, 694 Α.Κ., περί σύμβασης έργου και όχι στις διατάξεις περί πώλησης, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με την έφεσή τους.

Οι ίδιοι πρωτοδίκως, υπολαμβάνοντας πάντα ότι υπόκειται αγωγή από πώληση πράγματος, ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους ότι ο αντίδικός τους δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, αφού το έργο είχε ελλείψεις και προβλήματα λειτουργίας του φωτισμού, του εξαερισμού και του κλιματισμού του, χωρίς άλλη διευκρίνιση.

Ο ισχυρισμός αυτός (που δε συνοδευόταν από αίτημα αναστροφής της σύμβασης ή αποζημίωσης, ή μείωσης της αμοιβής), τον οποίο οι εναγόμενοι επιχείρησαν να θεμελιώσουν στο άρθρο 516 Α.Κ. (ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος), πλην όχι νομίμως, αφού εδώ υπόκειται αγωγή από σύμβαση έργου, άρα αποκλείεται η εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 374-378 Α.Κ., είναι δε κάθε περίπτωση αόριστος, αφού δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι επικαλούμενες επιμέρους ελλείψεις και τα επικαλούμενα λειτουργικά προβλήματα του έργου και, αντιστοίχως, τα απαιτούμενα ή απαιτηθέντα για την αποκατάστασή τους ποσά, αλλ' αντ' αυτού γίνεται ανεπίτρεπτη αναφορά σε προσκομιζόμενα έγγραφα, προερχόμενα από τη μισθώτρια του κτιρίου εταιρία, όπου αυτή επικαλείται, διαμαρτυρόμενη, τα ελαττώματα αυτά του μισθίου.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, δικαστήριο, αποφαινόμενο ομοίως επί των ανωτέρω ζητημάτων, ουδόλως έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με την έφεσή τους, με την οποία, μάλιστα, απαραδέκτως επιχειρούν για πρώτη φορά να καταστήσουν ορισμένη την εν θέματι ένστασή τους, συγκεκριμενοποιώντας τις επίμαχες ελλείψεις και τα προβλήματα και παραθέτοντας σχετικά τιμολόγια δαπανών για την αποκατάστασής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Τελικώς, το έργο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στους αγοραστές πλήρως και ολοσχερώς αποπερατωμένο και μισθωμένο σε εταιρία της έγκρισης τους, την 1-8-1997, ήτοι με τρίμηνη καθυστέρηση, και όχι την 1-9-1997, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι. Τούτο αποδεικνύεται από τις ρητές και με λόγο γνώσεως συναφείς καταθέσεις των δύο εξεϊασθέντων μαρτύρων των εναγουσών, προκύπτει δε και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από αυτές από .......

ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης του κτιρίου στη μισθώτρια εταιρία "Ελληνική Επιστημονική Α.Ε.", όπου αναφέρεται. ως χρόνος έναρξης της μίσθωσης η 1η-8-1997, του ισχυρισμού των εναγομένων ότι η μη παράδοση του έργου έγινε ένα μήνα αργότερα μη αποδεικνυόμενου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Δεχόμενο, επομένως, και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως χρόνο παράδοσης του έργου την 1η-8-1997, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με την έφεσή τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση αυτή στο σύνολό της, μη υπάρχοντος άλλου λόγου.

Τέλος, καθώς συνομολογείται, οι εναγόμενοι κατέβαλαν εν επιδικία στις ενάγουσες μέρους του επίδικου ποσού, από 24.000.000 δραχμές, δυνάμει της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από αυτούς από ....... απόδειξης παραλαβής ισόποσων επιταγών. Ενόψει των ανωτέρω και με βάση τα διαλαμβανόμενα στο καταρτισθέν μεταξύ του ........

και των εναγομένων από ........ ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, λόγω της ασαφούς διατύπωσης σ΄ αυτό της βούλησης των μερών και της εντεύθεν ανάγκης ερμηνείας της αληθινής βούλησής τους, σύμφωνα με τους επιβαλλόμενους από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. κανόνες, δηλαδή χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι με το εν λόγω συμφωνητικό, το οποίο καταρτίσθηκε αμέσως μετά την υπογραφή του άνω συμβολαίου, οι συμβαλλόμενοι καθόρισαν τρόπο εξόφλησης του συμβατικού τιμήματος.

Έτσι, μέρος αυτού από 48.000.000 δραχμές παρακρατήθηκε από τους αγοραστές ως εγγύηση εκτέλεσης από πλευράς πωλητή της συμφωνίας παράδοσης μισθωμένου του κτιρίου, συμφώνησαν δε αυτοί, ότι το ποσό θα αποδιδόταν στον τελευταίο τμηματικά και σε 12 μηνιαίες δόσεις των 4.000.000 δραχμών η καθεμιά, δηλαδή ισόποσες με το συμβατικό μηνιαίο μίσθωμα των 4.000.000 δραχμών, που θα εισέπρατταν οι πρώτοι από τον μισθωτή ή τους μισθωτές κατά το πρώτο έτος της μίσθωσης.

Ακολούθησε η επί τρίμηνο καθυστέρηση στην παράδοση του έργου, αποπερατωμένου και μισθωμένου, και η εντεύθεν γένεση της υποχρέωσης του πωλητή προς αποζημίωση των αγοραστών για το διαφυγόν τους κέρδος (δηλ. την απώλεια μισθωμάτων) κατά το διάστημα τούτο. Το ύψος της συμβατικής αυτής αποζημίωσης (όπως και της ποινής) είχε καθορισθεί, καθώς προαναφέρθηκε, με το πωλητήριο συμβόλαιο στο ποσό επίσης των 4.000.000 δραχμών μηνιαίως.

Από τη σύμπτωση των δύο τούτων ποσών, όπως και από το γεγονός ότι, τόσο το συμβόλαιο, όσο και το ιδιωτικό συμφωνητικό υπεγράφησαν αλληλοδιαδόχως εντός της ίδιας μέρας, συνεκτιμώμενου δε και του ότι οι αγοραστές κατέβαλαν διαρκούσης της εκκρεμοδικίας στις αντιδίκους τους 24.000.000 δραχμές έναντι της επίδικης αξίωσης τους κατ' αυτών και δεν τις συμψήφισαν με δικές τους αντίθετες αξιώσεις, προκύπτει.

κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι τελικώς, τόσο με το συμβόλαιο, όσο και με το συμφωνητικό, συνομολογήθηκε και ρυθμίστηκε η ίδια (δηλ. μία) αποζημίωση, που θα προήρχετο από την υπερημερία του εργολάβου στην παράδοση του έργου, ενώ αντιστοίχως αποδείχθηκε ότι μία και μόνη (δηλ. η απώλεια των μισθωμάτων) υπήρξε η εντεύθεν ζημία των εργοδοτών.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, δικαστήριο, το οποίο, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων, συμψήφισε με την ένδικη αγωγική απαίτηση των 12.000.000 (48.000.000 - 12.000.000 - 24.000.000) δραχμών ποσό 8.000.000 δραχμών για την καταπεσούσα σε βάρος των εναγουσών ποινική ρήτρα των 8.000.000 δραχμών (δηλ.4.000.000 δρχ.Χ 2 μήνες, αφού η καθυστέρηση για τον πρώτο μήνα ορίσθηκε μη αποζημιωτέα) και τελικώς δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και για 4.000.000 δραχμές βάσιμη κατ' ουσία, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως και στην εκτίμηση των αποδείξεων".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού προέβη σε κακή εφαρμογή τους, και εκ πλαγίου με το να περιλάβει επ΄ αυτού αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι ενώ αρχικώς δέχεται ότι η ποινική ρήτρα που περιλήφθηκε στο συμβολαιογραφικό πωλητήριο - εργολαβικό και που αφορούσε την αποπεράτωση και παράδοση εγκαίρως του έργου, ποσού 4.000.000 δρχ.

μηνιαίως, ήταν διάφορο και δεν ταυτιζόταν με το δικαίωμα παρακράτησης των μισθωμάτων, ποσού 4.000.000 δρχ. για κάθε μηνιαίο μίσθωμα, που αφορούσε εγγύηση εκτελέσεως της συμφωνίας μισθώσεως του κτιρίου για το συγκεκριμένο διάστημα από ...... μέχρι ....... και η οποία είχε συμφωνηθεί με το ξεχωριστό από ......... ιδιωτικό συμφωνητικό και με διαφορετικές προϋποθέσεις, περαιτέρω, εφαρμόζοντας τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, δέχεται ότι από το γεγονός ότι τόσο το συμβόλαιο, όσο και το ιδιωτικό συμφωνητικό υπεγράφησαν αλληλοδιαδόχως εντός της ίδιας ημέρας, συνομολογήθηκε και ρυθμίστηκε η ίδια (δηλ.

μία) αποζημίωση, που θα προήρχετο από την υπερημερία του εργολάβου στην παράδοση του έργου και ότι αντιστοίχως ότι μία και μόνη (δηλ. η απώλεια των μισθωμάτων) υπήρξε η εντεύθεν ζημία των εργοδοτών, ενώ, εφαρμόζοντας ορθά τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, έπρεπε να δεχθεί ότι συνομολογήθηκαν σωρευτικώς δύο διαφορετικές αποζημιώσεις.

Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 508 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7695/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ