Legislator Case Law & Legislation
920/2006 AI generated

Supreme Court dismisses I.K.A. appeal on lawyer fees, ruling public entity not exempt from Code of Lawyers provisions.

Case Number 920/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Social Security Institute's (I.K.A.) appeal against a lower court ruling regarding a lawyer's fees. The I.K.A. argued that the lower court incorrectly applied general lawyer fee statutes instead of specific public sector regulations. The court held that the I.K.A. is not exempt from the Code of Lawyers when employing a lawyer under a fixed-fee contract, thus validating the lower court's application of the general fee schedule.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100(1), 107(1) of the Code of Lawyers; The Code of Lawyers applies to lawyers employed by public entities under fixed-fee contracts, excluding the special public sector fee regulations.

Keywords

AI generated
Code of Lawyers public entity lawyer fees fixed fee contract legal representation administrative appeal statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 12(1) and (2) of Law 2298/1995
Article 28(3) of Law 2579/1998
Article 42 of Law 2721/1999
Article 100(1) of the Code of Lawyers
Article 107(1) of the Code of Lawyers
Article 110 of the Code of Lawyers
Article 161(4) of the Code of Lawyers
Article 23(5) of Presidential Decree 282/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 920 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο – Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ» (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χαράλαμπο Μπρισκόλα Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Κωστόπουλο και Αριστέα Μαρούντα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10 Νοεμβρίου 2003 αίτησή του και με τους από 9 Σεπτεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανάγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, προσκομίζεται η 112/2004 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999. ΄Οπως προκύπτει από την παραπάνω γνωμοδότηση η γνώμη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αναφέρεται στους προβαλλόμενους με το αναιρετήριο δύο λόγους και στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και όχι ω προς τον πρώτο πρόσθετο λόγο, με τον οποίο το αναιρεσείον ΙΚΑ – ΕΤΑΜ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι για τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσίβλητου, Δικηγόρου του αναιρεσείοντος, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρ. 100 παρ. 1 και 107 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954, ενώ εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις της ΚΥΑ 118877/2240/Α0012/ΠΟΛ 1314/21-2-2000 που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρ. 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 (άρθρ. 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2721/1999, δηλαδή της μη καταθέσεως εντός της αναφερομένης στο άρθρο αυτό τριμήνου προθεσμίας θετικής περί του λόγου αυτού γνώμης.

Επειδή με τους δύο λόγους του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από τους αριθμ. 19 και 8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση 45/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της 34/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, οι πλημμέλειες το μεν ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το δε ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από το αναιρεσείον και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι λόγοι όμως αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρ. 560 Κ.Πολ.Δ., για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατ΄ αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατ΄ αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ορίζονται περιοριστικώς, στους λόγους δε αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι πιο πάνω λόγοι από το άρθρ. 559 αριθ. 19 και 8 του Κ.Πολ.Δ.. Επομένως πρέπει ν΄ απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, στο Ν.Δ. 3026/1954 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων», ορίζονται τα εξής : α) στο άρθρο 92 παρ. 1 : Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανoνίζoνται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος, ή κατ΄ ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.

Πάσα συμφωνία περί λήψεωc μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της, β) στο άρθρο 98 παρ.1 και 2 : Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου oρίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζoυσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις. Γ) στο άρθρο 100 παρ. 1 : Το ελάχιστον όριον της αμοιβής δια την σύνταξιν κύριας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ... , παρ. 4 :

Εάν το αντικείμενον της αγωγής δεν δύναται φύσει να αποτιμηθεί εις χρήμα, το όριο τούτον συνίσταται εις δρχ. 20 δια τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγάς, δρχ. 50 δια τα ενώπιον του Πρωτοδικείου και δρχ. 100 δια τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας. δ) στο άρθρο 107 παρ.1 : Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το δια την σύνταξιν αγωγής κ.λ.π. oριζόμενo εν άρθρο 100 επ., του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ αυτής.

Πάντως όμως ουδέποτε είναι κατώτερο των 20 δρχ. δια τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου υποθέσεις και των δρχ.50 δια τας ενώπιον του Πρωτοδικείου τοιαύτας, ε) στο άρθρο 109 : Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεως, πλην των ρητώς εν των παρόντι νόμω άλλως κανoνιζόμενων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου και του Πρωτοδικείου το ελάχιστον όριον αμοιβής, είναι, δια μεν το Ειρηνοδικείον δρχ. 20, δια δε το Πρωτοδικείο δρχ. 40.

στ) στο άρθρο 110 παρ. 1 : Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης ενώπιον του Εφετείου συζητήσεως πάσης υποθέσεως, το ελάχιστον όριον αμοιβής των Δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι το διπλάσιον του δια τον Δικηγόρον του ενάγοντος ή του αιτούντος καθοριζομένου εν άρθρω 107 παρ. 1 ορίου αμοιβής δια τα προτάσεις της πρώτης πρωτοδίκου συζητήσεως, δια δε την σύνταξιν, προτάσεων εφ΄ εκάστης των επομένων συζητήσεων είναι το διπλάσιον του εν άρθρ. 107 παρ. 2 ορίου, πάντως όμως κατ΄ αμφοτέρας τας περιπτώσεις το όριον τούτο δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχμών 80 , ζ) Στο άρθρο 111:

Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεων ενώπιον του Εφετείου, το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχμαί 50. η) Στο άρθρο 125 παρ . 2 : Δια την σύνταξιν εφέσεως κατ΄ αποφάσεως μεν του Ειρηνοδικείου ή του Ειρηνοδίκου το όριον τούτο είναι δραχμ. 20, κατ΄ αποφάσεως δε του Πρωτοδικείου ή Διαιτητικού Δικαστηρίου ή Προέδρου ή Διαιτητού είναι δραχ. 40.

Εξ άλλου, το άρθρο 7 παρ. 2 Ν. 2753/1999 « Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις»

ορίζει ότι : Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας.

Η ισχύς της παραπάνω διάταξης σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 12 του Ν. 285/2000, αρχίζει από το έτος 2000 το οποίο και λογίζεται για την έναρξη της περιόδου που ορίζεται σε αυτή. Κατ' εξουσιοδότηση του παραπάνω νόμου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1314/21-12-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ήδη έχει εκδοθεί και η υπ' αριθμ. 1473/23-9-2003 όμοια απόφαση) η οποία καθόρισε τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων όλης της χώρας όχι μόνο για τις «παραστάσεις» ενώπιον των δικαστηρίων και τη σύμπραξή τους για εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις αλλά και για κάθε «νομική υπηρεσία τους» μεταξύ των οποίων και για τη σύνταξη δικογράφων που απευθύνονται στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια.

Με την παραπάνω διάταξη του ν. 2753/1999 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδιδόμενες υπουργικές αποφάσεις δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται οι παραπάνω διατάξεις του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) που προβλέπουν τις αμοιβές των δικηγόρων, οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις νομικών υπηρεσιών γενικά, για τις οποίες δεν προεισπράττεται δικηγορική αμοιβή καθώς και στις περιπτώσεις που τα καθοριζόμενα απ' αυτόν ελάχιστα όρια αμοιβών δικηγόρων είναι ανώτερα απ' αυτά που καθορίζονται από τις παραπάνω υπουργικές αποφάσεις.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 Α.Ν. 1846/1951 (θεσμικός περί Ι.Κ.Α. νόμος) ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν . 2113/1952, το Ι.Κ.Α. απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον.

Κατά την διάταξη του άρθρου 5 Ν. 3210/1955 το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας, ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 21 του Ν.1902/1990 το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου…… Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του ν. 2759/1998 οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου και 22 παρ. 4 του ν .1868/1989 (ΦEK A΄ 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.).

Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών.

Τέλος, στην διάταξη του άρθρου 13 του ν.δ. 2698/1953 περί διοικήσεως του ΙΚΑ και άλλων τινών διατάξεων oρίζεται ότι: «Eις Υποκαταστήματα, γραφεία. Ή παραρτήματα του Ι.Κ.Α. δεν συσταθoύν δικαστικά γραφεία oρίζεται δι΄ αποφάσεως του Διοικητού του Ιδρύματος; μετά γνώμην του Νομικού Συμβούλου εις δικηγόρος, εις ον ανατίθεται η ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστικών αρχών εν γένει της έδρας του παράστασις και υπεράσπισις των συμφερόντων του Ιδρύματος επί πασών των δικαστικών υποθέσεων αυτού.

Επιτρέπεται όμως συντρεχόντων εξαιρετικών λόγων εξουσιοδότησις υπό του Διοικητού μετά γνώμην του Νομικού Συμβούλου και ετέρου δικηγόρου ως προς ωρισμένην υπόθεσιν. Οι δικηγόροι ούτοι, φέροντες τον τίτλον δικηγόροι του Ι.Κ.Α., αμείβονται επί μηνιαία αντιμισθία oριζoμένη υπό του Δ.Σ. ή επί τη βάσει των κατωτάτων ορίων των αμοιβών δικηγόρων κατά τον δικηγορικό κώδικα ή και κάτω αυτών κατόπιν ειδικής συμφωνίας.

Δεν δικαιούνται όμως αμοιβής δια τα παρεχομένας δικηγορικάς συμβoυλάς. Αι σχέσεις αύται διέπονται υπό του Αστικού Κώδικος», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 2556/1997 : οι Διοικητές των ασφαλιστικών οργανισμών ΙΚΑ και ΤΕΒΕ, οι Πρόεδροι του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) και του ΤΣΑΥ, καθώς και ο Διοικητής του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μετά από σύμφωνη γνώμη των Διοικητικών τους Συμβουλίων, μπορούν να αναθέτουν κατά περίπτωση δικαστικέ υποθέσεις ασφαλιστικής και οικονομικής φύσης σε ιδιώτες δικηγόρους για τη διεκπεραίωσή τους.

Η αμοιβή για τις παραπάνω περιπτώσεις καθορίζεται με απόφαση των Διοικητικών τους Συμβουλίων. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, 1) ότι εφόσον οι δικηγόροι του Ι.Κ.Α. αμείβονται σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια τα οποία ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων, αμείβονται πλέον σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια τα οποία καθορίζονται από την ως άνω (ή την εκάστοτε ισχύουσα) υπουργική απόφασn η οποία εκδόθηκε (ή εκδίδεται) κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 N. 2753/1999, στον βαθμό κατά τον οποίο τα ελάχιστα καθοριζόμενα από αυτή όρια δικηγορικών αμοιβών είναι ανώτερα από τα αντίστοιχα ελάχιστα όρια που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων.

Η παραπομπή του ως άνω ν.δ. 2698/1953 στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων για την αμοιβή των δικηγόρων του ΙΚΑ έχει την έννοια, ότι οι αμοιβές των δικηγόρων του ΙΚΑ πρέπει να ρυθμίζονται, σύμφωνα με τα εκάστοτε ισχύοντα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών που όρισε ο νομοθέτης στον ως άνω Κώδικα. Δεδομένου, όμως, ότι ο νομοθέτης του ως άνω νομοθετικού διατάγματος είχε υπόψη του κατά την σύνταξή του μόνο τις ρυθμίσεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως μόνο νομοθέτημα που ρύθμιζε τα ελάχιστα όρια των δικηγορικών αμοιβών, η παραπομπή του στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν έχει την έννοια ότι αποκλείεται η εφαρμογή τυχόν νεώτερων νόμων, όπως εν προκειμένω οι υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρ. 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999, που καθορίζουν νέα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών.

Και 2) Ότι το ΙΚΑ που είναι αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, απολαύει μεν των αναφερομένων παραπάνω προνομίων του Δημοσίου, όσον αφορά όμως την καταβλητέα στους απασχολουμένους δικηγόρους του, ανά υπόθεση, δικηγορική αμοιβή, δεν εξομοιώνεται με το Δημόσιο αλλά υπάγεται το μεν στις ανωτέρω γενικές ρυθμίσεις και συγκεκριμένα στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και στις εκδιδόμενες κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 υπουργικές αποφάσεις, το δε στις ειδικές για το ΙΚΑ ρυθμίσεις όπως είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 19 παρ. 1β του Ν. 2556/1997.

Επομένως η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ/τος 282/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 του Ν. 2873/2000 (και ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την κρινόμενη υπόθεση χρόνο παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου Δικηγόρου) που ορίζει ότι : «Η αμοιβή των Δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων», όπως κάθε φορά ισχύουν, και καθορίζεται στο διπλάσιο του ελάχιστου ορίου από εκείνο που προβλέπεται από αυτές για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια.

Σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται με το διπλάσιο του ελάχιστου ορίου, που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παράγραφος 4, 107 παράγραφος 1 εδάφιο 2 και 110 παράγραφος 1 του πιο πάνω Κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παράγραφος 4 στη δεύτερη περίπτωση.

Οι αμοιβές αυτές μπορούν κατά την εκκαθάρισή τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελάχιστου ορίου, που προβλέπουν οι διατάξεις του παραπάνω Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίστηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου, όταν επιδείχθηκε από τον δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια», δεν εφαρμόζεται στις σχέσεις του ΙΚΑ με τους δικηγόρους αυτού, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και τις εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του ν . 2753/1999 υπουργικές αποφάσεις, υπό την ανωτέρω, αναφερόμενη, έννοια.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος Δικηγόρος, ο οποίος συνδεόταν με το αναιρεσείον ΙΚΑ με συμβαση έμμισθης εντολής, αμειβόμενος ανά υπόθεση, εκτέλεσε κατ΄ εντολή του τελευταίου, τις λεπτομερώς αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες εργασίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον και ότι δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 3, 107 παρ. 1 και 110 του Κώδικα Δικηγόρων και όχι την αμοιβή που προσδιορίζεται με βάση τις ειδικές για το Δημόσιο ρυθμίσεις του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ/τος 282/1996, που προαναφέρθηκαν, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος Δικηγόρος του αναιρεσείοντος ΙΚΑ για ενέργειες που ο Κώδικας περί Δικηγόρων ορίζει αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης (άρθρ. 100 παρ. 1-3, 107 παρ. 1 και 110) δεν αμείβεται με βάση αυτές, αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 100 παρ. 4, 107 παρ. 1β και 110 παρ.

ιβ του ίδιου Κώδικα. Και τούτο γιατί το ΙΚΑ δεν εξομειώνεται με το Δημόσιο ως προς το διάφορο τρόπο αμοιβής των Δικηγόρων που χρησιμοποιεί. ΄Ετσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέος ως αβάσιμος

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/11/2003 αίτηση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και το από 9/9/2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της 45/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από τριακόσια τριάντα (330) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2005. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ